Για ένα όνομα

1200px-Pieter_Bruegel_the_Elder_-_The_Tower_of_Babel_(Vienna)_-_Google_Art_ProjectΚαι ποιος δεν έχει ακούσει την αρχέτυπη αυτή ιστορία του πύργου της Βαβέλ; Παράξενη ιστορία που πάντα αποτελούσε μυστήριο για όσους αποπειράθηκαν να τη μελετήσουν, να τη χρονολογήσουν, να εξακριβώσουν γιατί γράφτηκε, σε ποιους απευθύνεται και τι μήνυμα είχε ο συγγραφέας να μεταδώσει καταγράφοντάς την.

«Αρχικά οι κάτοικοι της γης μιλούσαν όλοι μία γλώσσα και χρησιμοποιούσαν τις ίδιες λέξεις» (11:1). Αυτό, όμως, χρειάζεται εξήγηση, εφόσον ήδη στο 10:5, 20 και 31 το κείμενο μας είπε για τους απογόνους του Νώε, πως χωρίστηκαν κατά τις γλώσσες τους. Άρα, βλέπουμε εδώ ότι δεν είναι πάντα χρονολογική η τοποθέτηση των κειμένων στη Βίβλο αλλά θεματική. Ο συγγραφέας θέλει να μας πάει πίσω στην αρχή για να εστιάσουμε σε ένα σημείο των καταβολών του ανθρώπινου πολιτισμού και να το εξηγήσει.

Στη Γένεση, γενικά, ο συγγραφέας δουλεύει μ’ ένα μοτίβο που δείχνει εναλλάξ το ακόλουθο σχήμα: «εξάπλωση χάρης – εξάπλωση κρίσης» ή «δημιουργία – αντιδημιουργία». Μετά την κρίση του κατακλυσμού μας δείχνει την ευλογία να έρχεται, τους ανθρώπους να λαμβάνουν την οδηγία για ν’ αυξηθούν και να κατακλύσουν τη γη με τις φυλές τους, τις γλώσσες του κ.ο.κ. (9:1). Παρουσιάζονται να το κάνουν. Η εξάπλωση των ανθρώπων κι η ποικιλομορφία των λαών παρουσιάζεται θετικά στο κεφάλαιο 10 και ως φυσικό επακόλουθο της ευλογίας. Τώρα, όμως, ο συγγραφέας θα παρουσιάσει την ανθρώπινη αντίσταση σ’ αυτή τη φυσική ροή των πραγμάτων. Θα μας δείξει τον διασκορπισμό των ανθρώπων και τη διαφοροποίηση των γλωσσών απ’ τη σκοπιά της κρίσης και ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης ύβρης, αλαζονείας και φιλοδοξίας.

Επομένως, αυτό το φαινόμενο ερμηνεύεται τόσο θετικά (Γεν 10) όσο και αρνητικά (Γεν 11). Η εξάπλωση κι η ποικιλομορφία που προκύπτει στην αύξηση είναι κάτι όμορφο και θεμιτό, αλλά ταυτόχρονα είναι και κάτι στο οποίο ο άνθρωπος θέλει με φόβο και ανασφάλεια ν’ αντισταθεί, όπως η ιστορία θα φανερώσει. Το βιώνει ως απειλή.

Βρισκόμαστε στη γη Σεναάρ (σημιτικός τρόπος αναφοράς στη Σουμερία), δηλαδή, στο νοτιότερο μέρος της Μεσοποταμίας, περιοχή που συνδέεται με τη Βαβυλώνα. Επίσης, οι ψημένοι πλίνθοι, αντί πέτρας, είναι το υλικό της περιοχής της Βαβυλωνίας που διαφέρει απ’ αυτό των Ισραηλιτών (στην Παλαιστίνη οι άνθρωποι έκτιζαν με πέτρες). Αυτή η τοποθεσία είναι ίσως και μια ένδειξη για μας για το πότε καταγράφηκε αυτή η ιστορία και για ποιον λόγο. Ίσως ήθελε να κτυπήσει τη Βαβυλώνα και την ύβρη της όταν η Βαβυλώνα κατέστρεψε τον ναό της Ιερουσαλήμ και πήρε ένα μέρος των Ισραηλιτών εξόριστων εκεί. Είναι, όμως, δύσκολο να χρονολογήσουμε ακριβώς την καταγραφή της γιατί θα ταίριαζε με πολλές πολιτικές περιόδους στη Μεσοποταμία και γι αυτό ακριβώς έφτασε μέχρι και σε μας σήμερα. Επειδή για αιώνες οι άνθρωποι θεώρησαν και θεωρούν ακόμα ότι μιλά σ’ αυτούς.

