Το Παιδί του Λαού

slaves-without-chains-01Η αφήγηση των ταπεινών απαρχών έχει μεγάλη ρητορική δύναμη για όσους αποβλέπουν σε θέσεις εξουσίας. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι αν πείσουν τον απλό λαό να ταυτιστεί μαζί τους τότε θα τον θεωρήσουν ως πραγματικό αντιπρόσωπό τους, ως γνώστη των προβλημάτων και των ανησυχιών τους και θα τον εξουσιοδοτήσουν να αναλάβει την ηγεσία του τόπου τους.

Ένα από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα αυτής της ρητορικής είναι και το ελαφρώς ατυχές αφήγημα του Αμερικανού υποψήφιου Ντόναλντ Τραμπ ο οποίος, στην προσπάθειά του να κερδίσει την εργατική ψήφο, είπε σε συνέντευξή του:

«Δεν ήταν καθόλου εύκολο για μένα, καθόλου εύκολο. Ξεκίνησα από το Μπρούκλιν, ο πατέρας μου μου έδωσε ένα μικρό δάνειο ενός εκατομμυρίου και ήρθα στο Μανχάταν. Έπρεπε να τον ξεπληρώσω, να τον ξεπληρώσω με τόκο. Ήρθα στο Μανχάταν και ξεκίνησα να αγοράζω ιδιοκτησία . . . και τελικά τα κατάφερα. Αλλά πάντα μου έλεγαν ότι δεν θα τα καταφέρω.»[1]

Έλα όμως που τόσος κόσμος πείθεται! Κι αυτή η ρητορική δεν είναι σύγχρονο φαινόμενο αλλά μαρτυρείται από αρχαιοτάτων χρόνων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σαργών του Μέγα ο οποίος βασίλεψε από το 2334 μέχρι το 2279 π.Χ. Γνωστός για τις σπουδαίες στρατιωτικές του ικανότητες, ίδρυσε την Ακκαδική αυτοκρατορία, κατάφερε να υποτάξει τους Σουμέριους και να αντικαταστήσει τη σουμεριακή γλώσσα με την ακκαδική.

Η ιστορία που επέλεξε για να συστήνει τον εαυτό του δεν ήταν φαντασμαγορική. Δεν παρουσιάζεται ως βασιλιάς που αναγνωρίζεται και εκλέγεται απ’ τους θεούς. Ο Σαργών προτίμησε μια ταπεινή ιστορία ενός ορφανού παιδιού το οποίο δέχτηκε την καλοσύνη ενός κηπουρού και την εύνοια της θεάς Ιστάρ. Ξεπέρασε εμπόδια επιβίωσης και ανελίχτηκε τελικά στον θρόνο.

Σύμφωνα με τη σφηνοειδή επιγραφή, γνωστή σε μας ως Ο Μύθος του Σαργών (η αυτοβιογραφία του), αυτό το παιδί γεννήθηκε από μια ιέρεια του ναού με θαυματουργικό τρόπο, αλλά επειδή η μητέρα του ήθελε να κρύψει την εγκυμοσύνη της και να ξεφορτωθεί το παιδί, τον τοποθετεί σ’ ένα καλάθι και το σπρώχνει στον ποταμό Ευφράτη. Κάλυψε το καλάθι με πίσσα και το νερό τον μετέφερε με ασφάλεια στα χέρια του Ακκί, του κηπουρού του Ουρ-Ζαμπάμπα, βασιλιά της σουμεριακής πόλης Κίς. Παραθέτω το αρχικό κομμάτι του μύθου:

Σαργών, ο τρανός βασιλιάς, ο βασιλιάς της Ακκαδίας είμαι εγώ.

Η μητέρα μου ήταν αρχι-ιέρεια, τον πατέρα μου δεν γνώρισα.

Τα αδέλφια του πατέρα μου αγαπούσαν τα βουνά.

Η πόλη μου είναι η Αζουπιράνου, η οποία βρίσκεται στις όχθες του Ευφράτη.

Η μητέρα μου, η αρχι-ιέρεια, έμεινε έγκυος και μυστικά με γέννησε.

Μ’ έβαλε σε καλάθι από πάπυρο και με πίσσα σφράγισε το καπάκι.

Μ’ έριξε στο ποτάμι το οποίο δεν με έπνιξε.

Το ποτάμι με κουβάλησε και με πήγε στον Ακκί, αυτόν που ποτίζει (τους κήπους).

Ο Ακκί ο κηπουρός με τράβηξε έξω όταν έριξε την κανάτα του για ν’ αντλήσει νερό.

Ο Ακκί ο κηπουρός με πήρε μαζί του σαν γιο δικό του και με μεγάλωσε.

