Το Κλάμα της Ραχήλ

Rachel2Η εξουσία, ειδικά όταν είναι παράνομη, έχει τον τρόπο της να χειρίζεται καταστάσεις με ύπουλο τρόπο, με χρηματισμό κι εξαπάτηση. Τέτοιος ήταν κι ο Ηρώδης ο γνωστός, των πρώτων Χριστουγέννων. Ο ιστορικός Ιώσηπος δεν μας τον περιγράφει με τα καλύτερα λόγια, αλλά μας πληροφορεί πως τον ίδιο τον θρόνο του τον απέκτησε με δωροδοκία προς τον Αντώνιο της Ρώμης προκειμένου να δολοφονήσει τον πολιτικό αντίπαλό του Αντίγονο και να διοριστεί ο ίδιος τέτραρχος της Γαλιλαίας («ταῦτα φοβούμενος πολλοῖς χρήμασι πείθει τὸν Ἀντώνιον ἀνελεῖν Ἀντίγονον» Ιώσηπος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία 14.490).

Η εικόνα στο ευαγγέλιο του Ματθαίου δεν διαφέρει και πολύ, ειδικά στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται την επικείμενη απειλή ενάντια στην εξουσία του. Ακούει για την αναζήτηση των μάγων κι η ανασφάλεια της εξουσίας τον κυριεύει. Κινεί γη και ουρανό να μάθει ποιος τον απειλεί κι από πού προέρχεται. Υπογείως («λάθρᾳ», Ματθ 2:7), καλεί τους μάγους για πληροφορίες χωρίς να φανερώσει τις αληθινές προθέσεις του, προσποιούμενος ότι συμμερίζεται τη μεσσιανική προσδοκία του λαού του. Γνωρίζει ότι ο ίδιος δεν προέρχεται απ’ τη Δαβιδική γενιά, ότι ο θρόνος ανήκει νομίμως σε άλλον, επομένως ξεκινά η επιστράτευση των όπλων της «ανασφάλειας» για να κατοχυρώσει την «καρέκλα» του.

Πρώτα απ’ όλα, η ψευδοταπεινοφροσύνη! Όλα τα τεχνάσματα του γίνονται – μα για ποιον άλλο λόγο; Για να τρέξει να προσκυνήσει κι αυτός: «ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ» (Ματθ 2:8). Σίγουρα, το ίδιο «θεοσεβούμενο» ενδιαφέρον θα χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα μπροστά στους αρχιερείς και τους γραμματείς τους οποίους ρωτούσε για τις μεσσιανικές προφητείες. Ταυτόχρονα, όμως, ακονιζόταν «κρυφίως» η μάχαιρά του, το δεύτερό του όπλο: ο θάνατος.

Η «υπόγεια» συμπεριφορά του, όμως, δεν μπορεί να ελέγξει μια πολύ βαθύτερα κρυμμένη δύναμη που ενεργείται εν αγνοία του. Μια φωνή παρασκηνίων που μετακινεί ανθρώπους στη σκακιέρα της ιστορίας (τους μάγους, τον Ιωσήφ και τη Μαρία) κρατώντας πάντοτε προστατευμένη την εγκυμονούσα απειλή που σαμποτάρει τις φονικές φιλοδοξίες των μεγάλων. Αυτή δεν πεθαίνει. Ο Ηρώδης, συνειδητοποιώντας ότι εξαπατήθηκε – πληρώθηκε δηλαδή με το ίδιο νόμισμα κατά κάποιον τρόπο – οργίσθηκε και προχώρησε προς το τερατούργημα της βρεφοκτονίας στη Βηθλεέμ. Τίποτα δεν φαίνεται να μεσολαβεί ανάμεσα στην οργή του και στον φόνο, αλλά ταυτίζονται, συμβαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα, χωρίς να διαφέρουν καθόλου απ’ την εξαγρίωση ενός αιμοβόρου ζώου.