Σκοπός των ανθρώπων αυτών είναι να κτίσουν μια πόλη κι έναν πύργο, αλλά είναι χρήσιμο εδώ να θυμόμαστε ότι εντός του βιβλίου της Γένεσης, οι άνθρωποι αυτοί έχουν τη μνήμη του κατακλυσμού, έχουν βιώσει την απειλή της θείας κρίσης, και το σχέδιο τους τώρα ίσως κρύβει μια φοβική προσπάθεια αποφυγής παρόμοιου συμβάντος.

Τα σπουδαία οικοδομικά έργα στην αρχαιότητα ήταν ο στόχος των μεγάλων βασιλιάδων. Μ’ αυτόν τον τρόπο επιδείκνυαν τη δύναμή τους και την υπερίσχυσή τους έναντι των εχθρών τους. Έδειχναν, επίσης, την εύνοια που τους είχαν οι θεοί, και, τέλος, αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο θα κρατούσαν τ’ όνομά τους στην ιστορία. Γίνονταν, δηλαδή, μέσω της φήμης τους αθάνατοι (βλ. π.χ. το Έπος του Γκιλγκαμές). Ο Ναβουχοδονόσορας, βασιλιάς της Βαβυλώνας, για παράδειγμα, έγραψε το όνομά του σε κάθε πεντηκοστό τούβλο όταν ανακαίνισε τα κτίριά της πόλης του.

Τι ακριβώς να ήταν, όμως, αυτός ο πύργος στον οποίο αναφέρεται εδώ το κείμενο; Γνωρίζουμε ότι παρόμοιοι πύργοι κτίζονταν στις πιο σημαντικές πόλεις της Μεσοποταμίας, τα λεγόμενα ζιγκουράτ. Τα αρχαία κείμενα (π.χ. Ενούμα Έλις) μας δείχνουν ότι το πρώτο ζιγκουράτ ήταν πύργος ή ναός που έκτισαν οι θεοί με πλίνθους προς τιμήν του θεού Μαρντούκ μετά τη νίκη του έναντι της Τιάματ. Σε μια κίνηση «απομυθοποίησης», όμως, ο βιβλικός συγγραφέας παρουσιάζει το πρώτο ζιγκουράτ να φτιάχνεται από απλούς ανθρώπους που παρεξήγησαν μάλλον τα πεπερασμένα τους όρια και πίστεψαν στη «θέωσή» τους.

Το ζιγκουράτ συμβόλιζε μια σκάλα προς τον ουρανό και το σχήμα του αντιπροσώπευε το άγιο βουνό στο οποίο οι θεοί κατοικούσαν. Για να τους συναντήσει κανείς έπρεπε να ανεβεί στο βουνό αυτό, να εισέλθει, δηλαδή, σε μια άλλη σφαίρα. Τη σφαίρα των θεών. Σ’ ένα επίπεδο αρκετά ψηλό ώστε να υψώνεται πάνω απ’ τα ύδατα των κατακλυσμών και του χάους που επικρατούν ή θα μπορούσαν να επέλθουν ξανά στον κόσμο.

Πουθενά, όμως, στην ιστορία μας δεν φαίνεται η επιθυμία συνάντησης των ανθρώπων αυτών με τον Θεό. Σκοπός τους είναι να κάνουν όνομα για τον εαυτό τους και να μην διασκορπιστούν στη γη. Σκοπός τους είναι, ανεξάρτητα απ’ τον Θεό, την καθοδήγησή του ή την άδειά του, αλλά μόνο με τα τεχνολογικά τους μέσα να φτάσουν στα ουράνια, ουσιαστικά να γίνουν σαν θεοί. Μάλλον να τον αντικαταστήσουν ήθελαν παρά να τον συναντήσουν.

