Γιατί στη Βηθλεέμ;

Madaba_map

Όταν οι μάγοι απ’ την ανατολή ξεκινούν για να πάνε να προσκυνήσουν τον νέο βασιλιά του Ισραήλ, πάνε, ως αναμενόμενο, στη βασιλική πόλη, την Ιερουσαλήμ (Ματ 2:1). Στην Ιερουσαλήμ, όμως, την λεγόμενη πόλη του Δαβίδ, κάθεται άλλος βασιλιάς. Ο Ηρώδης. Η βασιλική εξουσία ανήκει στον Ηρώδη, η αναγνώριση, το μεγαλείο. Γι αυτό και ταράζονται όλοι στην ιδέα ότι ετοιμάζεται άλλος βασιλιάς, έξω απ’ την Ιερουσαλήμ (2:3). Οι ιερείς πληροφορούν τον Ηρώδη ότι ο τόπος που θα δώσει τον Μεσσία, δεν είναι η Ιερουσαλήμ, αλλά η Βηθλεέμ, επειδή αυτό προφήτευσε ο προφήτης Μιχαίας: «καὶ σὺ Βηθλέεμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ.» (2:6)

Συχνά ο θαυμασμός μας γι αυτήν την πόλη, για την αναφορά που κάνει ο Ματθαίος στο ευαγγέλιο του σ’ αυτήν, περιορίζεται στο γεγονός ότι ο προφήτης Μιχαίας εκατοντάδες χρόνια πριν μπόρεσε ως εκ θαύματος να προφητέψει ακόμα και το μέρος στο οποίο θα γεννηθεί ο Μεσσίας. Και η ικανοποίησή μας τελειώνει εκεί γιατί τώρα μπορούμε να αποδείξουμε με βεβαιότητα ότι ο Ιησούς είναι ο πραγματικός Μεσσίας, εφόσον το προείπαν οι γραφές. Δηλαδή, το θαύμα της έγκυρης πρόβλεψης, είναι το στοιχείο που μας εντυπωσιάζει.

Το πιο σημαντικό, όμως, με τις προφητείες δεν είναι το γεγονός ότι βγαίνει αληθινό αυτό που προλέγουν (αυτό και σε μια καφετζού, μια αστρολόγο ή μια χαρτορίχτρα μπορεί να μας εντυπωσίαζε). Το πιο σημαντικό είναι το μήνυμα της προφητείας; Το περιεχόμενο. Γιατί ο Μιχαίας αναφέρει τη Βηθλεέμ; Γιατί επιλέγει να μιλήσει μ’ αυτόν τον τρόπο για να μας πει για τον Μεσσία; Τι ακριβώς λέει για τον Μεσσία αυτή η αναφορά; Μας κατατοπίζει απλά γεωγραφικά ή υπάρχει κάτι βαθύτερο εδώ πέρα;

Για ν’ απαντήσουμε σ’ αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να φύγουμε λίγο απ’ τον Ματθαίο και να ταξιδέψουμε πίσω στην εποχή του Μιχαία, στον 8ο αιώνα π.Χ. για να δούμε τι ήταν αυτό που ώθησε τον προφήτη να μιλήσει για τη Βηθλεέμ.

Το βιβλίο του Μιχαία

Ο Μιχαίας στο βιβλίο του ασχολείται με πόλεις. Οι πόλεις είναι σύμβολα των κατοίκων τους ή των ηγετών τους. Ο πρόλογος του βιβλίου λέει ότι ο Κύριος απευθύνεται σε δύο πόλεις, τη Σαμάρεια και την Ιερουσαλήμ (1:1). Η Σαμάρεια είναι η πρωτεύουσα του βόρειου βασιλείου, του Ισραήλ δηλ., και η Ιερουσαλήμ είναι η πρωτεύουσα του νότιου βασιλείου, του Ιούδα.

Το μήνυμα ξεκινά με την αναγγελία ότι ο Κύριος έρχεται σ’ αυτές τις πόλεις. Κι εκεί που θα νόμιζε κανείς ότι η επίσκεψη του Θεού σ’ αυτές τις πόλεις είναι θετική, ότι έρχεται για την ασφάλειά τους, φαίνεται αμέσως ότι ο ερχομός του έχει σκοπό την κρίση των πόλεων αυτών. Κατεβαίνει απ’ τον τόπο του και πατάει στα ύψη της γης, προς υπεράσπιση του λαού Του; Όχι! Όλα θα διαλυθούν και θα σαλευτούν, λέει ο προφήτης «διὰ ἀσέβειαν Ιακωβ πάντα ταῦτα καὶ διὰ ἁμαρτίαν οἴκου Ισραηλ – τίς ἡ ἀσέβεια τοῦ Ιακωβ οὐ Σαμάρεια καὶ τίς ἡ ἁμαρτία οἴκου Ιουδα οὐχὶ Ιερουσαλημ» (1:5).

Βλέπουμε τις πόλεις αυτές να παίρνουν κι άλλες πόλεις μαζί τους στην καταστροφή. Αυτό μας το λέει ο Μιχαίας στο 1ο κεφάλαιο όπου απαριθμεί κι ένα σωρό άλλες πόλεις (προσωποποιημένες κι αυτές) που θα κλάψουν και θα υποφέρουν με την καταστροφή της Σαμάρειας αρχικά (απ’ τους Ασσύριους το 722 π.Χ.). Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ θ’ ακολουθήσει αργότερα απ’ τους Βαβυλώνιους το 586 π.Χ.