Ο Ακκί ο κηπουρός με κατέστησε υπεύθυνο στον κήπο.

Και καθώς φρόντιζα τον κήπο, η Ιστάρ μου χάρισε την αγάπη της,

Και για τέσσερα και . . . χρόνια βασίλεψα . . . . (ΑΝΕΤ, 119)

Μέσω αυτής της ιστορίας, ο Σαργών καταφέρνει να αποστασιοποιήσει τον εαυτό του από προηγούμενους βασιλιάδες που ισχυρίζονταν κατοχή θείων δικαιωμάτων και επιλέγει να ταυτιστεί περισσότερο με τον απλό λαό παρά με την ανώτερη τάξη. Μ’ αυτόν τον τρόπο, στον ρόλο του «παιδιού του λαού» θα μπορούσε όχι απλά να κατακτήσει τους Σουμέριους αλλά να κερδίσει την υποστήριξη των ανθρώπων, κυρίως των μαζών των χαμηλών στρωμάτων, και να καταφέρει να ιδρύσει την αυτοκρατορία του μ’ επιτυχία. Να διασφαλίσει την κυριαρχία του πάνω τους.

Παρόλο που ο Σαργών ο Μέγας έζησε την 3η χιλιετία π.Χ., οι επιγραφές με την ιστορία του βρέθηκαν στη Νινευή τον 7ο αιώνα π.Χ. Αυτό μας δείχνει ότι για 2000 χρόνια περίπου παράγονταν αντίγραφα ή ότι η ιστορία κυκλοφορούσε προφορικά κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων. Ήταν, δηλαδή, εξαιρετικά δημοφιλής.

Κυκλοφόρησε, όμως και μια άλλη ιστορία, πιο γνωστή σε μας. Μια παρωδία θα λέγαμε του βασιλιά Σαργών. Αυτή η ιστορία είναι η γέννηση του Μωυσή. Μπορεί κανείς να διαβάσει στο 2ο κεφάλαιο του βιβλίου της Εξόδου για τη γέννηση του Μωυσή, όπου η δική του μητέρα, από τη φυλή του Λευί, κρύβει τον νεογέννητο Μωυσή αλλά μετά από τρεις μήνες αποφασίζει να τον αφήσει στον ποταμό Νείλο. Παίρνει κι αυτή ένα καλάθι από πάπυρο, το σφραγίζει με πίσσα και το σπρώχνει στο ποτάμι. Το βρέφος φέρεται από τα νερά και καταλήγει στο παλάτι του Φαραώ όπου το υιοθετεί η κόρη του βασιλιά.

Τώρα, με τέτοιες απαρχές, ο καθένας θα περίμενε ν’ ακολουθήσει η ανάδειξη ενός σπουδαίου βασιλιά ο οποίος, παρόλο που ξεκινά χαμηλά, με την εύνοια των θεών θα καταφέρει να εγερθεί ψηλά και να διοικήσει τον λαό επάξια. Σ’ αυτό όμως ακριβώς το σημείο βρίσκεται η παρωδία της αφήγησης, όπου το αναμενόμενο αντιστρέφεται κι αυτό που κανονικά εξυπηρετούν τέτοιες ιστορίες εκτίθεται και αμφισβητείται.

Ο Μωυσής μεγαλώνει στο παλάτι και αντί να γίνει βασιλιάς και ν’ απολαύσει την εύνοια των θεών αναλαμβάνοντας την κυριαρχία της Αιγύπτου, κάνει τη μεγάλη στροφή: επιστροφή στις απαρχές, όχι απομάκρυνση απ’ αυτές! Πίσω προς τα κάτω, όχι προς τα πάνω. Πίσω στον λαό του από τον οποίο ξεκίνησε. Το κείμενο μας λέει ότι όταν μεγάλωσε: «ἐξήλθεν πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ τοὺς υἱοὺς Ισραηλ κατανοήσας δὲ τὸν πόνον αὐτῶν . . . » (Έξοδος 2:11), και η συνέχεια πραγματεύεται την εγκατάλειψη του παλατιού, του πλούτου, της εξουσίας και την έναρξη της πάλης για δικαιοσύνη «από χαμηλά». Το «παιδί του λαού», εάν πραγματικά ταυτίζεται με τον λαό που θα υπηρετήσει, κατεβαίνει απ’ τον θρόνο και κουβαλάει το βάρος τους, μαζί τους, δίπλα τους. Καλύτερα δεν θα μπορούσε να το περιγράψει κανείς από τον συγγραφέα της Επιστολής Προς Εβραίους πολύ αργότερα κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ.:

«Με την πίστη ο Μωυσής, όταν πια μεγάλωσε, αρνήθηκε να ονομάζεται γιος της κόρης του Φαραώ· προτίμησε να υποφέρει μαζί με το λαό του Θεού, παρά ν’ απολαμβάνει την πρόσκαιρη αμαρτωλή ζωή. Θεώρησε μεγαλύτερο πλούτο από τους θησαυρούς της Αιγύπτου τον εξευτελισμό, σαν εκείνον που υπέφερε ο Χριστός, γιατί απέβλεπε στην ανταπόδοση.» (11:24-26 [TGV])

Η αντι-αυτοκρατορική αφήγηση της Εξόδου δεν πείθεται με τη βασιλική ρητορική των ταπεινών απαρχών. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι απαρχές αλλά το τέλος. Δεν είναι η προέλευση αλλά ο προορισμός. Όχι πώς αρχίζεις αλλά πώς τελειώνεις. Η ευθύνη για τους ανθρώπους δεν σε οδηγεί σε απόσταση απ’ αυτούς αλλά σε πάθη, σε ονειδισμό, σε συμμετοχή στον πόνο. Και στην κλιμάκωσή της, στην οποία μόνο Ένας κατάφερε να φτάσει, η απόλυτη ευθύνη για τον άλλο οδηγεί στην πλήρη αντικατάστασή του. Ο βασιλιάς παίρνει τελικά τη θέση του λαού.

[1] http://www.nydailynews.com/news/politics/trump-laments-hard-life-1m-loan-dad-article-1.2411322

 

Advertisements

Το Πραγματικά Καινούργιο

moses floatingΥπάρχει το απόλυτα νέο ή βρισκόμαστε σε μια ατέρμονη επανάληψη των ίδιων πραγμάτων;

Αυτό το ερώτημα είναι παλιό, αλλά θα ήθελα να το σκεφτούμε και υπό το φως κάποιων σύγχρονων επιστημονικών μελετών.

Το ανθρώπινο μυαλό είναι ρυθμισμένο με τέτοιο τρόπο ώστε πάντοτε να συμπληρώνει τα κενά μ’ αυτό που ήδη γνωρίζει. Δηλαδή, όταν ο άνθρωπος βλέπει κάτι που δεν είναι ξεκάθαρο ή πλήρες, αυτόματα θα επιστρατεύσει τη γνώση που ήδη κατέχει για να το εξηγήσει. Άρα, δεν στηρίζεται ποτέ σ’ αυτό που πραγματικά βλέπει, αλλά σ’ αυτό που ήδη γνωρίζει μέχρι στιγμής. Επομένως, ακόμα και το εντελώς νέο, μπορεί κανείς να το κατανοήσει και να το περιγράψει ως κάτι που έχει ήδη δει.

Ακόμα κι όταν υπάρχουν εμπόδια στην όρασή μας, το μυαλό μπορεί να προβλέψει ακριβώς τι είναι αυτό που πρόκειται να δει, προτού το δει καν. Με άλλα λόγια, «γνωρίζουμε» από πριν αυτό που πρόκειται να δούμε. Το μυαλό μας λειτουργεί κάπως σαν ένα κουτί γεμάτο από κομμάτια παζλ (κομμάτια από τη μνήμη και άλλες αισθήσεις). Μόλις βρεθώ μπροστά σε κάποιο φαινόμενο, αμέσως επιστρατεύω τα κομμάτια του παζλ που ήδη ενυπάρχουν σε μένα για να το εικονογραφήσω στο μυαλό μου (κάτι παρόμοιο περιέγραφε και η Julia Kristeva στην έρευνά της για τη διακειμενικότητα).

Η περιγραφή της πραγματικότητας που δημιουργώ στο κεφάλι μου είναι τόσο ισχυρή και επομένως ικανή να αντικαταστήσει, να ταυτίσει το αντικείμενο που βλέπω με αυτό που αντιλαμβάνομαι, ασχέτως αν είναι διαφορετικά τα δύο ή όχι. Φαίνεται πως ο άνθρωπος τείνει να ελαχιστοποιεί την έκπληξη. Μ’ αυτό τον τρόπο επιχειρεί να ελέγξει τον κόσμο του και να επιβιώσει σ’ αυτόν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Σ’ αυτήν την ανθρώπινη τάση ταιριάζει το ανέκδοτο με τον κύριο που έχασε το πορτοφόλι του και κοιτούσε κάτω απ’ το φανάρι του δρόμου για να το βρει. Όταν ένας φίλος του τον ρωτά γιατί να μην κοιτάξει και σε άλλα μέρη μήπως το έχασε κάπου αλλού, αυτός απαντάει: «Αφού μόνο εδώ έχει φως». Πράγματι, η αλήθεια είναι ότι εμείς οι άνθρωποι επιμένουμε στο γνώριμο, στο ελέγξιμο. Γι αυτό είναι και ήταν πάντοτε δύσκολο για τον άνθρωπο να δεχθεί την πιθανότητα του απόλυτα καινούργιου, του εξωγενούς, πολλώ δε μάλλον, να ελπίζει σ’ αυτό. Εννοείται ότι μια τέτοια προσδοκία εμπεριέχει το ρίσκο της απογοήτευσης. Η επιφύλαξη ή η άρνηση του να ελπίζω στο καινούργιο αποκτά έναν αέρα ρεαλισμού, ασφάλειας και σύνεσης αλλά ταυτόχρονα είναι μια συνεχής παραμονή κάτω απ΄ το φανάρι του δρόμου.

