Γιατί στη Βηθλεέμ;

Madaba_map

Όταν οι μάγοι απ’ την ανατολή ξεκινούν για να πάνε να προσκυνήσουν τον νέο βασιλιά του Ισραήλ, πάνε, ως αναμενόμενο, στη βασιλική πόλη, την Ιερουσαλήμ (Ματ 2:1). Στην Ιερουσαλήμ, όμως, την λεγόμενη πόλη του Δαβίδ, κάθεται άλλος βασιλιάς. Ο Ηρώδης. Η βασιλική εξουσία ανήκει στον Ηρώδη, η αναγνώριση, το μεγαλείο. Γι αυτό και ταράζονται όλοι στην ιδέα ότι ετοιμάζεται άλλος βασιλιάς, έξω απ’ την Ιερουσαλήμ (2:3). Οι ιερείς πληροφορούν τον Ηρώδη ότι ο τόπος που θα δώσει τον Μεσσία, δεν είναι η Ιερουσαλήμ, αλλά η Βηθλεέμ, επειδή αυτό προφήτευσε ο προφήτης Μιχαίας: «καὶ σὺ Βηθλέεμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ.» (2:6)

Συχνά ο θαυμασμός μας γι αυτήν την πόλη, για την αναφορά που κάνει ο Ματθαίος στο ευαγγέλιο του σ’ αυτήν, περιορίζεται στο γεγονός ότι ο προφήτης Μιχαίας εκατοντάδες χρόνια πριν μπόρεσε ως εκ θαύματος να προφητέψει ακόμα και το μέρος στο οποίο θα γεννηθεί ο Μεσσίας. Και η ικανοποίησή μας τελειώνει εκεί γιατί τώρα μπορούμε να αποδείξουμε με βεβαιότητα ότι ο Ιησούς είναι ο πραγματικός Μεσσίας, εφόσον το προείπαν οι γραφές. Δηλαδή, το θαύμα της έγκυρης πρόβλεψης, είναι το στοιχείο που μας εντυπωσιάζει.

Το πιο σημαντικό, όμως, με τις προφητείες δεν είναι το γεγονός ότι βγαίνει αληθινό αυτό που προλέγουν (αυτό και σε μια καφετζού, μια αστρολόγο ή μια χαρτορίχτρα μπορεί να μας εντυπωσίαζε). Το πιο σημαντικό είναι το μήνυμα της προφητείας; Το περιεχόμενο. Γιατί ο Μιχαίας αναφέρει τη Βηθλεέμ; Γιατί επιλέγει να μιλήσει μ’ αυτόν τον τρόπο για να μας πει για τον Μεσσία; Τι ακριβώς λέει για τον Μεσσία αυτή η αναφορά; Μας κατατοπίζει απλά γεωγραφικά ή υπάρχει κάτι βαθύτερο εδώ πέρα;

Για ν’ απαντήσουμε σ’ αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να φύγουμε λίγο απ’ τον Ματθαίο και να ταξιδέψουμε πίσω στην εποχή του Μιχαία, στον 8ο αιώνα π.Χ. για να δούμε τι ήταν αυτό που ώθησε τον προφήτη να μιλήσει για τη Βηθλεέμ.

Το βιβλίο του Μιχαία

Ο Μιχαίας στο βιβλίο του ασχολείται με πόλεις. Οι πόλεις είναι σύμβολα των κατοίκων τους ή των ηγετών τους. Ο πρόλογος του βιβλίου λέει ότι ο Κύριος απευθύνεται σε δύο πόλεις, τη Σαμάρεια και την Ιερουσαλήμ (1:1). Η Σαμάρεια είναι η πρωτεύουσα του βόρειου βασιλείου, του Ισραήλ δηλ., και η Ιερουσαλήμ είναι η πρωτεύουσα του νότιου βασιλείου, του Ιούδα.

Το μήνυμα ξεκινά με την αναγγελία ότι ο Κύριος έρχεται σ’ αυτές τις πόλεις. Κι εκεί που θα νόμιζε κανείς ότι η επίσκεψη του Θεού σ’ αυτές τις πόλεις είναι θετική, ότι έρχεται για την ασφάλειά τους, φαίνεται αμέσως ότι ο ερχομός του έχει σκοπό την κρίση των πόλεων αυτών. Κατεβαίνει απ’ τον τόπο του και πατάει στα ύψη της γης, προς υπεράσπιση του λαού Του; Όχι! Όλα θα διαλυθούν και θα σαλευτούν, λέει ο προφήτης «διὰ ἀσέβειαν Ιακωβ πάντα ταῦτα καὶ διὰ ἁμαρτίαν οἴκου Ισραηλ – τίς ἡ ἀσέβεια τοῦ Ιακωβ οὐ Σαμάρεια καὶ τίς ἡ ἁμαρτία οἴκου Ιουδα οὐχὶ Ιερουσαλημ» (1:5).