Γιατί, λοιπόν, αυτή η κρίση; Τι έκανε η Σαμάρεια και πρέπει να πληρώσει τόσο ακριβά; Ο Μιχαίας μας μιλά για την εκμετάλλευση που συμβαίνει εκεί, για την απληστία των ανθρώπων να αποκτήσουν περισσότερα και περισσότερα. Ξεγελούν ο ένας τον άλλον για το κέρδος. Αρπάζουν τις περιουσίες των ανθρώπων χωρίς καμία στενοχώρια, καταπιέζουν τις γυναίκες του λαού, και αυτά είναι μόνο λίγα παραδείγματα.

Η δύναμη που συνοδεύει αυτήν τη σπουδαία και πλούσια πόλη δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει τελικά την ψευδαίσθηση στον άνθρωπο ότι ο συνάνθρωπός του δεν είναι τίποτα το ιερό αλλά είναι αντικείμενο προς χρήση. Την ψευδαίσθηση ότι ο συνάνθρωπός του δεν έχει δημιουργό και Κύριο από πίσω του, αλλά είναι έρμαιο προς εκμετάλλευση στα δικά του τα χέρια. Δεν μπορεί παρά να μου θυμίσει τις πρόσφατες αποκαλύψεις για ανθρώπους με δύναμη και εξουσία, όπως ο Harvey Weinstein στο Hollywood, ο Bill Cosby, ο Kevin Spacey, οι οποίοι δεν δίστασαν να θεωρήσουν κτήμα τους και δικαίωμά τους να εκμεταλλευτούν άλλους ανθρώπους μόνο απλά επειδή μπορούσαν, επειδή δεν τόλμησε κανείς να αντισταθεί στη χειραγώγησή τους. Ο ίδιος ο κόσμος μας σήμερα, του 21ου αιώνα, δεν διστάζει να εξαγγείλει καταδίκη ενάντια σε τέτοιους ανθρώπους, πόσο μάλλον ο Θεός του οποίου δημιουργήματα είναι ο κάθε άνθρωπος που αδικείται και κτήμα του είναι η γη του Ισραήλ την οποία αρπάζουν με απληστία απ’ τον φτωχό. Πόσο μάλλον Αυτός θα φέρει κρίση στον λαό Του.

Πρόσφατα διαβάσαμε τις συνεντεύξεις που πήραν δημοσιογράφοι από κάποια απ’ τις εκατοντάδες μικρά κοριτσάκια που απαγάγουν οι Μπόκο Χαράμ στην Νιγηρία και που κατάφεραν να δραπετεύσουν. Μίλησαν για την εκμετάλλευση, τους βιασμούς, τη στράτευσή τους όπου με το ζόρι τις ζώνουν εκρηκτικά για να σκοτώσουν κόσμο στις αγορές, στους ναούς και στις πλατείες. Γιατί ο Θεός να μην είναι εξοργισμένος με αυτά; Τι δίνει στον άνθρωπο την ψευδαίσθηση ότι ο Θεός παραβλέπει τέτοια αίσχη; Γιατί μας ενοχλεί ένας οργισμένος Θεός; Γιατί να μην κράζει, δια στόματος του προφήτη του για παρόμοια καταπίεση ενάντια στις γυναίκες του λαού του; «Τὰς γυναῖκας τοῦ λαοῦ μου ἐξώσατε ἀπὸ τῶν τερπνῶν αὐτῶν οἴκων· ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῶν ἀφηρέσατε τὴν δόξαν μου διαπαντός» (Μιχ 2:9).

Ξαφνικά, μέσα σ’ αυτή την κοινωνική απελπισία των δύο πόλεων, ένα συναίσθημα που εύκολα μπορούμε να νιώσουμε ξοδεύοντας λίγα λεπτά παρακολουθώντας τις ειδήσεις του κόσμου, ή ανοίγοντας το Facebook, μέσα σ’ αυτήν την απόγνωση εισβάλλει μια παράξενη φωνή, μια φωνή από έναν άλλο κόσμο που κανείς δεν θα περίμενε, που τίποτα από τη γήινη εμπειρία του προφήτη, απ’ αυτά που παρατηρεί να γίνονται γύρω του δεν τον προετοιμάζει ούτε υπάρχει κάποια ελπιδοφόρα ένδειξη που να έβαλε αυτά τα εξωκόσμια λόγια στο στόμα του προφήτη. Μέσα σ’ αυτή τη μαυρίλα, λοιπόν, ακούγεται μια παράξενη διαφορετική φωνή στα δύο τελευταία εδάφια του κεφαλαίου 2: θα σε ξαναμαζέψω Ισραήλ, θα ξαναφέρω το υπόλοιπο σου πάλι στη στάνη μου. Ο βασιλιάς τους θα τους οδηγήσει έξω απ’ την πύλη, ο Κύριος θα είναι μπροστά επικεφαλής τους (παράφραση του 2:12-13).