Πρέπει να κατανοηθεί, λοιπόν, η ιστορία αρχικά σε συνάρτηση με την ιστορία της πτώσης στην Εδέμ όπου οι άνθρωποι είχαν ήδη κάνει μια απόπειρα να γίνουν σαν θεοί. Στην περίπτωση της Βαβέλ, ένας πύργος που η κορυφή του θα φτάνει στα ουράνια παραπέμπει πάλι σε τέτοια φιλοδοξία. Άρα η ιστορία αφορά την ανθρώπινη φύση. Είναι πρώτα απ’ όλα μια κριτική στον εαυτό που επιδιώκει με περηφάνια μια τεχνητή αυτόνομη «θέωση» στην ασφάλεια της συσπείρωσης της μάζας. Εκεί επιδιώκει ο άνθρωπος να βρει την ταυτότητά του, την αξία του, τη φήμη του.

Όλα αυτά αποτελούν ξεκάθαρη εναντίωση στις θείες προθέσεις για τον κόσμο, στο σχέδιο αγκαλιάσματος των «εσχάτων της γης», στην οδηγία του Θεού να αυξηθούν και να γεμίσουν τη γη η οποία τους δόθηκε στο 1:28 αλλά και μετά τον κατακλυσμό, ως μια δεύτερη απόπειρα δημιουργίας στο 9:1. Το όραμα ενός κόσμου που θα εξαπλωθεί οργανικά και θα αγκαλιάσει την ποικιλομορφία που θα προκύψει απ’ αυτό απορρίπτεται.

Το φαινόμενο της μιας γλώσσας (11:1, 6) ήταν γνώρισμα των μεγάλων αυτοκρατοριών. Επιβαλλόταν για να ελέγχουν οι αυτοκράτορες τους υπήκοούς τους και κυρίως τους αιχμαλώτους που αποκτούσαν από διάφορους ξένους λαούς που είχαν κατακτήσει. Ειδικά οι Ασσύριοι βασιλιάδες  παινεύονταν ότι έκαναν όλους τους ανθρώπους τους να έχουν «ένα στόμα», μια γλώσσα δηλαδή. Άρα εδώ η επιμονή στη μία γλώσσα παραπέμπει σε κυριαρχική ατζέντα επιβαλλόμενη στους λαούς.

Σ’ αυτήν την ατζέντα ο συγγραφέας απαντά σατιρικά παρουσιάζοντας τον Θεό να αναγκάζεται να κατέβει στο χαμηλό τους επίπεδο. Η αλαζονική επιθυμία τους να αντικαταστήσουν τον Θεό δεν καταφέρνει να τους ανεβάσει ούτε σπιθαμή στο επίπεδό του. Παραμένουν αβοήθητοι, μικροί κι ασήμαντοι μπροστά του. Ειρωνική είναι κι η φράση του «ορίστε, τίποτα δεν θα τους είναι αδύνατο τώρα», σαν διεισδυτικός αντίλαλος των αξιώσεών τους. Μοιάζει μ’ αυτό που είπε κάποτε και για τον Αδάμ: «ορίστε, ο άνθρωπος τώρα έγινε σαν κι εμάς» (3:22).

Η κατάβαση του Θεού παραπέμπει και στην ιστορία των Σοδόμων, όπου ο Θεός κατεβαίνει ανταποκρινόμενος στην ανάβαση της κακίας που έφτασε μέχρι τον ίδιο: «ας κατέβω να δω τι έπραξαν» (18:21). Αυτό το «ας κατεβούμε» προϊδεάζει ότι δεν θα τελειώσει καλά η ιστορία.