Βλέπουμε τις πόλεις αυτές να παίρνουν κι άλλες πόλεις μαζί τους στην καταστροφή. Αυτό μας το λέει ο Μιχαίας στο 1ο κεφάλαιο όπου απαριθμεί κι ένα σωρό άλλες πόλεις (προσωποποιημένες κι αυτές) που θα κλάψουν και θα υποφέρουν με την καταστροφή της Σαμάρειας αρχικά (απ’ τους Ασσύριους το 722 π.Χ.). Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ θ’ ακολουθήσει αργότερα απ’ τους Βαβυλώνιους το 586 π.Χ.

Γιατί, λοιπόν, αυτή η κρίση; Τι έκανε η Σαμάρεια και πρέπει να πληρώσει τόσο ακριβά; Ο Μιχαίας μας μιλά για την εκμετάλλευση που συμβαίνει εκεί, για την απληστία των ανθρώπων να αποκτήσουν περισσότερα και περισσότερα. Ξεγελούν ο ένας τον άλλον για το κέρδος. Αρπάζουν τις περιουσίες των ανθρώπων χωρίς καμία στενοχώρια, καταπιέζουν τις γυναίκες του λαού, και αυτά είναι μόνο λίγα παραδείγματα.

Η δύναμη που συνοδεύει αυτήν τη σπουδαία και πλούσια πόλη δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει τελικά την ψευδαίσθηση στον άνθρωπο ότι ο συνάνθρωπός του δεν είναι τίποτα το ιερό αλλά είναι αντικείμενο προς χρήση. Την ψευδαίσθηση ότι ο συνάνθρωπός του δεν έχει δημιουργό και Κύριο από πίσω του, αλλά είναι έρμαιο προς εκμετάλλευση στα δικά του τα χέρια. Δεν μπορεί παρά να μου θυμίσει τις πρόσφατες αποκαλύψεις για ανθρώπους με δύναμη και εξουσία, όπως ο Harvey Weinstein στο Hollywood, ο Bill Cosby, ο Kevin Spacey, οι οποίοι δεν δίστασαν να θεωρήσουν κτήμα τους και δικαίωμά τους να εκμεταλλευτούν άλλους ανθρώπους μόνο απλά επειδή μπορούσαν, επειδή δεν τόλμησε κανείς να αντισταθεί στη χειραγώγησή τους. Ο ίδιος ο κόσμος μας σήμερα, του 21ου αιώνα, δεν διστάζει να εξαγγείλει καταδίκη ενάντια σε τέτοιους ανθρώπους, πόσο μάλλον ο Θεός του οποίου δημιουργήματα είναι ο κάθε άνθρωπος που αδικείται και κτήμα του είναι η γη του Ισραήλ την οποία αρπάζουν με απληστία απ’ τον φτωχό. Πόσο μάλλον Αυτός θα φέρει κρίση στον λαό Του.

Πρόσφατα διαβάσαμε τις συνεντεύξεις που πήραν δημοσιογράφοι από κάποια απ’ τις εκατοντάδες μικρά κοριτσάκια που απαγάγουν οι Μπόκο Χαράμ στην Νιγηρία και που κατάφεραν να δραπετεύσουν. Μίλησαν για την εκμετάλλευση, τους βιασμούς, τη στράτευσή τους όπου με το ζόρι τις ζώνουν εκρηκτικά για να σκοτώσουν κόσμο στις αγορές, στους ναούς και στις πλατείες. Γιατί ο Θεός να μην είναι εξοργισμένος με αυτά; Τι δίνει στον άνθρωπο την ψευδαίσθηση ότι ο Θεός παραβλέπει τέτοια αίσχη; Γιατί μας ενοχλεί ένας οργισμένος Θεός; Γιατί να μην κράζει, δια στόματος του προφήτη του για παρόμοια καταπίεση ενάντια στις γυναίκες του λαού του; «Τὰς γυναῖκας τοῦ λαοῦ μου ἐξώσατε ἀπὸ τῶν τερπνῶν αὐτῶν οἴκων· ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῶν ἀφηρέσατε τὴν δόξαν μου διαπαντός» (Μιχ 2:9).