Η εικόνα που δημιουργείται εδώ, είναι η εικόνα μιας νέας εξόδου, όπου το υπόλοιπο του λαού του Θεού, τώρα, θα βγει ξανά μέσα απ’ τις πύλες της ξένης πόλης στην οποία θα βρίσκεται εγκλωβισμένος για να οδηγηθεί στην ασφάλεια της ποίμνης του Κυρίου. Είναι ενδιαφέρον ότι αυτή η πόλη απ’ της οποίας τις πύλες θα εξέλθουν δεν ονομάζεται. Αρκετοί υποθέτουν ότι μιλά για τη Βαβυλώνα όπου ο λαός θα εξοριστεί και από την οποία κάποια στιγμή θα γίνει η επιστροφή προς την Ιερουσαλήμ, αλλά εδώ δεν αποκλείεται η πόλη απ’ την οποία τελικά θα εξέλθουν να είναι η ίδια η  αγαπημένη τους Ιερουσαλήμ. Γιατί; Επειδή η Ιερουσαλήμ συμβολίζει για τον Μιχαία την ίδια την αμαρτία. Θυμίζω ότι ήδη στο πρώτο κεφάλαιο και εδάφιο 5 ο προφήτης ονομάζει την Ιερουσαλήμ «αμαρτία» κατά τους Ο΄ ή «τόπο ειδωλολατρίας» κατά το εβραϊκό κείμενο. Επίσης, κάθε φορά που ο Μιχαίας αναφέρει πύλες πρόκειται γι αυτές της Ιερουσαλήμ (1:9, 12, 2:13), όχι κάποιας άλλης πόλης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έρχεται ο Θεός να φέρει έξοδο, όχι μόνο με τη γεωγραφική έννοια, αλλά με τη βαθύτερη έννοια, αυτή που πραγματικά καίει τον Μιχαία: έξοδο απ’ τη σφαίρα της κυριαρχίας της αμαρτίας που τους εγκλωβίζει. Αυτή, λοιπόν, η ξένη φωνή, η εξωκόσμια, έρχεται να διαβεβαιώσει όσους νιώθουν απελπισμένοι, ανήμποροι, παράλυτοι, καταπιεσμένοι μπροστά στο κακό του βιώματός τους ότι η σωτήρια ενέργεια του Θεού, αυτή που έρχεται απ’ τον ίδιο τον Θεό κι όχι από ανθρώπινο ηγέτη, είναι ικανή να δημιουργήσει μέλλον πέραν της κρίσης, πέραν της ανθρώπινης αμαρτίας και της εγωιστικής αλληλοεξόντωσης. Είναι ικανή να ανοίξει ορίζοντα εκεί που τα αδιέξοδα κλείνουν το πεδίο όρασης των παιδιών του Θεού.

Η Ιερουσαλήμ από άγια πόλη, μια πόλη του Θεού, κατάντησε μια πόλη του ανθρώπου, κτισμένη από χέρια αμαρτωλά και όχι εκείνα του Κυρίου. Λέει ο Μιχαίας σ΄αυτούς που την κυβερνούν: «Ἀκούσατε λοιπὸν τοῦτο, ἀρχηγοὶ τοῦ οἴκου Ἰακὼβ καὶ ἄρχοντες τοῦ οἴκου Ἰσραήλ, οἱ βδελυττόμενοι τὴν κρίσιν καὶ διαστρέφοντες πᾶσαν εὐθύτητα, οἱ οἰκοδομοῦντες τὴν Σιὼν ἐν αἵματι καὶ τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐν ἀνομίᾳ» (3:9-10). Η Ιερουσαλήμ, λοιπόν, η πόλη που ο Θεός διάλεξε έχει κτιστεί με αίμα και ανομία, αυτή είναι η πρώτη ύλη, επειδή κτίστηκε απ’ τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο. Γιατί να διαφέρει η ποινή της απ’ εκείνη των αρχαίων πόλεων, τα Σόδομα και τα Γόμορρα;

Γι αυτό εδώ, στο 3ο κεφάλαιο του Μιχαία, για πρώτη φορά στην ιστορία του Ισραήλ, τολμά κάποιος προφήτης να προαναγγείλει την καταστροφή της ιερής πόλης, της Ιερουσαλήμ, της πόλης που ο Θεός αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλη πόλη, όπως μας λένε οι Ψαλμοί (46, 48,76, 84, 87, 122). Η μεγαλύτερη βλασφημία που θα μπορούσε να ειπωθεί για τον Εβραίο. Ο Κύριος θα περάσει πάνω απ’ τη Σιών, την Ιερουσαλήμ δηλαδή, σαν άροτρο, και αυτό που θα μείνει θα είναι μόνο ένας σωρός από πέτρες (3:12). Η απόλυτη καταστροφή.

Προτού καν τελειώσει την πρότασή του, όπως μας έχει συνηθίσει ο Μιχαίας, εμφανίζεται μια νέα Ιερουσαλήμ, η πόλη των εσχάτων. Ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται αυτή η πόλη είναι σουρεαλιστικός, γεγονός που παραπέμπει στις πνευματικές της διαστάσεις. Προσέξτε περιγραφές: το όρος της πόλης θα είναι ψηλότερο απ’ όλα τα άλλα όρη (παρόλο που γνωρίζουμε ότι το όρος της κυριολεκτικής Ιερουσαλήμ στην Παλαιστίνη είναι πολύ χαμηλό). Στον ναό της θα τρέχουν όλοι να πάνε να προσκυνήσουν, από κάθε έθνος του κόσμου (4:1-2).