Η σύγχυση της γλώσσας τους έχει ως επακόλουθο τη μη κατανόηση του ενός από τον άλλον. Αν σκεφτεί κανείς ότι τα ζιγκουράτ κτίζονταν από ανθρώπους όλων των λαών της αυτοκρατορίας οι οποίοι θα έπρεπε να οργανωθούν και ν’ ακούουν τις οδηγίες των ανωτέρων τους για να διεκπεραιώσουν αυτό το τεράστιο οικοδομικό έργο, τότε μια διακοπή στην επικοινωνία κάνει ολόκληρο το σύστημα της αυτοκρατορίας να καταρρεύσει. Όχι μόνο λεκτικά αλλά γενικότερα, επικοινωνιακά και ενωτικά. Αν έρθει η διάσπαση στην ενότητα, στην ομοιογένεια της αυτοκρατορίας, επικρατεί σύγχυση στις δομές της. Μπορεί να σταθεί; Μπορεί να συνεχιστεί η επιβολή της εξουσίας από πάνω προς τα κάτω; Μπορούν οι εντολές των βασιλιάδων, των ιερέων, των αξιωματικών να ακολουθούνται και να διεκπεραιώνονται; Η βάση μιας τέτοιας ηγεσίας και των βλέψεών της για κατάκτηση του κόσμου καταρρέει στη στιγμή. Άρα, κατά κάποιο τρόπο, ο Θεός κάνει χάρη που διασκορπίζει τους ανθρώπους σ’ όλη τη γη για να τους σώσει απ’ την τυραννία της αφύσικης επιβεβλημένης κυριαρχίας των σπουδαίων κέντρων της αρχαιότητας. Αντί να τους εξοντώσει όπως τα Σόδομα, τους σπρώχνει ουσιαστικά προς την κατεύθυνση που θα έπρεπε να πάνε, να γεμίσουν τη γη.

Το λογοπαίγνιο που ακολουθεί, λοιπόν, έχει να κάνει με τη γελοιοποίηση της Βαβυλώνας και την ακύρωση της αλαζονικής αυτής ονομασίας. Τ’ όνομα Βαβέλ που σήμαινε «πύλη του θεού» συνδέεται τώρα με τη ρίζα βαλάλ (σύγχυση). Αντί να δηλώνει οποιαδήποτε σχέση της Βαβυλώνας με την υπερβατική σφαίρα, το όνομά της ταυτίζεται με το χάος και την ανικανότητα οργάνωσής της. Δεν έχει τον Θεό με το μέρος της. Aντίθετα, εναντιώνεται στον Θεό και επιφέρει σύγχυσή στον εαυτό της, την αρχή του τέλους της.

Η ιστορία είναι μια κριτική στις πολιτικές δυνάμεις της εποχής και με έντονο σαρκασμό προσπαθεί να τις υποσκάψει. Συνήθως αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι αδύναμοι λαοί ή οι μειονότητες ή οι αποικίες αντιστέκονται στις μεγάλες αυτοκρατορίες της εποχής τους. Καταγράφουν την ιστορία των απαρχών ως απάντηση σ’ αυτό που παρατηρούν να γίνεται και να επαναλαμβάνεται στον κόσμο: την ύβρη, την αλαζονεία του αυτόνομου ανθρώπου, το δικό του όνομα. Η ιστορία, όμως, δεν καταγράφεται για τους κακούς Βαβυλώνιους. Ο συγγραφέας την καταγράφει για τον δικό του τον λαό, τον Ισραήλ, που επαναπαύθηκε στη δύναμη και στο όνομα που αντλούσε απ’ τον δικό του πύργο, απ’ τον ναό του, το εκλεκτό του έθνος, τη δική του «πύλη του Θεού». Θα συνεχίσει στο κεφάλαιο 12 για να τους διδάξει τι εστί όνομα και πώς το αποκτά κανείς. Πώς θα μείνει κανείς στην ιστορία; Πώς θα αποκτήσει ένδοξη φήμη που θ’ αντέξει μετά θάνατον; Ποια είναι η εναλλακτική στην αυτοκρατορία;

Η απάντηση τελικά θα είναι ένας άνθρωπος που δεν θα συσπειρωθεί με τη μάζα αλλά θα την εγκαταλείψει σε υπακοή μιας κλήσης που φαίνεται να τον οδηγεί μακριά απ’ την ασφάλεια των πολλών, της οικογένειας και του λαού του. Μια φωνή θα τον οδηγήσει πέραν των συνόρων της αυτοκρατορίας των Χαλδαίων προς το άγνωστο, προς ένα παγκόσμιο όραμα ευλογίας όλων των φυλών της γης. Το όνομά του δεν θα ξεχαστεί ποτέ: Αβραάμ.

«Φύγε από τη χώρα σου, από τους συγγενείς σου κι από το σπίτι του πατέρα σου, και πήγαινε σε μια χώρα που εγώ θα σου δείξω…. Θα κάνω το όνομά σου ξακουστό και θα είσαι ευλογία για τους άλλους…. Μ’ εσένα θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης». (Γένεση 12:1-3)

 

 

 

Advertisements