Ξαφνικά, μέσα σ’ αυτή την κοινωνική απελπισία των δύο πόλεων, ένα συναίσθημα που εύκολα μπορούμε να νιώσουμε ξοδεύοντας λίγα λεπτά παρακολουθώντας τις ειδήσεις του κόσμου, ή ανοίγοντας το Facebook, μέσα σ’ αυτήν την απόγνωση εισβάλλει μια παράξενη φωνή, μια φωνή από έναν άλλο κόσμο που κανείς δεν θα περίμενε, που τίποτα από τη γήινη εμπειρία του προφήτη, απ’ αυτά που παρατηρεί να γίνονται γύρω του δεν τον προετοιμάζει ούτε υπάρχει κάποια ελπιδοφόρα ένδειξη που να έβαλε αυτά τα εξωκόσμια λόγια στο στόμα του προφήτη. Μέσα σ’ αυτή τη μαυρίλα, λοιπόν, ακούγεται μια παράξενη διαφορετική φωνή στα δύο τελευταία εδάφια του κεφαλαίου 2: θα σε ξαναμαζέψω Ισραήλ, θα ξαναφέρω το υπόλοιπο σου πάλι στη στάνη μου. Ο βασιλιάς τους θα τους οδηγήσει έξω απ’ την πύλη, ο Κύριος θα είναι μπροστά επικεφαλής τους (παράφραση του 2:12-13).

Η εικόνα που δημιουργείται εδώ, είναι η εικόνα μιας νέας εξόδου, όπου το υπόλοιπο του λαού του Θεού, τώρα, θα βγει ξανά μέσα απ’ τις πύλες της ξένης πόλης στην οποία θα βρίσκεται εγκλωβισμένος για να οδηγηθεί στην ασφάλεια της ποίμνης του Κυρίου. Είναι ενδιαφέρον ότι αυτή η πόλη απ’ της οποίας τις πύλες θα εξέλθουν δεν ονομάζεται. Αρκετοί υποθέτουν ότι μιλά για τη Βαβυλώνα όπου ο λαός θα εξοριστεί και από την οποία κάποια στιγμή θα γίνει η επιστροφή προς την Ιερουσαλήμ, αλλά εδώ δεν αποκλείεται η πόλη απ’ την οποία τελικά θα εξέλθουν να είναι η ίδια η  αγαπημένη τους Ιερουσαλήμ. Γιατί; Επειδή η Ιερουσαλήμ συμβολίζει για τον Μιχαία την ίδια την αμαρτία. Θυμίζω ότι ήδη στο πρώτο κεφάλαιο και εδάφιο 5 ο προφήτης ονομάζει την Ιερουσαλήμ «αμαρτία» κατά τους Ο΄ ή «τόπο ειδωλολατρίας» κατά το εβραϊκό κείμενο. Επίσης, κάθε φορά που ο Μιχαίας αναφέρει πύλες πρόκειται γι αυτές της Ιερουσαλήμ (1:9, 12, 2:13), όχι κάποιας άλλης πόλης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έρχεται ο Θεός να φέρει έξοδο, όχι μόνο με τη γεωγραφική έννοια, αλλά με τη βαθύτερη έννοια, αυτή που πραγματικά καίει τον Μιχαία: έξοδο απ’ τη σφαίρα της κυριαρχίας της αμαρτίας που τους εγκλωβίζει. Αυτή, λοιπόν, η ξένη φωνή, η εξωκόσμια, έρχεται να διαβεβαιώσει όσους νιώθουν απελπισμένοι, ανήμποροι, παράλυτοι, καταπιεσμένοι μπροστά στο κακό του βιώματός τους ότι η σωτήρια ενέργεια του Θεού, αυτή που έρχεται απ’ τον ίδιο τον Θεό κι όχι από ανθρώπινο ηγέτη, είναι ικανή να δημιουργήσει μέλλον πέραν της κρίσης, πέραν της ανθρώπινης αμαρτίας και της εγωιστικής αλληλοεξόντωσης. Είναι ικανή να ανοίξει ορίζοντα εκεί που τα αδιέξοδα κλείνουν το πεδίο όρασης των παιδιών του Θεού.

Η Ιερουσαλήμ από άγια πόλη, μια πόλη του Θεού, κατάντησε μια πόλη του ανθρώπου, κτισμένη από χέρια αμαρτωλά και όχι εκείνα του Κυρίου. Λέει ο Μιχαίας σ΄αυτούς που την κυβερνούν: «Ἀκούσατε λοιπὸν τοῦτο, ἀρχηγοὶ τοῦ οἴκου Ἰακὼβ καὶ ἄρχοντες τοῦ οἴκου Ἰσραήλ, οἱ βδελυττόμενοι τὴν κρίσιν καὶ διαστρέφοντες πᾶσαν εὐθύτητα, οἱ οἰκοδομοῦντες τὴν Σιὼν ἐν αἵματι καὶ τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐν ἀνομίᾳ» (3:9-10). Η Ιερουσαλήμ, λοιπόν, η πόλη που ο Θεός διάλεξε έχει κτιστεί με αίμα και ανομία, αυτή είναι η πρώτη ύλη, επειδή κτίστηκε απ’ τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο. Γιατί να διαφέρει η ποινή της απ’ εκείνη των αρχαίων πόλεων, τα Σόδομα και τα Γόμορρα;