Γιατί, όμως; Τι το ιδιαίτερο θα έχει αυτή η καινούργια πόλη; Ποιες είναι οι αξίες εκείνες και τα ιδανικά που αυτή η πόλη συμβολίζει και πραγματώνει; Ο Μιχαίας μας λέει ότι εκεί οι άνθρωποι θα βρίσκουν δικαιοσύνη, θα συμφιλιωθούν, θα υπάρχει ειρήνη κι όχι πόλεμος, δεν θα υπάρχει φόβος. Εκεί θα μαζέψω, λέει ο Κύριος, τους συντετριμμένους, όσους ο κόσμος έχει απορρίψει, όσους πέρασα μέσα απ’ τη θλίψη. Αυτοί ακριβώς οι αδύναμοι θα είναι, λέει ο Κύριος, το υπόλοιπό μου, αυτούς που κανείς δεν υπολογίζει θα τους κάνω δικό μου λαό μέγα (4:3-8). Και ποιος θα τολμήσει να ηγηθεί σ’ αυτήν την νέα πόλη; Αυτή που έκτισαν με αίματα και αδικίες την προηγούμενη; Μιχαίας 4:7: «ὁ Κύριος θέλει βασιλεύει ἐπ αὐτοὺς ἐν τῷ ὄρει Σιών, ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.»

Μικρή Βηθλεέμ

Ωραία, θα μου πείτε. Η Βηθλεέμ, όμως, τι σχέση έχει μ’ αυτήν την νέα Ιερουσαλήμ; Η σχέση είναι αυτή: Η Ιερουσαλήμ μπορεί να οικοδομηθεί μόνο πάνω στους ώμους μιας ασήμαντης, μικρής και άγνωστης πόλης. Της Βηθλεέμ. Η εκπλήρωση του μεγαλειώδους αυτού προφητικού οράματος είναι άμεσα εξαρτημένη από την πιο ελάχιστη και ευκαταφρόνητη πόλη.

Μέχρι τώρα ίσχυε το αντίστροφο. Οι μεγάλες πρωτεύουσες, η Σαμάρεια και η Ιερουσαλήμ, αποφάσιζαν το πεπρωμένο των μικρών πόλεων που ήταν στα περίχωρά τους, των περιθωριακών πόλεων που χρησίμευαν μόνο για τους φόρους που μπορούσαν να δώσουν, που δεν είχαν φωνή ή εξουσία να αποφασίσουν οτιδήποτε. Τα αμαρτήματα των μεγάλων πόλεων εξαπλώνονταν σαν λοιμός και κατέστρεφαν τα περίχωρα, τις μικρές κι ασήμαντες πόλεις (1:8-16). Τώρα, όμως, όλα αντιστρέφονται. Η πολιτική δύναμη απέτυχε, η στρατιωτική δύναμη απέτυχε, η οικονομική δύναμη απέτυχε και τώρα βλέπουμε πού εδράζεται η πραγματική κυριαρχία. Η Βηθλεέμ θα σώσει την Ιερουσαλήμ, το μικρό γεννάει το μέγα: Καὶ σύ, Βηθλεὲμ Ἐφραθά, ἡ μικρὰ ὥστε νὰ ᾐσαι μεταξὺ τῶν χιλιάδων τοῦ Ἰούδα, ἐκ σοῦ θέλει ἐξέλθει εἰς ἐμὲ ἀνὴρ διὰ νὰ ᾐναι ἡγούμενος ἐν τῷ Ἰσραήλ· τοῦ ὁποίου αἱ ἔξοδοι εἶναι ἀπ ἀρχῆς, ἀπὸ ἡμερῶν αἰῶνος. (Μιχ 5:2)

Η Βηθλεέμ είναι μια τόσο ασήμαντη πόλη και παραπέμπει σε χρόνους παλιούς, τότε που ο Σαμουήλ την επισκέφθηκε, αν θυμάστε, και έψαχνε να βρει τον βασιλιά του Ισραήλ που ο Κύριος διάλεξε. Αυτή η ασήμαντη πόλη συμβολίζει κάποιον ακόμα πιο μικρό κι ασήμαντο. Ένα παιδί που ούτε οι δικοί του δεν τον υπολόγιζαν ως ισάξιο των αδελφών του και δεν τον είχαν καλέσει καν για να παρευρεθεί στη θυσία του Σαμουήλ. Στα ανθρώπινα μάτια, ακόμα και του ίδιου του πατέρα του, δεν ήταν δυνατόν ένα τόσο ασήμαντο νεαρό πλάσμα να είναι ο επόμενος βασιλιάς του Ισραήλ, αυτός που η καρδιά του Θεού εξέλεξε (1 Σαμ 16). Η Βηθλεέμ συμβολίζει το ασήμαντο μέσα στο οποίο κρύβεται η μεσσιανική βασιλεία.

Προσέξτε ότι ο Θεός τώρα μιλάει ο ίδιος και απευθύνεται ευθέως στη μικρή Βηθλεέμ και της λέει: Κι εσύ, μικρά, καθόλου ασήμαντη δεν είσαι. Μικρή μου, νομίζεις ότι είσαι ένα τίποτα; Και με μια του φράση συντρίβει όλα τα στερεότυπα του σημαντικού. Τι σχέση έχει ο πλούτος σου, τι σημασία έχει η φήμη σου, τι κι αν δεν σε υπολογίζει κανένας μέσα στον λαό μου; Οι αξίες αναποδογυρίζονται και ο Θεός βλέπει έναν κόκκο σινάπεως, κάτι μικρό που κανείς δεν το βλέπει και ετοιμάζεται τώρα να βλαστήσει, να σπάσει το χώμα, να εξέλθει απ’ τη γη της Βηθλεέμ ένα μικρό βλασταράκι και να υψωθεί ψηλότερα από κάθε άλλο δέντρο όπου θα σπεύσουν να κατασκηνώσουν όλα τα πουλιά του κόσμου στα κλαδιά του.