Η κλήση του καινούργιου είναι μια κλήση θανάτου, δηλαδή μια κλήση παραίτησης από κάθε έλεγχο, μια κλήση παράδοσης στο άγνωστο, ή . . . στο άγνωστο χέρι που κινεί την ιστορία. Είναι μια πρόσκληση στη λογική να υπερβεί το ένστικτο, να αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι μπορεί να φανεί στον ορίζοντα κάτι που «μάτι δεν έχει δει». Πρόκειται για την πίστη στη δημιουργία εκ του μηδενός, πρόκειται για την προφητική όραση που πασχίζει να ντύσει με γνώριμες λέξεις αυτό που δεν μπορεί να αρθρώσει επειδή δεν το χει ξαναδεί.

Ο ρόλος της ιστορίας της δημιουργίας εκ του μηδενός δεν ήταν ούτε είναι να παραδώσει μαθήματα επιστήμης των απαρχών. Ο ρόλος της ιστορίας της δημιουργίας ήταν και είναι η πυροδότηση μιας νέας ιστορίας δημιουργίας (Ησα 65:17). Είναι να κρατήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι υπάρχει κάτι το οποίο δεν είδες ή βίωσες ακόμα. Το απόλυτα καινούργιο είναι εφικτό, εγκυμονείται, ἤγγικεν.

Η ιστορία της δημιουργίας πυροδότησε και την ιστορία της εξόδου, της δημιουργίας του Ισραήλ. Το απόλυτα νέο μοιάζει με τη γέννηση ενός μωρού σ’ ένα ζευγάρι Λευιτών (Έξοδ 2:1). Μια ασήμαντη φρασούλα θα ενώσει τη δημιουργία του κόσμου με τη γέννηση αυτού του παιδιού και του ρόλου που θα παίξει στην ιστορία: «Και [η μητέρα του] τον είδε ότι ήταν καλός» (Έξοδ 2:2: wattere otho ki-tov hu). Το ρήμα «βλέπω» μαζί με το επίθετο «καλό» σχεδόν πάντα στη Βίβλο χρησιμοποιείται για τον Θεό την ώρα της δημιουργίας, επτά φορές (Γεν 1:4, 10, 12, 18, 21, 25, 31). Έτσι κι εδώ, οι ενδείξεις λένε ότι η γέννηση του παιδιού είναι το ελπιδοφόρο γεγονός που πρόκειται να ξεκινήσει μια δεύτερη δημιουργία. Είναι δυνατόν, σ’ έναν απλό Λευίτη να αποδοθεί ένας ρόλος τόσο καθοριστικός για την ιστορία όσο ο ήλιος, οι πλανήτες και τα αστέρια; Κι όμως, ο Μωυσής φορτίζεται απ’ την αρχή με τέτοιες διαστάσεις.

Κι έτσι κατασκευάζεται η «κιβωτός» (Έξοδ 2:3: tevah) στην οποία θα σωθεί το παιδί των Λευιτών. Η κιβωτός του Μωυσή παραπέμπει στην κιβωτό του Νώε, εφόσον η μόνη άλλη περίπτωση όπου η λέξη tevah χρησιμοποιείται είναι για την κιβωτό του Νώε (Γεν 6:14), τη δεύτερη αρχαία ιστορία όπου ο Θεός δημιούργησε ξανά απ’ την αρχή. Το λεκτικό παζλ μας βοηθά να συνδέσουμε τις δύο ιστορίες και θεωρώ ότι η συγκεκριμένη λέξη τοποθετείται εσκεμμένα για να οδηγήσει τον αναγνώστη στη σύνδεση με τον κατακλυσμό, με μια νέα δημιουργία. Παρόλο που η ζωή του παιδιού (δηλ. ολόκληρου του λαού) απειλείται, η αποτυχία του δυνατού να συντρίψει τον αδύναμο και ευάλωτο, το αβοήθητο βρέφος, είναι αξιοσημείωτη. Υπάρχει μια κιβωτός ικανή να πλεύσει, να οχυρώσει ανεξήγητα τον ανήμπορο μέσα στα απειλητικά νερά του χάους που τον περικυκλώνουν. Η ζωή ειρωνικά θριαμβεύει μέσα στο ποτάμι ενός θεού άγνωστου, του εχθρικού Νείλου, και μαζί με τη ζωή θριαμβεύει και η προσδοκία για το νέο.