Γι αυτό εδώ, στο 3ο κεφάλαιο του Μιχαία, για πρώτη φορά στην ιστορία του Ισραήλ, τολμά κάποιος προφήτης να προαναγγείλει την καταστροφή της ιερής πόλης, της Ιερουσαλήμ, της πόλης που ο Θεός αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλη πόλη, όπως μας λένε οι Ψαλμοί (46, 48,76, 84, 87, 122). Η μεγαλύτερη βλασφημία που θα μπορούσε να ειπωθεί για τον Εβραίο. Ο Κύριος θα περάσει πάνω απ’ τη Σιών, την Ιερουσαλήμ δηλαδή, σαν άροτρο, και αυτό που θα μείνει θα είναι μόνο ένας σωρός από πέτρες (3:12). Η απόλυτη καταστροφή.

Προτού καν τελειώσει την πρότασή του, όπως μας έχει συνηθίσει ο Μιχαίας, εμφανίζεται μια νέα Ιερουσαλήμ, η πόλη των εσχάτων. Ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται αυτή η πόλη είναι σουρεαλιστικός, γεγονός που παραπέμπει στις πνευματικές της διαστάσεις. Προσέξτε περιγραφές: το όρος της πόλης θα είναι ψηλότερο απ’ όλα τα άλλα όρη (παρόλο που γνωρίζουμε ότι το όρος της κυριολεκτικής Ιερουσαλήμ στην Παλαιστίνη είναι πολύ χαμηλό). Στον ναό της θα τρέχουν όλοι να πάνε να προσκυνήσουν, από κάθε έθνος του κόσμου (4:1-2).

Γιατί, όμως; Τι το ιδιαίτερο θα έχει αυτή η καινούργια πόλη; Ποιες είναι οι αξίες εκείνες και τα ιδανικά που αυτή η πόλη συμβολίζει και πραγματώνει; Ο Μιχαίας μας λέει ότι εκεί οι άνθρωποι θα βρίσκουν δικαιοσύνη, θα συμφιλιωθούν, θα υπάρχει ειρήνη κι όχι πόλεμος, δεν θα υπάρχει φόβος. Εκεί θα μαζέψω, λέει ο Κύριος, τους συντετριμμένους, όσους ο κόσμος έχει απορρίψει, όσους πέρασα μέσα απ’ τη θλίψη. Αυτοί ακριβώς οι αδύναμοι θα είναι, λέει ο Κύριος, το υπόλοιπό μου, αυτούς που κανείς δεν υπολογίζει θα τους κάνω δικό μου λαό μέγα (4:3-8). Και ποιος θα τολμήσει να ηγηθεί σ’ αυτήν την νέα πόλη; Αυτή που έκτισαν με αίματα και αδικίες την προηγούμενη; Μιχαίας 4:7: «ὁ Κύριος θέλει βασιλεύει ἐπ αὐτοὺς ἐν τῷ ὄρει Σιών, ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.»

Μικρή Βηθλεέμ

Ωραία, θα μου πείτε. Η Βηθλεέμ, όμως, τι σχέση έχει μ’ αυτήν την νέα Ιερουσαλήμ; Η σχέση είναι αυτή: Η Ιερουσαλήμ μπορεί να οικοδομηθεί μόνο πάνω στους ώμους μιας ασήμαντης, μικρής και άγνωστης πόλης. Της Βηθλεέμ. Η εκπλήρωση του μεγαλειώδους αυτού προφητικού οράματος είναι άμεσα εξαρτημένη από την πιο ελάχιστη και ευκαταφρόνητη πόλη.

Μέχρι τώρα ίσχυε το αντίστροφο. Οι μεγάλες πρωτεύουσες, η Σαμάρεια και η Ιερουσαλήμ, αποφάσιζαν το πεπρωμένο των μικρών πόλεων που ήταν στα περίχωρά τους, των περιθωριακών πόλεων που χρησίμευαν μόνο για τους φόρους που μπορούσαν να δώσουν, που δεν είχαν φωνή ή εξουσία να αποφασίσουν οτιδήποτε. Τα αμαρτήματα των μεγάλων πόλεων εξαπλώνονταν σαν λοιμός και κατέστρεφαν τα περίχωρα, τις μικρές κι ασήμαντες πόλεις (1:8-16). Τώρα, όμως, όλα αντιστρέφονται. Η πολιτική δύναμη απέτυχε, η στρατιωτική δύναμη απέτυχε, η οικονομική δύναμη απέτυχε και τώρα βλέπουμε πού εδράζεται η πραγματική κυριαρχία. Η Βηθλεέμ θα σώσει την Ιερουσαλήμ, το μικρό γεννάει το μέγα: Καὶ σύ, Βηθλεὲμ Ἐφραθά, ἡ μικρὰ ὥστε νὰ ᾐσαι μεταξὺ τῶν χιλιάδων τοῦ Ἰούδα, ἐκ σοῦ θέλει ἐξέλθει εἰς ἐμὲ ἀνὴρ διὰ νὰ ᾐναι ἡγούμενος ἐν τῷ Ἰσραήλ· τοῦ ὁποίου αἱ ἔξοδοι εἶναι ἀπ ἀρχῆς, ἀπὸ ἡμερῶν αἰῶνος. (Μιχ 5:2)