Η Βηθλεέμ θα κτίσει την Ιερουσαλήμ. Αυτό είναι το νόημα της προφητείας. Δεν μας πληροφορεί ο προφήτης για γεωγραφία. Μας πληροφορεί για το πρόγραμμα της βασιλείας και τις αξίες πάνω στις οποίες θεμελιώνεται αυτή η βασιλεία μέχρι σήμερα. Οι ασήμαντοι και οι μικροί κι οι ξεχασμένοι κι οι υποτιμημένοι, αυτοί είναι που έκτισαν και κτίζουν τη βασιλεία του Κυρίου. Η τρανή Ιερουσαλήμ, από τη Βηθλεέμ θα οικοδομηθεί. Αυτή είναι η πόλη που έχει σημασία τώρα για τη ροή της ιστορίας.

Από σένα, μικρή μου Βηθλεέμ, θα έρθει ο ηγούμενος του Ισραήλ, όχι μόνο επειδή ο Δαβίδ προέρχεται από κει αλλά επειδή ο Μεσσίας θα πραγματώνει αυτό ακριβώς το παράδοξο που συμβολίζει η Βηθλεέμ. Μην περιμένεις ότι θα μπορεί κάποιος ανθρωπίνως να φανταστεί ότι αυτός που γεννιέται είναι δυνατόν να είναι ο Μεσσίας του κόσμου. Κανείς δεν θα το υπολογίζει επειδή όλοι κοιτάμε στη φανταχτερή Σαμάρεια και στην ένδοξη Ιερουσαλήμ. Αυτές είναι οι πόλεις μας και τα μάτια μας είναι στραμμένα στις ανθρώπινες πόλεις, στους ηγέτες και τις κυβερνήσεις, στον πλούτο, στην καριέρα, στην επιτυχία. Κανείς δεν βλέπει τη Βηθλεέμ. Εκεί όπου ανυποψίαστα γεννιέται ο ηγούμενος του Ισραήλ, ο ηγούμενος του κόσμου όλου.

Και καθώς γεννιέται ο βασιλιάς του Ισραήλ, στον θρόνο της γήινης Ιερουσαλήμ συνεχίζει να κάθεται και να μαίνεται ο Ηρώδης. Βλέπετε; Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Τα πράγματα φαίνονται να είναι όπως ήταν πάντα. Καμία αλλαγή. Κάτω απ’ τα ανυποψίαστα μάτια του Ηρώδη, όμως, το βρέφος της Βηθλεέμ έχει ήδη ξεκινήσει το κτίσιμο της νέας πόλης, της νέας Ιερουσαλήμ, με τη γέννησή του.

Καθώς μπαίνουμε ακόμα μια χρονιά στην περίοδο των Χριστουγέννων, αυτό που μας ζητάνε ο Μιχαίας αλλά και ο Ματθαίος, είναι να διορθώσουμε τον φακό της αντίληψής μας. Πρόσεξε με τι εντυπωσιάζεσαι, πρόσεξε τι είναι αυτό που ζηλεύεις και επιθυμείς. Πρόσεξε μήπως υποτίμησες το μικρό και το ασήμαντο. Αν πιστεύεις ότι η ζωή σου ορίζεται απ’ τις αξίες της μεγάλης πόλης, απ’ τη δουλειά που θα κάνεις, από πόσα χρήματα βγάζεις, από τον άντρα σου ή τις επιτυχίες των παιδιών σου, σημαίνει ότι δεν πέρασες να προσκυνήσεις απ’ τη Βηθλεέμ ακόμα. Ή αν πέρασες κάποτε απ’ τη Βηθλεέμ, δεν κάθισες αρκετά εκεί για να οικειοποιηθείς το μήνυμά της, τις αξίες της και μάλλον χρειάζεται να επιστρέψεις. Αν νιώθεις μικρή, ασήμαντη, καταφρονημένη πάρε θάρρος, γιατί σε τέτοιους διαλέγει ο Μεσσίας να γεννηθεί και με τέτοιους κτίζει την πόλη του.

Advertisements

Οι Κανίβαλοι του Χρέους

ImageΤο βιβλίο του προφήτη Μιχαία είναι από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του κόσμου μας. Πολλοί έχουν την εντύπωση ότι οι προφήτες άρχιζαν να μιλάνε χωρίς καμιά προετοιμασία και επεξεργασία του λόγου τους. Η προσεκτική μελέτη των κειμένων τους όμως φανερώνει ένα εξαιρετικά καλογραμμένο κείμενο που χρησιμοποιεί πολλά λογοτεχνικά σχήματα και προσεγμένη ποιητική γλώσσα. Πέραν απ’ αυτό, όμως, ο Μιχαίας ήταν ένας άντρας μπροστά απ’ την εποχή του, «ορών» όπως αποκαλούσαν οι Εβραίοι αυτούς τους ανθρώπους, δηλαδή έβλεπαν πέραν απ’ αυτό που έβλεπαν οι υπόλοιποι. «Ανυψώνονταν» πάνω απ’ τις περιστάσεις, τις αντιλήψεις και τον θρησκευτικό «θόρυβο» και η διορατικότητα τους ήταν τέτοια που κάλυπτε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας, κι εμάς μέσα. Μια ικανότητα που μόνο «θεία» μπορούσε κανείς να την αποκαλέσει.