Γνωρίζοντας αυτή την ανθρώπινη τάση να ερμηνεύει κανείς τα πάντα υπό το φως του γνώριμου, πώς θα έπρεπε να αντιδρώ; Πρώτον, πρέπει να αναγνωρίσω ότι πιθανότατα δεν εξαιρούμαι απ’ αυτήν την ανθρώπινη λειτουργία. Ταυτόχρονα, όμως, μπορώ συνειδητά να «ανοίξω» προς το άγνωστο, προς το καινούργιο. Ακόμα και εντός του πλαισίου του γνώριμου και του οικείου, να αφήνω συνεχώς χώρο για την έκπληξή μου. Παραδειγματική είναι η στάση της αδελφής του Μωυσή.

Η αδελφή του Μωυσή, ο παρατηρητής της ιστορίας ή «κατάσκοπος» της ιστορίας κατά τους Εβδομήκοντα, περιμένει να δει «τι θα γίνει σ’ αυτόν» (Έξοδ 2:4: mah-yye’aseh lo). Είναι τόσο φορτισμένο αυτό το ρήμα στην παθητική φωνή. Από ποιον θα γίνει; Ποια η προσδοκία; Πού η τυχαιότητα της ύπαρξης; Η ιστορία απαιτεί και βρίσκει στο πρόσωπο της αδελφής του Μωυσή τον ιδανικό αναγνώστη, τον ιδανικό επόπτη των γεγονότων. Ένα βλέμμα που παρακολουθεί τις εξελίξεις στο χάος με ανοιχτοσύνη προς το αόρατο χέρι που κινεί την ιστορία, με αναμονή, ερμηνεύοντας κάθε ασήμαντη λεπτομέρεια και συγκυρία ως επεισόδιο πλοκής, μιας πλοκής με κατεύθυνση, προορισμό και σχέδιο. Πάντα υπάρχει θείο χέρι πίσω απ’ την εβραϊκή παθητική φωνή. Όμως δεν ξέρουμε ακριβώς «τι θα γίνει σ’ αυτόν». Το μέλλον είναι ανοιχτό. Εγώ το μόνο που μπορώ να γνωρίζω είναι ότι επέλεξα τη ζωή, είπα «όχι» στον θάνατο του ανυπεράσπιστου, αψήφησα τις επιβολές του δυνατού, τοποθέτησα τις ελπίδες μου στην κιβωτό και τώρα περιμένω να δω τι θα γίνει σ’ αυτόν, σε μας. Η προσμονή νοηματοδοτεί τις ενέργειές μου, δίνει αξία σε όλα μου τα ρίσκα. Δεν είναι ποτέ παθητική. Η προσμονή, παρόλο που διαισθάνεται μια τάξη αόρατη, μια πλοήγηση νοήματος, συμμετέχει ενεργά στη διεξαγωγή του θαύματος της διάσωσης του βρέφους: «καὶ εἶπεν ἡ ἀδελφὴ αὐτοῦ τῇ θυγατρὶ Φαραω θέλεις καλέσω σοι γυναῖκα τροφεύουσαν ἐκ τῶν Εβραίων καὶ θηλάσει σοι τὸ παιδίον» (Έξοδ 2:7).

Δεν είναι τρελό, λοιπόν, να σκεφτούμε το ενδεχόμενο ότι το απόλυτα καινούργιο είναι υπαρκτό όσο κι αν η νόησή μας αδυνατεί να το αρθρώσει. Δεν είναι τρελό να σκεφτούμε το ενδεχόμενο ότι αυτό που ψάχνουμε βρίσκεται πέραν απ’ το οικείο φως του φαναριού. Και τέλος, δεν είναι τρελός αυτός που απομακρύνεται απ’ το φανάρι, αψηφά το σκοτάδι και βρίσκεται πάντοτε σε αναμονή της έκπληξης, περιμένοντας να δει «τι θα γίνει σ’ αυτόν».

Λαοί σε Αναμέτρηση

soldiersΠώς διχάζονται οι λαοί, οι ομάδες, οι άνθρωποι; Πώς περνάμε απ’ την ειρηνική συμβίωση σε αντίθετα στρατόπεδα και σε αναμετρήσεις; Σε κυρίους και δούλους, σε καταπιεστές και καταπιεσμένους; Η Έξοδος, το βιβλίο που επηρέασε τον κόσμο μας περισσότερο από κάθε άλλο, καταπιάνεται με το πανάρχαιο αυτό θέμα και το εκθέτει χρησιμοποιώντας σημαντικές αφηγηματικές πινελιές από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο. Θα δώσω μόνο μια μικρή γεύση απ’ την αρχή του βιβλίου η οποία θεωρώ ότι αφορά τόσο στην προσωπική όσο και στην εκκλησιαστική και στην πολιτική σφαίρα.