Η Βηθλεέμ είναι μια τόσο ασήμαντη πόλη και παραπέμπει σε χρόνους παλιούς, τότε που ο Σαμουήλ την επισκέφθηκε, αν θυμάστε, και έψαχνε να βρει τον βασιλιά του Ισραήλ που ο Κύριος διάλεξε. Αυτή η ασήμαντη πόλη συμβολίζει κάποιον ακόμα πιο μικρό κι ασήμαντο. Ένα παιδί που ούτε οι δικοί του δεν τον υπολόγιζαν ως ισάξιο των αδελφών του και δεν τον είχαν καλέσει καν για να παρευρεθεί στη θυσία του Σαμουήλ. Στα ανθρώπινα μάτια, ακόμα και του ίδιου του πατέρα του, δεν ήταν δυνατόν ένα τόσο ασήμαντο νεαρό πλάσμα να είναι ο επόμενος βασιλιάς του Ισραήλ, αυτός που η καρδιά του Θεού εξέλεξε (1 Σαμ 16). Η Βηθλεέμ συμβολίζει το ασήμαντο μέσα στο οποίο κρύβεται η μεσσιανική βασιλεία.

Προσέξτε ότι ο Θεός τώρα μιλάει ο ίδιος και απευθύνεται ευθέως στη μικρή Βηθλεέμ και της λέει: Κι εσύ, μικρά, καθόλου ασήμαντη δεν είσαι. Μικρή μου, νομίζεις ότι είσαι ένα τίποτα; Και με μια του φράση συντρίβει όλα τα στερεότυπα του σημαντικού. Τι σχέση έχει ο πλούτος σου, τι σημασία έχει η φήμη σου, τι κι αν δεν σε υπολογίζει κανένας μέσα στον λαό μου; Οι αξίες αναποδογυρίζονται και ο Θεός βλέπει έναν κόκκο σινάπεως, κάτι μικρό που κανείς δεν το βλέπει και ετοιμάζεται τώρα να βλαστήσει, να σπάσει το χώμα, να εξέλθει απ’ τη γη της Βηθλεέμ ένα μικρό βλασταράκι και να υψωθεί ψηλότερα από κάθε άλλο δέντρο όπου θα σπεύσουν να κατασκηνώσουν όλα τα πουλιά του κόσμου στα κλαδιά του.

Η Βηθλεέμ θα κτίσει την Ιερουσαλήμ. Αυτό είναι το νόημα της προφητείας. Δεν μας πληροφορεί ο προφήτης για γεωγραφία. Μας πληροφορεί για το πρόγραμμα της βασιλείας και τις αξίες πάνω στις οποίες θεμελιώνεται αυτή η βασιλεία μέχρι σήμερα. Οι ασήμαντοι και οι μικροί κι οι ξεχασμένοι κι οι υποτιμημένοι, αυτοί είναι που έκτισαν και κτίζουν τη βασιλεία του Κυρίου. Η τρανή Ιερουσαλήμ, από τη Βηθλεέμ θα οικοδομηθεί. Αυτή είναι η πόλη που έχει σημασία τώρα για τη ροή της ιστορίας.

Από σένα, μικρή μου Βηθλεέμ, θα έρθει ο ηγούμενος του Ισραήλ, όχι μόνο επειδή ο Δαβίδ προέρχεται από κει αλλά επειδή ο Μεσσίας θα πραγματώνει αυτό ακριβώς το παράδοξο που συμβολίζει η Βηθλεέμ. Μην περιμένεις ότι θα μπορεί κάποιος ανθρωπίνως να φανταστεί ότι αυτός που γεννιέται είναι δυνατόν να είναι ο Μεσσίας του κόσμου. Κανείς δεν θα το υπολογίζει επειδή όλοι κοιτάμε στη φανταχτερή Σαμάρεια και στην ένδοξη Ιερουσαλήμ. Αυτές είναι οι πόλεις μας και τα μάτια μας είναι στραμμένα στις ανθρώπινες πόλεις, στους ηγέτες και τις κυβερνήσεις, στον πλούτο, στην καριέρα, στην επιτυχία. Κανείς δεν βλέπει τη Βηθλεέμ. Εκεί όπου ανυποψίαστα γεννιέται ο ηγούμενος του Ισραήλ, ο ηγούμενος του κόσμου όλου.