Ήταν ο πρώτος προφήτης στην ιστορία που τόλμησε να μιλήσει ενάντια στην Ιερουσαλήμ και τον άγιο ναό της (3:12), αν όχι ο πρώτος άνθρωπος στην ιστορία της ανθρωπότητας γενικά που τόλμησε να εναντιωθεί στο κατοικητήριο, στον άγιο τόπο της ίδιας της θεότητάς του. Τόσο σοκαριστικό ήταν το μήνυμά του που 200 χρόνια μετά ακόμη το θυμόντουσαν όταν κι ο Ιερεμίας προφήτευε κάτι παρόμοιο (Ιερ 26:17-19).

Οι προφήτες στερέωσαν τα θεμέλια των αξιών του κόσμου μας. Πήραν την Τορά (το νόμο του Θεού) και μας δίδαξαν τι σημαίνει «άνθρωπος» όπως αυτός δημιουργήθηκε να είναι, ο καρπός του κόπου τους που εν αγνοία μας κληρονομήσαμε.

Για να καταλάβουμε τον Μιχαία πρέπει να μπούμε λίγο στο κοινωνικοπολιτικό σκηνικό της Παλαιστίνης, το οποίο είχε αλλάξει δραστικά στην εποχή του. Η συγκέντρωση δύναμης στις πόλεις ανάμεσα στη στρατιωτική, ιερατική και διοικητική τάξη σήμαινε όλο και σκληρότερη φορολογία για τις ανάγκες διατήρησης αυτής της κοινωνικής τάξης, και οι αγρότες κυρίως ήταν αυτοί που κουβαλούσαν το μεγαλύτερο βάρος στους ώμους τους. Η ανικανότητα ν’ αντεπεξέλθει κανείς στις οικονομικές απαιτήσεις του κράτους σήμαινε τη σταδιακή απώλεια γης από τα χέρια του λαού προς τα χέρια των πλουσίων κάνοντας το χάσμα μεταξύ του απλού λαού και των ελίτ να αυξάνεται όλο και περισσότερο:

Καὶ ἐπιθυμοῦσιν ἀγροὺς καὶ λαμβάνουσι διὰ τῆς βίας, καὶ οἴκους καὶ ἀρπάζουσιν αὐτούς· οὕτω διαρπάζουσιν ἄνθρωπον καὶ τὸν οἶκον αὐτοῦ, ναί, ἄνθρωπον καὶ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ (2:2).

Φυσικά η πρόφαση είναι το «χρέος». Εφόσον ο λαός δεν έχει να πληρώσει η ηγεσία του αφαιρεί το «ενέχυρο», παίρνει με τη βία αυτά που ο χρεώστης δεν μπορεί πλέον να ξεπληρώσει και αυτή η αφαίρεση υπαρχόντων από τον χρεώστη μπορούσε να ήταν ακόμα και η κατάσχεση του παλτού του (Έξοδ 22:26, Μιχ 2:8), πράξη που ο Μιχαίας περιγράφει πολύ πιο σοκαριστικά με γλώσσα «κανιβαλισμού». Η αφαίρεση των ρούχων του φτωχού απ’ τις πλάτες του δεν θα μπορούσε να περιγραφεί πιο παραστατικά απ’ αυτό που γράφει ο Μιχαίας:

Οἱ μισοῦντες τὸ καλὸν καὶ ἀγαπῶντες τὸ κακόν, οἱ ἀποσπῶντες τὸ δέρμα αὐτῶν ἐπάνωθεν αὐτῶν καὶ τὴν σάρκα αὐτῶν ἀπὸ τῶν ὀστῶν αὐτῶν, 3  οἱ κατατρώγοντες ἔτι τὴν σάρκα τοῦ λαοῦ μου καὶ ἐκδείροντες τὸ δέρμα αὐτῶν ἐπάνωθεν αὐτῶν καὶ συντρίβοντες τὰ ὀστᾶ αὐτῶν καὶ κατακόπτοντες αὐτὰ ὡς διὰ χύτραν καὶ ὡς κρέας ἐν μέσῳ λέβητος. (Μιχ 3:2-3)

Η ηγεσία της Σαμάρειας και της Ιερουσαλήμ, του βόρειου και του νότιου βασιλείου δηλαδή, λειτουργούσαν βάση μιας τεράστιας παρανόησης η οποία είναι και η διαστρέβλωση του ορισμού της δικαιοσύνης. Ο Brueggemann λέει ότι «δικαιοσύνη είναι να ξεκαθαρίσεις τι ανήκει σε ποιον και να το επιστρέψεις στον ιδιοκτήτη του». Αυτό είναι πολύ σωστό αλλά απαιτεί μια βασική προϋπόθεση. Η προϋπόθεση δεν είναι να βρω ποια είναι η ιδιοκτησία που απέκτησα αλλά ποια είναι η ιδιοκτησία που μου δόθηκε ανάμεσα σε άλλους. Για τον Ισραήλ, η προϋπόθεση ήταν να βρούνε τι δόθηκε στον καθένα την εποχή του ίσου διαμερισμού του δώρου της γης ανάμεσα στις φυλές και τις οικογένειες των Ισραηλιτών. Αυτό είναι δύσκολο να το καταλάβουμε σε μια εποχή όπου διεκδικούμε αυτό που αποκτήσαμε με κόπους δικούς μας. Η αγορά όμως δεν σημαίνει πάντοτε και δικαιοσύνη.

