Ευαγγέλιο και Οικονομική Απειλή

greedΑπ’ τις απαρχές του ο Χριστιανισμός ήταν αρκετά ενοχλητικός. Ένας απ’ τους κυριότερους λόγους ήταν επειδή ήταν ζημιογόνος σε διάφορες κερδοφόρες επιχειρήσεις της εποχής ασύμβατες με την ελευθερία του Πνεύματος του ευαγγελίου.

Απ’ την αρχή μπορούμε να δούμε πως η διακονία του Ιησού μπορούσε κατά καιρούς να γίνει απειλητική για την οικονομική ευημερία των κατοίκων μιας περιοχής. Έχουμε, για παράδειγμα, τη θεραπεία του δαιμονισμένου στη χώρα των Γερασηνών. Πρωταρχικό μέλημα του Ιησού ήταν η απελευθέρωση του βασανισμένου αυτού ανθρώπου και η επανενσωμάτωσή του στην κοινωνία από την οποία ήταν για χρόνια αποκλεισμένος και «ακάθαρτος» («ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς μνήμασιν» [Λουκ 8:27]). Μπροστά στην προοπτική της απελευθέρωσης δεν χωράνε υπολογισμοί για το συμφέρον της κοινότητας ή για την πιθανή οικονομική επιβάρυνση που μπορεί αυτό να επιφέρει. Πράγματι, το κόστος για τη συγκεκριμένη ολική απελευθέρωση του δαιμονισμένου ήταν η καταστροφή μιας ολόκληρης αγέλης χοίρων (8:33) αδιαμφισβήτητα αναγκαίας για την τοπική οικονομία. Η αντίδραση της κοινότητας μπροστά στη θέα του θεραπευμένου συνάνθρωπού τους δεν ήταν χαρά και ανακούφιση αλλά φόβος. Κι αυτός δεν ήταν φόβος Θεού, θετικός φόβος δηλαδή που θα οδηγούσε σε πίστη και μετάνοια, ούτε φόβος για το φαινόμενο του εξορκισμού, γιατί οι εξορκισμοί ήταν συνηθισμένοι στην εποχή τους. Ήταν, μάλλον, φόβος για τον τρόπο με τον οποίο είχε γίνει η απελευθέρωση («ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς» [8:36]), για την οικονομική ζημιά ή άλλες τέτοιες ζημιές πιθανές να επέλθουν από τη συνεχιζόμενη διακονία του Ιησού ανάμεσά τους. Προτίμησαν να τον διώξουν μακριά (8:37).

Με παρόμοιο τρόπο και η διακονία του Παύλου ανάμεσα στους εθνικούς αποτέλεσε οικονομική απειλή. Στις Πράξεις 19:23-41 βλέπουμε τον Δημήτριο, ο οποίος ήταν κατασκευαστής αργυρών ναών της Αρτέμιδος, να απειλείται οικονομικά από τη διδασκαλία εναντίον των ειδώλων. Ο λόγος του ξεσηκωμού του δεν ήταν καθόλου θεολογικός, παρόλο που η ρητορεία του ποντάρει στο θρησκευτικό θυμικό του όχλου («Ἀκούσαντες δὲ καὶ γενόμενοι πλήρεις θυμοῦ ἔκραζον λέγοντες· μεγάλη ἡ Ἄρτεμις Ἐφεσίων» (19:28). Συχνά, η ανησυχία για το οικονομικό κέρδος των διωκτών των χριστιανών είναι αυτό που κρύβεται πίσω από άλλες προφάσεις. Ο Δημήτριος δεν ήθελε με τίποτα να ασπαστεί μια αλήθεια που θα διακύβευε το συμφέρον της εξαιρετικά κερδοφόρας επιχείρησής του («παρείχετο τοῖς τεχνίταις οὐκ ὀλίγην ἐργασίαν» [19:24]).