Στα πρώτα εδάφια (1:1-7) ο συγγραφέας μας δείχνει σύσσωμο τον Ισραήλ να αντιπροσωπεύεται στα δώδεκα αδέλφια (με έναν αρχικό αριθμό 70 ψυχών, ο οποίος αποτελεί ιδανικό αριθμό στη Βίβλο, βλ. 70 πρεσβύτεροι [Έξοδ 24:9, Αριθ 11:16], αλλά και στη μεταγενέστερη παράδοση [Εβδομήκοντα μεταφραστές της Βίβλου]). Επικρατεί ένας τόνος πληρότητας, ευημερίας και θείας ευλογίας καθώς φαίνεται από το γεγονός ότι ο λαός «καρποφόρησε, πλήθυνε, αυξήθηκε και ενδυναμώθηκε». Κάθε δυνατό ρήμα αύξησης χρησιμοποιείται (σύνολο τέσσερα ρήματα) για να υπογραμμίσει την εύνοια του Θεού πάνω στα τέκνα του Ισραήλ, στον υπέρτατο πιθανό βαθμό (pārû wayyišrĕṣû wayyirbû wayyaʿaṣmû). Η γη είναι πλήρης (wattimmālēʾ hāʾāreṣ).

Η στροφή σ’ αυτή την αρμονική κατάσταση έρχεται με την εμφάνιση του νέου Φαραώ και η εχθρότητα ενάντια στους Ισραηλίτες ξεκινάει βασισμένη σε συγκεκριμένα κλασικά διαχρονικά στοιχεία τα οποία εισάγουν και διαιωνίζουν την εχθρότητα.

  1. Έλλειψη γνωριμίας

Ο νέος Φαραώ δεν γνώριζε τον Ιωσήφ (1:8). Εδώ δεν μιλάμε για εγκεφαλική πληροφοριακή γνώση της ύπαρξης κάποιου Ιωσήφ. Μιλάμε για προσωπική επαφή με τον Ιωσήφ, τους απογόνους του, τους συγγενείς του, την κουλτούρα του, τον κύκλο του. Εάν υπάρχει έλλειψη επαφής και γεωγραφική απόσταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους ή ομάδες ανθρώπων, όπως και καμία προσπάθεια γεφυρώματος αυτής της απόστασης, τότε η κατηγορία «λαός» αρχίζει να διασπάται σε «λαοί» και τίθεται ο ένας λαός ενάντια στον άλλο, ο ένας ως απειλή του άλλου: «και είπε (ο Φαραώ) στον λαό του: ιδού ο λαός των απογόνων του Ισραήλ» (1:9).

  1. Δαιμονοποίηση του Άλλου

Εφόσον επιτεύχθηκε η νοητή διάσπαση σε δύο διαφορετικούς λαούς, ξεκινάει η σύγκριση και η κινδυνολογία: «είναι πιο πολλοί και πιο δυνατοί από μας» (1:9). Μπροστά στη θέαση της επιτυχίας και της αύξησης του Άλλου ξυπνούν οι πιο ποταπές ανασφάλειες του ανθρώπου. Πολύ πιο επικίνδυνες, όμως, είναι οι ανασφάλειες εκείνου που κατέχει κάποιου είδους θέση, δύναμη ή εξουσία πάνω σε άλλους. Επομένως, μέσα του ξυπνά αυτόματα ο φόβος της απώλειας αυτής της δύναμης. Τα πάντα, τα πιο αθώα, δαιμονοποιούνται, θεωρούνται απειλή προς τον ίδιο.

Προσέξτε ότι καμία ένδειξη δεν υπάρχει στο κείμενο ότι ο Ισραήλ απειλεί τον Φαραώ, ότι είναι δυσαρεστημένος, εχθρικός ή θέλει να επαναστατήσει. Η απειλή κτίζεται συστηματικά στη φαντασία του βασιλιά, εξ’ ολοκλήρου βασισμένη στην άγνοια και στην ανασφάλειά του.

Φυσικά, γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να καταφέρει να οχυρώσει την εξουσία του ενάντια στις φαντασιακές απειλές αν δεν ξεσηκώσει κι άλλους γύρω του με τρομοκρατικά μέσα. Είναι απαραίτητη, λοιπόν, μια καμπάνια κινδυνολογίας ενάντια στη διαφορετική αυτή απειλητική ομάδα.