Στη βόρεια Κύπρο, για παράδειγμα, πολλοί είναι οι ξένοι που βρήκαν αγορά ακινήτων και με τα λεφτά που μάζεψαν μια ζωή αποφάσισαν να αγοράσουν σπίτια και κτήματα. Νομίζοντας ότι η αγορά τους δίνει νόμιμα δικαιώματα ιδιοκτησίας στον χώρο, κατ’ ακρίβεια ζουν μέσα στη γη κάποιου άλλου, κάποιου πρόσφυγα. Παρόλο που αυτό είναι ένα ακραίο παράδειγμα, ίσως βοηθήσει να καταλάβουμε τη θεολογία του Μιχαία σ’ αυτό το ζήτημα. Η γη του Θεού είναι κοινή ιδιοκτησία. Αν κάποιος βρίσκεται «εκτός ιδιοκτησίας» αυτό είναι ένδειξη ότι κάτι πήγε λάθος, ότι εμείς βρισκόμαστε στα κτήματα άλλων, ότι έχουμε ξεπέσει από το επίπεδο των απαιτήσεων δικαιοσύνης του Θεού. Για τον Μιχαία είναι αδιανόητο κάποιος άνθρωπος να είναι άστεγος, να μην έχει ένα χώρο δικό του ο οποίος να μην απειλείται και αυτή η πραγματικότητα είναι που διέπει τον οραματισμό του:

Καὶ θέλουσι κάθησθαι ἕκαστος ὑπὸ τὴν ἄμπελον αὑτοῦ καὶ ὑπὸ τὴν συκῆν αὑτοῦ, καὶ δὲν θέλει ὑπάρχει ὁ ἐκφοβῶν· διότι τὸ στόμα τοῦ Κυρίου τῶν δυνάμεων ἐλάλησε. (4:4)

Η ηγεσία ενάντια στην οποία γράφει ο Μιχαίας δεν ένιωθε στο ελάχιστο ότι λειτουργούσε άδικα και αμφιβάλλω αν πρόσεχε καν τις συνέπειες των οικονομικών επιλογών της. Τα πάντα μπορούσαν να εκλογικευτούν και μέρος του πλούτου μάλιστα υποστήριζε τη λατρευτική ζωή και το πολυδάπανο σύστημα θυσιών. Εφόσον η ζωή της αδικίας συνοδευόταν από τη θρησκευτική ζωή η τελευταία λειτουργούσε ως πέπλο μπροστά στη συνειδητοποίηση της νοσηρής κατάστασής τους. Όσο περισσότερο αδικούσαν, τόσο περισσότερο είχαν να «δανείζουν» και στον Θεό (6:6-7). Του έφερναν «μισθούς πορνείας», όπως λέει καυστικά ο προφήτης μας (1:7).

Το πρόβλημα με το χρέος, ακόμα κι αν αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί ως νόμιμο, είναι ότι εξευτελίζει τον άνθρωπο. Η αίσθηση ότι κάποιος μας χρωστάει μπορεί, σύμφωνα με τον Μιχαία, να μας μετατρέψει σε κανιβαλιστική κοινωνία. Εάν έχω εξαιρετικά έντονη μέσα μου την έννοια της ιδιοκτησίας και ειδικά αν έχω συσσωρεύσει υλικά αγαθά, τόσο πιο ανελέητος θα είμαι μ’ αυτόν που μου χρωστάει. Και εάν το χρέος είναι μεγάλο τότε θέτει αυτόν τον άνθρωπο σε μια μόνιμη μειονεκτική θέση απέναντί μου. Έχει κάτι που μου ανήκει. Είναι όμηρός μου.

Για τη Βίβλο, όμως, η αξιοπρέπεια του ανθρώπου και η ικανότητά του να σταθεί στο ίδιο επίπεδο με τον άλλο, είναι πολύ ανώτερη από την ιδέα της αποπληρωμής ενός χρέους. Ο Θεός απαιτούσε την διαγραφή του χρέους και την επιστροφή της γης σ’ αυτόν στον οποίο ανήκε, απαιτούσε δικαιοσύνη δηλαδή (Λευιτ 25). Απαιτούσε την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, την ευκαιρία σε κάθε άνθρωπο να ξεκινήσει ξανά απ’ την αρχή. Ο πιστωτής είχε υποχρέωση να «συγχωρέσει» το χρέος για να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη. Η ιδέα ότι η αποπληρωμή του χρέους, με κάθε κόστος, αποτελεί δικαιοσύνη δεν είναι βιβλική.

Ο Ιησούς ταυτίζει το χρέος με την αμαρτία (πράγματα που η Παλαιά Διαθήκη είχε ήδη ταυτίσει). Πρέπει να συγχωρέσω το χρέος του αδελφού μου για να ζητήσω συγχώρεση του χρέους μου απ’ τον Θεό (Ματθ 6:12). Η λέξη «οφειλήματα» είναι ταυτόχρονα υλική και πνευματική.