Το περιστατικό, όμως, που με ενδιαφέρει περισσότερο απ’ όλα και θεωρώ ότι είναι άμεσα σχετικό με τη διακονία της Νέας Ζωής ενάντια στη σωματεμπορία, είναι το παράδειγμα της απελευθέρωσης της δούλης η οποία είχε «πνεῦμα πύθωνα» (Πράξ 16:16-24). Ήταν δηλαδή μάντης. Απ’ τον αρχαίο ιστορικό Πλούταρχο μαθαίνουμε ότι Πύθωνες ονομάζονταν οι μάντεις της εποχής οι οποίοι θεωρούνταν κατειλημμένοι απ’ το πνεύμα κάποιας θεότητας το οποίο μιλούσε μέσα απ’ το δικό τους στόμα (Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων, 414Ε).

Συχνά σ’ αυτή την περικοπή οι μελετητές αλλά και οι κήρυκες δίνουν τη μέγιστη προσοχή στα λόγια της δούλης σχετικά με τη διακονία του Παύλου και του Σίλα: «οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδὸν σωτηρίας» (Πραξ 16:17). Όσο σημαντικά κι αν είναι αυτά, δεν πρέπει να παραβλέπονται άλλες εξίσου σημαντικές και διαφωτιστικές λεπτομέρειες της περικοπής, η οποίες είναι απολύτως σχετικές με τη σύγχρονη διακονία ενάντια στη σωματεμπορία.

Πρώτον, ας μην κολλήσουμε στην επιφάνεια της οποιασδήποτε δαιμονοληψίας ή μαντικής ικανότητας, αλλά ας πάμε βαθύτερα να δούμε ότι αυτό που ουσιαστικά παρατηρούμε είναι η άρνηση ή ακύρωση της προσωπικότητας αυτού του κοριτσιού. Οι πνευματικές διαστάσεις της κατάστασής της είναι τέτοιες που την καθιστούν ανίκανη ν’ απελευθερωθεί με τις δικές της δυνάμεις και μάλλον ούτε η ίδια δεν έχει καν συναίσθηση της ύπαρξης κάποιου εναλλακτικού τρόπου ζωής. Λειτουργεί μόνο ως σώμα, ως εργαλείο, υποχείριο των αφεντικών της, οι οποίοι βολεύονται οικονομικά με πλούσια κέρδη από την ολική εξαθλίωση αυτής της προσωπικότητας. Το κείμενο ευθύς εξαρχής φροντίζει να μας ενημερώσει γι αυτή τη σημαντική λεπτομέρεια, δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο το πλαίσιο ερμηνείας: «ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχεν τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη» (Πραξ 16:16).

Στις μέρες μας η πιο προσοδοφόρα μορφή δουλείας είναι η σεξουαλική δουλεία. Οι «κύριοι» των κοριτσιών που επωφελούνται από την υποδούλωσή τους είναι οι σωματέμποροι, οι «λαδωμένοι» δικηγόροι, οι δικαστές και όσοι άλλοι χρηματίζονται για να κάνουν τα στραβά μάτια, διαιωνίζοντας έτσι τα δεσμά των κοριτσιών. Η υποδούλωσή τους συχνά ενισχύεται μέσω ναρκωτικών ουσιών, αλκοόλ, ακόμα και μέσω τελετουργιών μαγείας σε κάποιες εθνικότητες. Ένα ευαγγέλιο ελευθερίας και αποκατάστασης του ανθρώπου στην ολότητά του είναι ριζικά αντίθετο στα οικονομικά συμφέροντα αυτών των ανθρώπων.

Δεύτερον, όπως ενήργησε και ο Ιησούς στην περίπτωση των Γερασηνών, ο απόστολος Παύλος δεν συνδιαλέγεται ούτε ζυγίζει το κόστος της απελευθέρωσης ενός ανθρώπου. Δεν λειτουργεί ωφελιμιστικά προτιμώντας το συμφέρον των πολλών υπέρ του ενός. Αμείλικτα και χωρίς δεύτερη σκέψη εναντιώνεται στα δαιμονικά δεσμά του κοριτσιού και την απελευθερώνει: «παραγγέλλω σοι ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾽ αὐτῆς· καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ» (Πραξ 16:18).