Και καθώς γεννιέται ο βασιλιάς του Ισραήλ, στον θρόνο της γήινης Ιερουσαλήμ συνεχίζει να κάθεται και να μαίνεται ο Ηρώδης. Βλέπετε; Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Τα πράγματα φαίνονται να είναι όπως ήταν πάντα. Καμία αλλαγή. Κάτω απ’ τα ανυποψίαστα μάτια του Ηρώδη, όμως, το βρέφος της Βηθλεέμ έχει ήδη ξεκινήσει το κτίσιμο της νέας πόλης, της νέας Ιερουσαλήμ, με τη γέννησή του.

Καθώς μπαίνουμε ακόμα μια χρονιά στην περίοδο των Χριστουγέννων, αυτό που μας ζητάνε ο Μιχαίας αλλά και ο Ματθαίος, είναι να διορθώσουμε τον φακό της αντίληψής μας. Πρόσεξε με τι εντυπωσιάζεσαι, πρόσεξε τι είναι αυτό που ζηλεύεις και επιθυμείς. Πρόσεξε μήπως υποτίμησες το μικρό και το ασήμαντο. Αν πιστεύεις ότι η ζωή σου ορίζεται απ’ τις αξίες της μεγάλης πόλης, απ’ τη δουλειά που θα κάνεις, από πόσα χρήματα βγάζεις, από τον άντρα σου ή τις επιτυχίες των παιδιών σου, σημαίνει ότι δεν πέρασες να προσκυνήσεις απ’ τη Βηθλεέμ ακόμα. Ή αν πέρασες κάποτε απ’ τη Βηθλεέμ, δεν κάθισες αρκετά εκεί για να οικειοποιηθείς το μήνυμά της, τις αξίες της και μάλλον χρειάζεται να επιστρέψεις. Αν νιώθεις μικρή, ασήμαντη, καταφρονημένη πάρε θάρρος, γιατί σε τέτοιους διαλέγει ο Μεσσίας να γεννηθεί και με τέτοιους κτίζει την πόλη του.

Advertisements

Το Κλάμα της Ραχήλ

Rachel2Η εξουσία, ειδικά όταν είναι παράνομη, έχει τον τρόπο της να χειρίζεται καταστάσεις με ύπουλο τρόπο, με χρηματισμό κι εξαπάτηση. Τέτοιος ήταν κι ο Ηρώδης ο γνωστός, των πρώτων Χριστουγέννων. Ο ιστορικός Ιώσηπος δεν μας τον περιγράφει με τα καλύτερα λόγια, αλλά μας πληροφορεί πως τον ίδιο τον θρόνο του τον απέκτησε με δωροδοκία προς τον Αντώνιο της Ρώμης προκειμένου να δολοφονήσει τον πολιτικό αντίπαλό του Αντίγονο και να διοριστεί ο ίδιος τέτραρχος της Γαλιλαίας («ταῦτα φοβούμενος πολλοῖς χρήμασι πείθει τὸν Ἀντώνιον ἀνελεῖν Ἀντίγονον» Ιώσηπος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία 14.490).

Η εικόνα στο ευαγγέλιο του Ματθαίου δεν διαφέρει και πολύ, ειδικά στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται την επικείμενη απειλή ενάντια στην εξουσία του. Ακούει για την αναζήτηση των μάγων κι η ανασφάλεια της εξουσίας τον κυριεύει. Κινεί γη και ουρανό να μάθει ποιος τον απειλεί κι από πού προέρχεται. Υπογείως («λάθρᾳ», Ματθ 2:7), καλεί τους μάγους για πληροφορίες χωρίς να φανερώσει τις αληθινές προθέσεις του, προσποιούμενος ότι συμμερίζεται τη μεσσιανική προσδοκία του λαού του. Γνωρίζει ότι ο ίδιος δεν προέρχεται απ’ τη Δαβιδική γενιά, ότι ο θρόνος ανήκει νομίμως σε άλλον, επομένως ξεκινά η επιστράτευση των όπλων της «ανασφάλειας» για να κατοχυρώσει την «καρέκλα» του.

Πρώτα απ’ όλα, η ψευδοταπεινοφροσύνη! Όλα τα τεχνάσματα του γίνονται – μα για ποιον άλλο λόγο; Για να τρέξει να προσκυνήσει κι αυτός: «ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ» (Ματθ 2:8). Σίγουρα, το ίδιο «θεοσεβούμενο» ενδιαφέρον θα χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα μπροστά στους αρχιερείς και τους γραμματείς τους οποίους ρωτούσε για τις μεσσιανικές προφητείες. Ταυτόχρονα, όμως, ακονιζόταν «κρυφίως» η μάχαιρά του, το δεύτερό του όπλο: ο θάνατος.