  1. «Συνετά» μέτρα

Μπροστά σ’ αυτήν την τρομακτική απειλή που έχει κατασκευάσει ο βασιλιάς πρέπει να παρθούν σοφά και συνετά μέτρα. “Let’s be smart!” λέει ο Φαραώ στον λαό του, και σε ελεύθερη ελληνική απόδοση «ας μην είμαστε χαζοί». Πράγματι, ιδιοφυής η χρήση του ρήματος στη σπάνια μορφή της Ιθπαέλ συζυγίας nitḥakkĕmâ, το οποίο έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη «σοφία» (1:10). Η σοφία, όμως, ορίζεται αλλού στα κείμενα της Βίβλου ως «φόβος Θεού» (Παρ 1:7, 9:10, Ψαλ 111:10) και όχι ως φόβος ανθρώπων, ομάδων και πιθανών κινδύνων που κυοφορούνται εντός αυτών των διαφορετικών ομάδων.

Επομένως, υπάρχει η κοσμική «σοφία» η οποία ενεργεί από φόβο και ανασφάλεια και η θεία σοφία η οποία δεν φοβάται κανέναν και τίποτα παρά μόνο τον Θεό. Δυστυχώς, συχνά τις αποφάσεις που παίρνουμε από φοβία ανθρώπων ή φοβία του άγνωστου μέλλοντος τις ονομάζουμε «συνετές» και «σοφές», διαστρεβλώνοντας έτσι την πραγματική σοφία, δηλ. τον «φόβο του Κυρίου».

Ο Φαραώ προτείνει μια «προληπτική αυτοάμυνα» συνεχίζοντας την κινδυνολογία του περί πιθανής μάχης, στην οποία θα προστεθούν και οι Ισραηλίτες, θα αρπάξουν την ευκαιρία να ενωθούν με όλους τους άλλους λαούς που μισούν τον λαό της Αιγύπτου, κ.ο.κ. (1:10). Η αυστηρότητα είναι ο προτεινόμενος τρόπος καταπολέμησης της φαντασιακής απειλής. Και καθώς ενεργεί κανείς σύμφωνα με τους φόβους του, αυτοί αρχίζουν τελικά να πραγματώνονται, να γίνονται αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Αρχίζεις να βλέπεις κάθε ευλογία στον Άλλο ως κατάρα και καθετί που κάνει ο Άλλος φιλτράρεται πλέον μέσα από την ερμηνεία που έχεις ήδη υιοθετήσει, δηλ. την ερμηνεία της απειλής και του κινδύνου: «όσο πιο πολύ τους καταπίεζαν τόσο πιο πολύ αυξάνονταν και πληθύνονταν με αποτέλεσμα οι Αιγύπτιοι να τους αποστρέφονται πιο πολύ» (1:12).

Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που υιοθετώ την ερμηνευτική του φόβου, η οποιαδήποτε «αύξηση» του Άλλου εντείνει την απειλή που νιώθω και γεννά τη φονική ανάγκη μέσα μου να τον μειώσω, να τον ελέγξω, να τον περιορίσω, να οχυρωθώ απέναντί του. Ο φόβος μου τελικά θα επιφέρει αυτό για το οποίο τρέμω: «θα σηκωθούν απ’ τη γη» (1:10) / «θα κατέβω… να τους σηκώσω απ’ τη γη» (3:8).

  1. Η γελοιοποίηση του βασιλιά

Τέλος, τα μέτρα περιορισμού, η απεγνωσμένη προσπάθεια κυριαρχίας επάνω στη ζωή και στον θάνατο, σηματοδοτεί την ύβρη του Φαραώ. Αυτή τη φορά δεν απευθύνεται σε όλο τον λαό του, αλλά σε δύο μαίες, οι οποίες αναφέρονται ονομαστικά και έτσι κερδίζουν μεγαλύτερη υπόσταση απ’ τον ίδιο, ο οποίος παραμένει ανώνυμος (1:15-16).

Θα περίμενε κανείς ότι η εξουσία του Φαραώ θα εκφραζόταν, τουλάχιστον, στην ικανότητά του να πείσει και να ελέγξει δυο γυναίκες, και αυτές από τον ίδιο τον λαό του (παρόμοιες προσπάθειες γίνονται από τον βασιλιά και στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου της Εσθήρ). Είναι προφανές ότι αποτυγχάνει παταγωδώς. Η δύναμη του δεν αρκεί ούτε δυο γυναίκες δικές του να χειραγωγήσει. Κι εδώ υπογραμμίζεται η λεξούλα «κλειδί»: «εφοβήθησαν» τον Θεό (1:17). Το στοιχείο που κατέστησε τις δυο γυναίκες υπεράνω του Φαραώ ήταν το γεγονός ότι δεν τον φοβήθηκαν, αλλά επέδειξαν πραγματική σοφία. Όχι αυτήν που πρότεινε ο Φαραώ στον λαό, αλλά αυτήν που ορίζουν οι Γραφές: «αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου». Ο συνετός βίος των γυναικών είναι ριψοκίνδυνος γιατί δεν πηγάζει από φόβο ανθρώπων, αλλά προϋποθέτει αμφισβήτηση της επιβαλλόμενης εξουσίας.