Το «ἐξῆλθεν» εδώ είναι σημαντικό. Στην περικοπή μας το ρήμα «εξέρχομαι» απαντάται τρεις φορές και είναι ενδιαφέρον να δούμε τι ακριβώς είναι αυτό που «εξέρχεται». Μα φυσικά είναι προφανές ότι η αναφορά είναι στο πνεύμα «πύθωνα» το οποίο κατοικούσε εντός του κοριτσιού. Ναι, αλλά αυτό που ο Παύλος αφαιρεί και αυτό που ουσιαστικά εξέρχεται δια ονόματος Ιησού Χριστού εξηγείται στο αμέσως επόμενο εδάφιο, το 19: «ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν….» Αυτοί οι άνθρωποι δεν είδαν να αφαιρείται ένα δαιμόνιο, δεν είδαν απελευθέρωση, αλλά είδαν να αφαιρείται η ίδια τους η ζωή. Να αφαιρείται η μόνη τους ελπίδα που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τα δεσμά ενός άλλου ανθρώπου. Το δαιμόνιο ή ακάθαρτο πνεύμα το οποίο «εξήλθε» δεν ήταν απλά ένα υπερφυσικό αόρατο ον. Το πνεύμα που αφαιρέθηκε ήταν κάτι πολύ περισσότερο, πολύ πιο ύπουλο. Ήταν η προσωποποιημένη εναλλακτική ελπίδα αυτού του κόσμου, η οποία ενεργεί, θέλγει και υπόσχεται ζωή. Η δύναμη αυτού του πνεύματος έγκειται στο γεγονός ότι ταυτίζεται, διατηρείται, συντηρείται από αυτή την εναλλακτική ελπίδα του ανθρώπου, την εξάρτησή του από το κέρδος, το χρήμα. Η διακονία του Παύλου ήταν και σ’ αυτή την περίπτωση ένα τεράστιο χτύπημα, παρά τον άμεσο κίνδυνο για την ίδια του τη ζωή, στην κινητήρια δύναμη, στην αόρατη αυτή εξουσία που κρατά τους ανθρώπους υπόδουλους όσο και μια κατάληψη από ακάθαρτο πνεύμα: στο χρήμα.

Η διακονία της Νέας Ζωής, όπως ήταν και οι διακονίες του πρώιμου χριστιανισμού, είναι συχνά ενοχλητική και απειλητική στα τεράστια κέρδη των διακινητών ανθρώπων και όσων συνεργάζονται μαζί τους. Αλλά, με το ίδιο σθένος ποτέ δεν θα ζυγίσουμε την αναστάτωση που θα φέρει η διακονία μας σε αυτούς που απομυζούν τις ζωές των κοριτσιών. Παρά τους πιθανούς κινδύνους μιας τέτοιας διακονίας, παρά την «ενόχληση», δεν θα διστάσουμε ούτε λεπτό να «εκβάλλουμε» καταπιεστικές εξανδραποδιστικές εναλλακτικές ελπίδες ασύμβατες με το ευαγγέλιο του Χριστού.

* Εκδόθηκε από την εφημερίδα της Νέας Ζωής, Σωματείου Στήριξης και Αποκατάστασης Εκδιδόμενων Ατόμων, «Το Φωτάκι», Αύγουστος 2015.

Συντάκτης εφημερίδας: Δημήτρης Κοντόπουλος.

Advertisements

Γυναίκα ενώπιον Χριστού

pieta

For English read here.

(Σκέψεις που μοιράστηκα στην εκδήλωση του Πολιτιστικού Συλλόγου Καρυάς Τήνου, «Γυναίκα και Επιλογές»
3 Αυγούστου 2014)

Τι σημαίνει θρησκευτικό βίωμα για τη σύγχρονη γυναίκα;

Στις μέρες μας ο κόσμος μιλάει πολύ για πνευματικότητα. Όχι μόνο αυτοί που ασπάζονται μια θρησκεία αλλά ακόμα και αγνωστικιστές ή αθεϊστές λένε ότι ο άνθρωπος έχει μέσα του την αίσθηση του υπερβατικού, αναγνωρίζει κάτι πέραν απ’ τον ίδιο του τον εαυτό. Οι αθεϊστές, όμως, δεν ταυτίζουν αυτή την αίσθηση με την ύπαρξη κάποιου αντικειμένου το οποίο να ανταποκρίνεται απαραίτητα στην τάση αυτή του ανθρώπου για δέος, λατρεία, υπέρβαση του εαυτού. Θεωρούν ότι αυτή η ανθρώπινη εσωτερική «δίψα» είναι μέρος της βιολογίας μας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο είμαστε φτιαγμένοι.