Η «υπόγεια» συμπεριφορά του, όμως, δεν μπορεί να ελέγξει μια πολύ βαθύτερα κρυμμένη δύναμη που ενεργείται εν αγνοία του. Μια φωνή παρασκηνίων που μετακινεί ανθρώπους στη σκακιέρα της ιστορίας (τους μάγους, τον Ιωσήφ και τη Μαρία) κρατώντας πάντοτε προστατευμένη την εγκυμονούσα απειλή που σαμποτάρει τις φονικές φιλοδοξίες των μεγάλων. Αυτή δεν πεθαίνει. Ο Ηρώδης, συνειδητοποιώντας ότι εξαπατήθηκε – πληρώθηκε δηλαδή με το ίδιο νόμισμα κατά κάποιον τρόπο – οργίσθηκε και προχώρησε προς το τερατούργημα της βρεφοκτονίας στη Βηθλεέμ. Τίποτα δεν φαίνεται να μεσολαβεί ανάμεσα στην οργή του και στον φόνο, αλλά ταυτίζονται, συμβαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα, χωρίς να διαφέρουν καθόλου απ’ την εξαγρίωση ενός αιμοβόρου ζώου.

Και τώρα, η τραγωδία του απόλυτου εκτροχιασμού της ανθρώπινης εξουσίας καταλήγει πάντοτε στην κραυγή της μάνας, όπως τότε έτσι και σήμερα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη έκφραση απελπισίας απ’ τον μητρικό θρήνο, το μοιρολόι που ηχεί μέσα στους αιώνες, απ’ τη μάνα που θρηνεί τα σφαγιασμένα της παιδιά στον πόλεμο, στον βομβαρδισμό, στον πνιγμό της βίαιης μετανάστευσης, στο ξερίζωμα του μέλλοντος πριν αυτό καν ξεκινήσει:

τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν διὰ Ἰερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος·

φωνὴ ἐν Ῥαμὰ ἠκούσθη,

κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς·

Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς,

καὶ οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι,

ὅτι οὐκ εἰσίν.

(Ματθ 2:17-18)

Η Ραχήλ είναι η κάθε μάνα που κλαίει και αρνείται οποιαδήποτε παρηγοριά. Η Ραχήλ, η μητριάρχις του Ισραήλ και συγκεκριμένα μητέρα του Ιωσήφ και του Βενιαμίν, θεωρείται ότι τάφηκε εκεί κοντά στη Βηθλεέμ, όπου έγινε η σφαγή (βλ. Γεν 35:19, 1 Σαμ 10:2). Η μητριάρχις που κλαίει για τα παιδιά της, είναι μια εικόνα δανεισμένη απ’ τον προφήτη Ιερεμία (31:15 [Ο΄ 38:15]), όπως μας λέει κι ο Ματθαίος. Στον Ιερεμία βλέπουμε ότι η Ραμά ήταν ο τόπος όπου μαζεύτηκαν οι αιχμάλωτοι πριν να εξοριστούν στη Βαβυλώνα (40:1), κοντά στην περιοχή του τάφου της Ραχήλ. Μ’ άλλα λόγια, ξυπνά η πρόγονος του Ισραήλ και κλαίει απ’ τον τάφο της απαρηγόρητη, σαν τη φωνή του αίματος του Άβελ μέσ’ απ’ το χώμα, καθώς γίνεται μάρτυρας της καταστροφής των απογόνων της.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το ποίημα προέρχεται από το βιβλίο των παρηγορητικών λόγων του Ιερεμία προς τον λαό Ισραήλ (30:1-31:40). Αυτό είναι παράδοξο αν σκεφτεί κανείς ότι η Ραχήλ δεν θέλει να παρηγορηθεί «οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι». Ο θρήνος της Ραχήλ προκαλείται απ’ την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και την εξορία μιας σημαντικής μερίδας του λαού στη Βαβυλώνα. Τα παιδιά της χάνουν τον τόπο τους, χάνουν τον ναό τους, το έμβλημα της μοναδικής τους ταυτότητας ως λαός Θεού. Περιφέρονται στα συντρίμμια της πόλης του Δαβίδ, μιας πόλης που γνώρισε μεγαλεία αλλά τώρα γονατίζει μπροστά στους δυνάστες της με συντριμμένη κάθε ελπίδα. Που είναι ο ηγέτης τους; Ποιος θα τους μαζέψει πάλι στη γη τους, ποιος θα καταφέρει άραγε ν’ αλλάξει τον θρήνο σε τραγούδι τώρα που φεύγουν όλοι πρόσφυγες; Ο Ιερεμίας, όμως, αναφέρει το κλάμα της Ραχήλ για να το αντιστρέψει, για να δείξει ότι αυτό το κλάμα είναι ο πρόλογος του οποίου η αποκατάσταση έπεται κι ότι ο Θεός τους εγγυάται την επιστροφή και την ίαση στον λαό Του.