Και τώρα, η τραγωδία του απόλυτου εκτροχιασμού της ανθρώπινης εξουσίας καταλήγει πάντοτε στην κραυγή της μάνας, όπως τότε έτσι και σήμερα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη έκφραση απελπισίας απ’ τον μητρικό θρήνο, το μοιρολόι που ηχεί μέσα στους αιώνες, απ’ τη μάνα που θρηνεί τα σφαγιασμένα της παιδιά στον πόλεμο, στον βομβαρδισμό, στον πνιγμό της βίαιης μετανάστευσης, στο ξερίζωμα του μέλλοντος πριν αυτό καν ξεκινήσει:

τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν διὰ Ἰερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος·

φωνὴ ἐν Ῥαμὰ ἠκούσθη,

κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς·

Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς,

καὶ οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι,

ὅτι οὐκ εἰσίν.

(Ματθ 2:17-18)

Η Ραχήλ είναι η κάθε μάνα που κλαίει και αρνείται οποιαδήποτε παρηγοριά. Η Ραχήλ, η μητριάρχις του Ισραήλ και συγκεκριμένα μητέρα του Ιωσήφ και του Βενιαμίν, θεωρείται ότι τάφηκε εκεί κοντά στη Βηθλεέμ, όπου έγινε η σφαγή (βλ. Γεν 35:19, 1 Σαμ 10:2). Η μητριάρχις που κλαίει για τα παιδιά της, είναι μια εικόνα δανεισμένη απ’ τον προφήτη Ιερεμία (31:15 [Ο΄ 38:15]), όπως μας λέει κι ο Ματθαίος. Στον Ιερεμία βλέπουμε ότι η Ραμά ήταν ο τόπος όπου μαζεύτηκαν οι αιχμάλωτοι πριν να εξοριστούν στη Βαβυλώνα (40:1), κοντά στην περιοχή του τάφου της Ραχήλ. Μ’ άλλα λόγια, ξυπνά η πρόγονος του Ισραήλ και κλαίει απ’ τον τάφο της απαρηγόρητη, σαν τη φωνή του αίματος του Άβελ μέσ’ απ’ το χώμα, καθώς γίνεται μάρτυρας της καταστροφής των απογόνων της.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το ποίημα προέρχεται από το βιβλίο των παρηγορητικών λόγων του Ιερεμία προς τον λαό Ισραήλ (30:1-31:40). Αυτό είναι παράδοξο αν σκεφτεί κανείς ότι η Ραχήλ δεν θέλει να παρηγορηθεί «οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι». Ο θρήνος της Ραχήλ προκαλείται απ’ την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και την εξορία μιας σημαντικής μερίδας του λαού στη Βαβυλώνα. Τα παιδιά της χάνουν τον τόπο τους, χάνουν τον ναό τους, το έμβλημα της μοναδικής τους ταυτότητας ως λαός Θεού. Περιφέρονται στα συντρίμμια της πόλης του Δαβίδ, μιας πόλης που γνώρισε μεγαλεία αλλά τώρα γονατίζει μπροστά στους δυνάστες της με συντριμμένη κάθε ελπίδα. Που είναι ο ηγέτης τους; Ποιος θα τους μαζέψει πάλι στη γη τους, ποιος θα καταφέρει άραγε ν’ αλλάξει τον θρήνο σε τραγούδι τώρα που φεύγουν όλοι πρόσφυγες; Ο Ιερεμίας, όμως, αναφέρει το κλάμα της Ραχήλ για να το αντιστρέψει, για να δείξει ότι αυτό το κλάμα είναι ο πρόλογος του οποίου η αποκατάσταση έπεται κι ότι ο Θεός τους εγγυάται την επιστροφή και την ίαση στον λαό Του.