Όταν όμως μιλάμε για θρησκευτικό βίωμα—όχι για μια ακαθόριστη πνευματικότητα—είμαστε αναγκασμένοι να ορίσουμε το περιεχόμενο αυτού του βιώματος. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο ερμηνεύεται, αν θέλετε, η έκφραση της πνευματικότητάς μας.

Η ανάγκη για τον καθορισμό του περιεχομένου της πίστης απωθεί αρκετούς ανθρώπους κάνοντάς τους να νιώθουν ότι περιορίζονται σε δόγματα άκαμπτα, απαρχαιωμένα, απόλυτα. Ακόμα, πολλοί θεωρούν ότι δεν μπορεί να έχει κάθε άνθρωπος πρόσβαση σ’ αυτά, στις δύσβατες θεολογικές έννοιες δηλαδή, και στην πολύπλοκη φιλοσοφική σκέψη που απαιτείται για τη μελέτη τους. Τους φαίνονται ελιτιστικά. Υπάρχει μια δόση αλήθειας σ’ αυτή την ανησυχία. Στο κάτω κάτω η Βίβλος δεν είναι μια λίστα δογματικών θέσεων κάτω από την οποία πρέπει ο πιστός να υπογράψει, λες και υπογράφει συμβόλαιο, αλλά είναι κυρίως μια ιστορία. Μια αφήγηση που προηγείται του δόγματος. Μάλλον, είναι πολλές αφηγήσεις κεντημένες μαζί σε μία μεγάλη αφήγηση. Μια αφήγηση προσβάσιμη σε μικρούς και μεγάλους, σε αγράμματους και σε διανοούμενους.

Αν ορίσουμε κάτω απ’ αυτό το φως τώρα το θρησκευτικό βίωμα, και συγκεκριμένα το χριστιανικό βίωμα, πρέπει να πούμε, μαζί με τον θεολόγο Stanley Hauerwas, ότι το θρησκευτικό βίωμα δεν είναι τίποτα άλλο, ή δεν πρέπει να είναι τίποτα άλλο, από την ικανότητά μας να ακούμε την αφήγηση του Θεού της Βίβλου και να ζούμε με έναν τρόπο πιστό κι αφοσιωμένο σ’ αυτήν την αφήγηση. Να ζωντανέψει η αφήγηση στην καθημερινότητά μας, να μας δώσει το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπουμε τη ζωή μας.

Μια συγκλονιστική ιστορία στο Κατά Λουκάν ευαγγέλιο μιλάει για το βίωμα μιας γυναίκας στο πρόσωπο της οποίας διαγράφονται οι πιο επίπονες εμπειρίες που θα μπορούσε να έχει μια μάνα και μια σύζυγος. Καθώς ο Ιησούς πορεύεται προς την πόλη Ναΐν, βλέπει ανθρώπους να κουβαλάνε έξω απ’ τις πύλες της πόλης έναν νεκρό άντρα. Ο Ιησούς μαθαίνει ότι αυτός ο άντρας ήταν ο μοναχογιός μιας χήρας, μιας γυναίκας που μένει τώρα δίχως κανένα στήριγμα, ούτε σύντροφο ούτε παιδί. Μπροστά σ’ αυτό το θέαμα ο Ιησούς δεν μένει ανεπηρέαστος. Το ευαγγέλιο μας λέει: «…καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾽ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ• μὴ κλαῖε.» (Λουκ 7:13)

Η αφήγηση τοποθετεί τον Χριστό μπροστά στη γυναίκα, ενώπιον του πόνου της. Τη συναντά μέσα στην ασήκωτη καθημερινότητα του χαμού, της απώλειας, της έλλειψης, της ανάγκης. Την βλέπει, την παρακολουθεί, βαδίζει προς το μέρος της, ταυτίζεται μαζί της. Την σπλαχνίζεται. Εδώ ακριβώς, αυτό το σημείο της αφήγησης, είναι το έδαφος στο οποίο μπορεί να ριζώσει το θρησκευτικό βίωμα της γυναίκας αυτής, και κάθε γυναίκας που προχωρά συχνά λαβωμένη μέσα στο ταξίδι του βίου.