Από το κεφάλαιο 30 ο Ιερεμίας αναγνωρίζει στον λαό ότι η θλίψη τους θα είναι τόσο μεγάλη αλλά παρόλα αυτά θα επιβιώσουν μέσα απ’ αυτήν. Δεν θα νικηθούν, δεν θα εξαλειφτούν (30:7). Ο Κύριός τους θα συντρίψει τον ζυγό που τους επέβαλαν οι ξένοι (30:8). Πράγματι, δεν υπάρχει παρηγοριά για το βάσανό τους. Δεν υπάρχει φάρμακο και θεραπεία για τέτοιες πληγές που υπέστηκαν και κανείς δεν μπορεί να τους σώσει ούτε απ’ τον εχθρό αλλά ούτε απ’ τους ίδιους τους εαυτούς τους και τα δικά τους αμαρτήματα (30:12-15). Μέσα στην απελπισία που νιώθουν, έρχεται όμως κι η υπόσχεση ότι «ο ηγέτης τους θα είναι ένας απ’ αυτούς!» Θα βιώνει τον πόνο τους; Θα είναι το ίδιο ταλαιπωρημένος και ταπεινωμένος; Θα τους κατανοεί πλήρως ώστε να μπορεί να πλησιάσει τον Θεό ως μεσίτης τους (30:21);

Η Ραχήλ αρνείται να παρηγορηθεί αλλά ο Ιερεμίας την καθησυχάζει με το όραμα της μελλοντικής αποκατάστασης. Για τον Ματθαίο το κλάμα της Ραχήλ συμπληρώθηκε κάτω απ’ το φονικό χέρι της ρωμαϊκής μαριονέτας, τον Ηρώδη. Το ρηθέν του Ιερεμία εκπληρώθηκε. Ήρθε η ώρα της να παρηγορηθεί για τον χαμό των παιδιών της μέσα από μια γέννηση. Ο θάνατος του παιδιού απαντάται με τη γέννηση παιδιού. Αλλά πώς μπορεί η γέννηση ενός παιδιού να φέρει πίσω το δικό της;

Κακά τα ψέματα, μόνο η ανάσταση είναι παρηγοριά για τη θρηνούσα μάνα. Η ανάσταση είν’ η μόνη δικαιοσύνη που δεν ξευτιλίζει τον πόνο και αρνείται να εξαγοράσει με φτηνά υποκατάστατα τον χαμό τόσων παιδιών, των «μικρών τούτων» στους οποίους δικαίως είπε ο Ιησούς ότι ανήκει η βασιλεία των Ουρανών (Ματθ 19:14). Ναι, δεν υπάρχει φάρμακο και θεραπεία για τον θρήνο της Ραχήλ και της κάθε Ραχήλ. Αρνούμαστε να παρηγορηθούμε ακόμα και με την κατοχή μιας γης και μιας πατρίδας η οποία ποτίστηκε μ’ αθώο αίμα. Θέλουμε άλλη γη, καθαρή, πλυμένη, εξαγνισμένη, αναδημιουργημένη. Δεν είμαστε τρελοί που απαιτούμε μια δικαιοσύνη που ακόμη δεν παράχθηκε ανθρωπίνως από κανένα κόμμα κι από καμιά κυβέρνηση. Ο θάνατος δεν πληρώνεται με θάνατο. Μόνο με γέννηση θα πληρωθεί, μια γέννηση που θα καταπιεί κι αυτόν τον ίδιο τον θάνατο. Θα μπορούσαμε, σαφώς, να γίνουμε «ρεαλιστές» και να συμβιβαστούμε με μικρές κοινωνικές αναδιαρθρώσεις, αλλά το έλλειμα θα παραμένει πάντοτε και οφείλουμε να το αρθρώνουμε. Το κλάμα της μάνας δεν μπορεί κανείς να το πνίξει. Πώς να παρηγορήσεις τη Σύρια μάνα; Μ’ έναν υπνόσακο; Μ’ ένα καρβέλι ψωμί; Μ’ ένα στρώμα στον προσφυγικό καταυλισμό; Όχι, «οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι» και καλά κάνει. Γιατί ο κόσμος αυτός πρέπει να γεννηθεί ξανά κι αυτός που θα ηγηθεί πρέπει να έχει περάσει, τουλάχιστο, μέσα απ’ την κόλαση.

Ησύχασε Ραχήλ, κάτι γεννιέται….