Από το κεφάλαιο 30 ο Ιερεμίας αναγνωρίζει στον λαό ότι η θλίψη τους θα είναι τόσο μεγάλη αλλά παρόλα αυτά θα επιβιώσουν μέσα απ’ αυτήν. Δεν θα νικηθούν, δεν θα εξαλειφτούν (30:7). Ο Κύριός τους θα συντρίψει τον ζυγό που τους επέβαλαν οι ξένοι (30:8). Πράγματι, δεν υπάρχει παρηγοριά για το βάσανό τους. Δεν υπάρχει φάρμακο και θεραπεία για τέτοιες πληγές που υπέστηκαν και κανείς δεν μπορεί να τους σώσει ούτε απ’ τον εχθρό αλλά ούτε απ’ τους ίδιους τους εαυτούς τους και τα δικά τους αμαρτήματα (30:12-15). Μέσα στην απελπισία που νιώθουν, έρχεται όμως κι η υπόσχεση ότι «ο ηγέτης τους θα είναι ένας απ’ αυτούς!» Θα βιώνει τον πόνο τους; Θα είναι το ίδιο ταλαιπωρημένος και ταπεινωμένος; Θα τους κατανοεί πλήρως ώστε να μπορεί να πλησιάσει τον Θεό ως μεσίτης τους (30:21);

Η Ραχήλ αρνείται να παρηγορηθεί αλλά ο Ιερεμίας την καθησυχάζει με το όραμα της μελλοντικής αποκατάστασης. Για τον Ματθαίο το κλάμα της Ραχήλ συμπληρώθηκε κάτω απ’ το φονικό χέρι της ρωμαϊκής μαριονέτας, τον Ηρώδη. Το ρηθέν του Ιερεμία εκπληρώθηκε. Ήρθε η ώρα της να παρηγορηθεί για τον χαμό των παιδιών της μέσα από μια γέννηση. Ο θάνατος του παιδιού απαντάται με τη γέννηση παιδιού. Αλλά πώς μπορεί η γέννηση ενός παιδιού να φέρει πίσω το δικό της;

Κακά τα ψέματα, μόνο η ανάσταση είναι παρηγοριά για τη θρηνούσα μάνα. Η ανάσταση είν’ η μόνη δικαιοσύνη που δεν ξευτιλίζει τον πόνο και αρνείται να εξαγοράσει με φτηνά υποκατάστατα τον χαμό τόσων παιδιών, των «μικρών τούτων» στους οποίους δικαίως είπε ο Ιησούς ότι ανήκει η βασιλεία των Ουρανών (Ματθ 19:14). Ναι, δεν υπάρχει φάρμακο και θεραπεία για τον θρήνο της Ραχήλ και της κάθε Ραχήλ. Αρνούμαστε να παρηγορηθούμε ακόμα και με την κατοχή μιας γης και μιας πατρίδας η οποία ποτίστηκε μ’ αθώο αίμα. Θέλουμε άλλη γη, καθαρή, πλυμένη, εξαγνισμένη, αναδημιουργημένη. Δεν είμαστε τρελοί που απαιτούμε μια δικαιοσύνη που ακόμη δεν παράχθηκε ανθρωπίνως από κανένα κόμμα κι από καμιά κυβέρνηση. Ο θάνατος δεν πληρώνεται με θάνατο. Μόνο με γέννηση θα πληρωθεί, μια γέννηση που θα καταπιεί κι αυτόν τον ίδιο τον θάνατο. Θα μπορούσαμε, σαφώς, να γίνουμε «ρεαλιστές» και να συμβιβαστούμε με μικρές κοινωνικές αναδιαρθρώσεις, αλλά το έλλειμα θα παραμένει πάντοτε και οφείλουμε να το αρθρώνουμε. Το κλάμα της μάνας δεν μπορεί κανείς να το πνίξει. Πώς να παρηγορήσεις τη Σύρια μάνα; Μ’ έναν υπνόσακο; Μ’ ένα καρβέλι ψωμί; Μ’ ένα στρώμα στον προσφυγικό καταυλισμό; Όχι, «οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι» και καλά κάνει. Γιατί ο κόσμος αυτός πρέπει να γεννηθεί ξανά κι αυτός που θα ηγηθεί πρέπει να έχει περάσει, τουλάχιστο, μέσα απ’ την κόλαση.

Ησύχασε Ραχήλ, κάτι γεννιέται….

 

Advertisements