Ποιο ακριβώς είναι αυτό το έδαφος της χριστιανικής αφήγησης στο οποίο μπορεί να πατήσει η γυναίκα σήμερα; Τι στήριγμα προσφέρει μια ιστορία σαν αυτή της χήρας από την Ναΐν, μια από τις τόσες ιστορίες της χριστιανικής αφήγησης;
Θεωρώ ότι το πιο σημαντικό στήριγμα για τη γυναίκα σήμερα είναι αυτό το αγκάλιασμα της κατανόησης, της συμπόνιας, της αγάπης, της αποδοχής και της ταύτισης του Κυρίου μ’ αυτήν, με το βάρος της, με τις πληγές της, με τους φόβους και τις ανασφάλειές της: «ὁ κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾽ αὐτῇ.»

Η γυναίκα σήμερα ζει σε έναν κόσμο όπου συνεχώς «βαθμολογείται» για τις επιδόσεις της. Πρέπει να διατηρεί ένα ωραίο σώμα σαν αυτά με τα οποία βομβαρδίζεται στις τηλεοράσεις και στα περιοδικά. Πρέπει να είναι υπόδειγμα καλής μητέρας, παρέχοντας στα παιδιά της ό,τι και οι άλλες μητέρες αγοράζουν στα δικά τους παιδιά. Πρέπει να είναι η άψογη σύζυγος και να δίνει την εικόνα ενός γάμου χωρίς προβλήματα προς τους έξω. Κάποιες φορές, ακόμα, πρέπει να φαίνεται ως μια ολοκληρωμένη και ανεξάρτητη φεμινίστρια, προσπαθώντας απεγνωσμένα να πείσει τον εαυτό της ότι είναι πολύ δυνατή για να χρειάζεται τη βοήθεια κάποιου ανθρώπου δίπλα της.

Η γυναίκα σήμερα είναι κουρασμένη, στραγγισμένη. Δεν χρειάζεται να κουβαλάει στους ώμους της ακόμα ένα βάρος, ακόμα μια υποχρέωση, ακόμα μια απαίτηση καλών επιδόσεων—αυτή τη φορά θρησκευτικών επιδόσεων μπροστά σ’ ένα θείο ακροατήριο. Δεν είναι αυτή η χριστιανική αφήγηση, δεν μιλάμε για ένα φορτίο θρησκευτικών υποχρεώσεων.

Όταν ο προφήτης Ησαΐας περιγράφει τη θρησκεία της Βαβυλώνας παρουσιάζει τον λαό της Βαβυλώνας να κουβαλάει όλο το βάρος των θεών του μαζί του στην αιχμαλωσία. Λέει στο κεφάλαιο 46:1-2: «΄Επεσε ο Βηλ, συντρίφτηκε ο Νεβώ! Τα είδωλά τους τα ΄βαλαν πάνω στα ζώα, στα υποζύγια• τα φόρτωσαν πάνω στα κουρασμένα από το βάρος κτήνη. 2 Σκύβουν όλα και γονατίζουν, δεν μπορούν να διασώσουν το φορτίο, κι αυτά μαζί οδηγούνται στην αιχμαλωσία.» Η εικόνα εδώ δείχνει θεούς που δεν μπορούν να κουβαλήσουν, όχι μόνο τους πιστούς τους, αλλά ούτε τους ίδιους τους εαυτούς τους. Είναι ανήμποροι να αναπαύσουν τον λαό γιατί είναι οι ίδιοι εξαρτημένοι απ’ τον λαό. Ρίχνουν το βάρος τους πάνω στο λαό τους. Γι αυτό συνεχίζει ο Ησαΐας επιμένοντας ότι, αν πρόκειται να ακολουθείς έναν Θεό, αυτός ο Θεός πρέπει να είναι ικανός να σε αναπαύει, να βλέπει το βάρος σου, να σε κουβαλάει αυτός. Γράφει στο κεφ. 46:3: «λέει ο Κύριος: Εγώ σας φρόντισα απ’ την κοιλιά της μάνας σας και σας ανέλαβα απ’ τη στιγμή που ήρθατε στον κόσμο. 4 Ωσότου να γεράσετε, εγώ θα παραμένω ο ίδιος, κι ωσότου ασπρίσουν τα μαλλιά σας, εγώ θα σας κρατώ. Εγώ σας έφτιαξα κι εγώ θα σας φροντίζω• βοήθεια θα σας δώσω και λυτρωμό.»