Αν την πάρω πνευματικά αντλώ το συμπέρασμα ότι η άρνησή μου να συγχωρέσω τον πλησίον μου, να επιμείνω σ’ αυτό που μου χρωστάει με οδηγεί τελικά σε πνευματικό κανιβαλισμό. Στο μυαλό μου τον γδέρνω από κάθε είδους αξιοπρέπειας, τον κατακρεουργώ, τον εξευτελίζω στη σκέψη μου επειδή λειτουργώ με βάση την ιδέα ότι δικαιοσύνη είναι να πληρώσει γι αυτό που μου έκανε, να μου δώσει και το τελευταίο κέρμα που μου χρωστάει, να τιμωρηθεί για να μάθει!

Για τον Χριστό δικαιοσύνη είναι η άφεση αυτού του χρέους, η δωρεά της ευκαιρίας για καινούργια αρχή, μια ευκαιρία να τον ξαναδώ ως ισάξιο άνθρωπο δίπλα μου. Δικαιοσύνη είναι να του επιστρέψω την αξιοπρέπεια που έχασε στα μάτια μου. Μόνο η συγχώρεση μπορεί να σώσει τον άνθρωπο απ’ τον κανιβαλισμό του.

Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν συνειδητοποιήσω ότι η πρόσβαση της καινούργιας αρχής δόθηκε και στους δυο μας ισότιμα. Όταν ο Μιχαίας αναγγέλλει την τιμωρία του Θεού επάνω στην αδικία του λαού Ισραήλ, ταυτόχρονα αναγγέλλει και κάτι άλλο, εξαιρετικά σημαντικό, με το οποίο κλείνει και το βιβλίο του. Το μήνυμα αυτό είναι κρυμμένο στο όνομα του προφήτη. Μιχαίας σημαίνει «Ποιος είναι σαν τον Γιαχβέ;» Ο προφήτης με το όνομά του διακηρύττει την μοναδικότητα του Γιαχβέ, αλλά σε ποιο χαρακτηριστικό Του; Στην παντοδυναμία Του; Στην παντογνωσία Του; Όχι. Η μοναδικότητα του Γιαχβέ βρίσκεται σε ένα ζωοφόρο χαρακτηριστικό αυτού του Θεού που το βλέπουμε στο 7:18-19 όπου ο προφήτης εξηγεί το όνομά του:

Τίς Θεὸς ὅμοιός σου, συγχωρῶν ἀνομίαν καὶ παραβλέπων τὴν παράβασιν τοῦ ὑπολοίπου τῆς κληρονομίας αὑτοῦ δὲν φυλάττει τὴν ὀργὴν αὑτοῦ διαπαντός, διότι αὐτὸς ἀρέσκεται εἰς τὸ ἔλεος. 19  Θέλει ἐπιστρέψει, θέλει εὐσπλαγχνισθῆ ἡμᾶς, θέλει καταστρέψει τὰς ἀνομίας ἡμῶν· καὶ θέλεις ῥίψει πάσας τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης.

Η μοναδικότητα του Γιαχβέ έγκειται στο γεγονός της διαγραφής χρέους, της δωρεάς μιας καινούργιας αρχής στον «κανίβαλο» λαό Του. Δεν μας άφησε να «αποκτηνωθούμε» τελείως χάνοντας κάθε ίχνος αξιοπρέπειας, τρώγοντας τις σάρκες ο ένας του άλλου. Η αλήθεια είναι ότι μόνο σ’ Αυτόν χρωστάμε και Αυτός μας επιστρέφει στη γη μας, όχι αυτήν που δικαιούμαστε, αυτήν που μας δωρίστηκε. Δικαιοσύνη Θεού, λοιπόν, είναι η επαναφορά μας στο δώρο, δικαιοσύνη είναι το Ιωβηλαίο του Χριστού, η διαγραφή του χρέους μέσω του κόστους που Αυτός μόνο επωμίζεται. Δικαιοσύνη είναι να παραμερίσω κάθε εμπόδιο που κόβει την πρόσβαση του πλησίον μου στο δώρο που μας δόθηκε, είτε αυτό είναι η γη, το φαγητό, το νερό, η στέγη, η ελευθερία, η αξιοπρέπεια, η καινούργια αρχή, αλλά και η πρόσβαση στο δώρο της εκκλησίας, στο κοινό τραπέζι, στη δική μου κοινότητα.

Ο Μιχαίας καλεί τον Ισραήλ να παραιτηθεί από την αποκλειστικότητα του δώρου, από την κατοχή του όρους του Κυρίου. Σ’ αυτό το όρος η πρόσβαση θα είναι ανοιχτή σε κάθε έθνος και λαό και κανενός δεν θα ναι κτήμα η παρουσία του Γιαχβέ:

Καὶ ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις τὸ ὄρος τοῦ οἴκου τοῦ Κυρίου θέλει στηριχθῆ ἐπὶ τῆς κορυφῆς τῶν ὀρέων καὶ ὑψωθῆ ὑπεράνω τῶν βουνῶν, καὶ λαοὶ θέλουσι συρρέει εἰς αὐτὸ. (Μιχ 4:1)