Ο βασιλιάς δεν κατάφερε να τις πείσει με την κινδυνολογία του και να τις αναγκάσει να ενεργήσουν σύμφωνα με τα δικά του σχέδια. Αυτές, όμως, με μεγάλη ευκολία καταφέρνουν να πείσουν τον αφελή βασιλιά, τον «θεό επί της γης», με μια κωμική δικαιολογία για την αποτυχία του σχεδίου του: «δεν είναι σαν τις αιγύπτιες γυναίκες οι εβραίες, επειδή έχουν περισσότερη ενέργεια/ζωντάνια και προτού προλάβουν οι μαίες να τις επισκεφθούν αυτές γεννάνε» (1:19). Και το ‘χαψε ο περίφημος βασιλιάς που προέτρεψε τους πάντες: «ας μην είμαστε χαζοί!»

Θα σταματήσω εδώ, αν και άπειρα είναι τα μαθήματα που θα μπορούσαμε να αντλήσουμε απ’ το πρώτο κεφάλαιο μόνο. Ανέκαθεν η διαδικασία διχασμού, σε προσωπικό, σε εκκλησιαστικό, σε πολιτικό επίπεδο είναι η ίδια: δεν γνωρίζω προσωπικά τον Άλλο, ούτε το επιδιώκω, με αποτέλεσμα το άγνωστο να με τρομάζει και ο Άλλος να αποκτά διαστάσεις στερεοτυπικών φαντασμάτων. Ο επικείμενος κίνδυνος που φαντάζομαι, λοιπόν, αποτελεί τη δημιουργία «συνετών» μέτρων που θα με θωρακίσουν και θα με αποστασιοποιήσουν ακόμα περισσότερο από τον Άλλο, φτάνοντας εκλογικευμένα ακόμα και στο σημείο της ολικής του εξόντωσης.

Η ιστορία όμως καταγράφεται κι απογυμνώνει τον βασιλιά, βλέπει την γελοιότητά του, τους φόβους του, εκθέτει τις ανασφάλειές του στις οποίες ο ίδιος παραμένει τυφλός. Αν δεν υπήρχε η ιστορία θα συνεχίζαμε κι εμείς να πιστεύουμε ότι ο βασιλιάς είναι βασιλιάς (1 Κορ 10:11).

Η Αποκλειστικότητα του Γιαχβέ

tree of lifeΦίλοι μου, τι άλλο θα σας κερνούσα σήμερα που είναι τα γενέθλιά μου; Το κέρασμά μου είναι η ομιλία που έκανα πέρσι για το συνέδριο της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, η οποία θα εκδοθεί σύντομα. Είναι αρκετά προσιτή, νομίζω, για διάφορα ακροατήρια.

Είναι μια ομιλία ενάντια στον ρατσισμό και στη μισαλλοδοξία εντός της πίστης στον ένα Θεό. Αυτά είναι θέματα που με απασχολούν και συνεχίζω τη βιβλική μου έρευνα σ’ αυτά. Ελπίζω να σας φανεί χρήσιμη!

Περίληψη:
Η Μυρτώ Θεοχάρους, εξετάζοντας συγχρονικά τον συμβολισμό του κατ’ εξοχήν εχθρού του βιβλικού Ισραήλ, την Αίγυπτο, δείχνει πως υπάρχουν αρκετά στοιχεία στα κείμενα ικανά να υπονομεύσουν τη μονόπλευρη απεικόνιση του «εχθρού», και η χρήση των κειμένων για υποστήριξη μιας εθνικής ανωτερότητας ή βίας προς τον Άλλο δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας επιλεκτικής ανάγνωσης των Γραφών. Η αποκλειστικότητα του Γιαχβέ δεν ισούται με μη-ανεκτικότητα. Αντίθετα, προϋποθέτει ότι ο Γιαχβέ είναι εξίσου ενεργός στην ιστορία κάθε έθνους και συνεπώς, ακόμα κι ο «εχθρός» αποτελεί μέρος του εσχατολογικού ορίζοντα των πιστών παρόλο που αυτό μπορεί να μην είναι ορατό στο παρόν.

Μπορείτε να την διαβάσετε εδώ ή εδώ.