Η βοήθεια δεν είναι η θαυματουργική εξαφάνιση των προβλημάτων, των προκλήσεων της σύγχρονης γυναίκας. Δεν είναι ο «από μηχανής Θεός». Είναι ο ενσαρκωμένος Θεός. Ο Θεός δηλαδή που έπαθε, που γεύτηκε τον πόνο, που ταυτίζεται με τη γυναίκα, που κοινωνεί στη θλίψη της, στη σάρκα της, στις απώλειές της. Είναι ο Κύριος της αφήγησής που βλέπει τη χήρα, που πορεύεται προς αυτήν εν μέσω κηδείας του μονάκριβου παιδιού της και τη σπλαχνίζεται.

Πώς μπορεί η γυναίκα που βιώνει τον Θεό εντός μιας τέτοιας αφήγησης να είναι πιστή στην αλήθεια αυτής της αφήγησης; Το θρησκευτικό βίωμα δεν είναι ατομικιστικό. Μπορεί η θρησκευτική εμπειρία να είναι ιδιωτική αλλά, αν είναι αυθεντική, δεν μπορεί να παραμείνει ιδιωτική.

Εδώ δεν μιλάμε για την υποχρέωση της γυναίκας προς τον Θεό, δεν μιλάμε για μια προσδοκία ανταπόδοσης, δεν μιλάμε για ηθικό καθήκον. Μιλάμε για πλεόνασμα αγάπης. Ο θεολόγος και ποιητής Christian Wiman λέει «η σιωπή είναι η γλώσσα της πίστης. Η πράξη—στην εκκλησία, στη φιλανθρωπία, στην πολιτική, στην ποίηση—είναι η μετάφραση.» Αν το θρησκευτικό βίωμα δεν μεταφραστεί, παραμένει νεκρό γράμμα.

Η σταυρική προσφορά της θείας αγάπης παράγει στον παραλήπτη περισσεύματα, σαν αυτά απ’ το θαύμα με τα ψωμιά και τα ψάρια. Περισσεύματα που χορταίνουν και τον άλλο, τον πλησίον. Κι εδώ είναι που το θρησκευτικό βίωμα της γυναίκας υπερβαίνει τον εαυτό. Βγαίνει έξω απ’ την περιοχή ασφαλείας, πατάει έξω απ’ την βάρκα πάνω σε απειλητικά κύματα. Ρισκάρει για να συναντήσει αυτή τώρα τον πόνο του άλλου, να πορευθεί αυτή προς στον πληγωμένο, στον πεινασμένο, στον πενθούντα. Και έτσι, μ’ αυτό τον τρόπο η αφήγηση ζει μέσα της, συνεχίζεται μέσα στο χρόνο. Θρησκευτικό βίωμα με περιεχόμενο και με αντίκτυπο.

Δεν μπορεί να υποτιμηθεί η αξία και η επίδραση των ιστοριών που λέει η σύγχρονη γυναίκα στον εαυτό της αλλά και στους γύρω της. Εάν αυτό που ακούει η γυναίκα σήμερα είναι ότι δεν έχει αξία ή ότι πρέπει να παράγει την αξία της, τότε και ο Θεός της θα φαίνεται να λέει το ίδιο και κάθε της εμπειρία θα ερμηνεύεται, πίσω από κάθε σκέψη της, μέσ’ απ’ το ίδιο πρίσμα. Αυτή η γυναίκα θα κουβαλάει τον θεό της. Θα κουβαλάει τον θεό που θα τη βαραίνει, θα τη βαραίνει μέχρι που θα πέσει απ’ τα χέρια της και θα θρυμματιστεί.

«Ο Θεός αγάπη εστί». Ποια αφήγηση θα λέμε στους εαυτούς μας; Ποια ιστορία θα υφάνουν οι γυναίκες της γενιάς μας; Ποια αλήθεια θα ενσαρκώσουμε εμείς στους γύρω μας;