Ο Αγιασμός του Χρόνου

Εκδόθηκε στον Αστήρ 156:9 (Οκτώβριος 2013): 263-267

ImageΈχουν γίνει από τους αποστολικούς αιώνες και γίνονται ακόμα άπειρες συζητήσεις περί Σαββάτου και Κυριακής, αν πρέπει να τηρείται και πως, ποιες εργασίες επιτρέπονται και ποιες όχι. Το άρθρο αυτό δεν σκοπεύει να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήματα αλλά να ανιχνεύσει τα κοινωνικοπολιτικά μηνύματα της ριζοσπαστικής ιδέας του σαββατισμού στον αρχαίο κόσμο. Η έννοια του σαββατισμού είναι πρωταρχικά θεολογική. Φανερώνει, δηλαδή, τον χαρακτήρα του Θεού της Βίβλου και τους σκοπούς του απέναντι σε επικρατούσες αντιλήψεις, κοσμοθεωρίες και πρακτικές του αρχαίου κόσμου. Αυτό τον χαρακτήρα και αυτή την οπτική θέλουμε να κατανοήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε για να μας εμπνεύσουν και να κτίσουν μέσα μας αξίες προσαρμόσιμες σε συνθήκες και καταστάσεις κάθε εποχής. Τι ακριβώς μας λέει, λοιπόν, ο Θεός με το Σάββατο στην Παλαιά Διαθήκη;

1. Ο Αγιασμός του Χρόνου

Ήταν κοινώς κατανοητό στον αρχαίο κόσμο ότι οι θεοί μόνο σε ναούς αναπαύονται. Γι αυτό το λόγο οικοδομούνται ναοί – είναι οι χώροι ανάπαυσης της θεότητας.[1] Παρόλο που βλέπουμε τον Θεό στο βιβλίο της Γένεσης να αναπαύεται στη δημιουργία Του «εν τόπω», είναι σημαντικό να προσέξουμε ότι αναπαύεται πρωταρχικά μέσα σε μια μέρα, «εν χρόνω» (καὶ κατέπαυσεν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμη [Γεν 2:2]).

Τόσο ο χώρος όσο και ο χρόνος θεωρούνται σφαίρες που υπόκεινται στο διαχωρισμό του άγιου και του βέβηλου. Είμαστε, συνήθως, περισσότερο εξοικειωμένοι με την έννοια του άγιου όσον αφορά ορατά και χειροπιαστά πράγματα, όπως π.χ. ο ναός ή ο χώρος λατρείας, σκεύη ή βιβλία που χρησιμοποιούνται τελετουργικά, επιτρεπόμενα και μη επιτρεπόμενα φαγητά κ.ο.κ. Ο χρόνος, όμως, το μη ορατό αυτό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, δεν αφήνεται στην τύχη αλλά διαχωρίζεται και αυτό μεταξύ κοινού χρόνου και άγιου χρόνου από τις απαρχές της Δημιουργίας.

Στη Γένεση 2:3 ο Θεός «αγιάζει» (βαγεκαντές) την έβδομη μέρα και αυτό είναι το ίδιο ρήμα που χρησιμοποιείται για τον αγιασμό της Σκηνής του Μαρτυρίου, των τελετουργικών σκευών και των ιερέων από τον Μωυσή (π.χ. Λευ 8:10, 30). Αυτή η αντίληψη του χρόνου δείχνει ευθύς εξαρχής ότι ακόμα και ο χρόνος είναι αντικείμενο που διατρέχει τον κίνδυνο κατάχρησης ή καλύτερα βεβήλωσης. Ο αγιασμός του υπονοεί οριοθέτηση και προστασία από τυχόν παραβιάσεις. Όπως, λοιπόν, ο ναός είναι ο τόπος της κατοικίας του Θεού έτσι και το Σάββατο είναι ο χρόνος της κατοικίας του Θεού, είναι δική Του μέρα.

Μια επιφανειακή ανάγνωση θα μας οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι ο Θεός απλά κουράστηκε από την εργασία Του, τη δημιουργία του κόσμου δηλαδή, και επέλεξε μια μέρα της βδομάδας για να ξεκουραστεί. Η ιστορία της δημιουργίας, όμως, υπονοεί πολύ περισσότερα πράγματα απ’ όσα φαίνονται στο σύγχρονο αναγνώστη. Το κείμενο θέλει να περάσει κάποια έντονα πολεμικά μηνύματα ενάντια σε επικρατούσες θεωρίες περί εργασίας και ανάπαυσης, τα οποία μπορούμε να συλλάβουμε μόνο με μια σύγκριση των ιστοριών και των αντιλήψεων που κυκλοφορούσαν στην αρχαία Μεσοποταμία.

2. Αρχαία Μεσοποταμία και Ανάπαυση

Η ανάπαυση ήταν αποκλειστικό αγαθό των θεών και στην αρχαία Μεσοποταμία επικρατούσε η αντίληψη ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για ένα σκοπό μόνο: να αναπαύσει τους θεούς από την καταπιεστική τους εργασία. Το Έπος του Ατραχάσις για παράδειγμα, μια πολύ διαδεδομένη ιστορία από την οποία αντλεί και το Έπος του Γκιλγκαμές,[2] ξεκινάει με την περιγραφή της ιεραρχίας των θεών. Η ανώτερη τάξη, οι Ανουννάκι, υπηρετούνται από την κατώτερη τάξη, τους Ιγκίγκι, οι οποίοι κάνουν τις πιο σκληρές ταπεινωτικές εργασίες, σκαλίζουν και καθαρίζουν τα κανάλια, τα ποτάμια, ποτίζουν τα χωράφια, και όλα αυτά με παράπονα και πολύ γογγυσμό. Μετά από 3600 χρόνια καταπίεσης ξεκινάνε μια διαδήλωση διαμαρτυρίας για τις αφόρητες συνθήκες εργασίας. Αμέσως ορίζεται συμβούλιο των θεών της ανώτερης τάξης, των Ανουννάκι, οι οποίοι προσπαθούν να εξακριβώσουν ποιοι ξεκίνησαν την ανταρσία και να τους συντρίψουν. Οι Ιγκίγκι τους αντιμετωπίζουν ως μια «συνδικαλιστική» ενότητα χωρίς να παραδώσουν τους υποκινητές τους, γεγονός που αναγκάζει τους Ανουννάκι να βρουν άλλες λύσεις για το πρόβλημα. Τότε ο θεός Ένκι έχει μια ιδέα. Να δημιουργηθεί ο άνθρωπος για να κάνει αυτός όλες τις καταναγκαστικές εργασίες και να σταματήσουν οι γογγυσμοί των Ιγκίγκι. Γίνετε η εξής παράκληση στην «θεά της μήτρας» και αυτή ανταποκρίνεται:

«Είσ’ η θεά της μήτρας, του ανθρώπινου γένους η δημιουργός.

Ένα θνητό δημιούργησε, τον ζυγό να σηκώσει.

Ας σηκώσει τον ζυγό, του Ενλίλ τη δουλειά,

Ο άνθρωπος το φορτίο των θεών ας σηκώσει». (Πινακίδα Ι, Στήλη [iv])

… 

«Τέλεια έκανα

Τη δουλειά που με προστάξατε.

Ένα θεό με τον νου του μαζί σφάξατε.

Απ’ τη σκληρή δουλειά σας ξαλάφρωσα,

Στον άνθρωπο έβαλα το φορτίο.

Στην ανθρωπότητα θόρυβο χαρίσατε,

Τα δεσμά έλυσα κι έδωσα λεφτεριά». (Πινακίδα Ι, Στήλη [v])[3]

Επομένως, η μαζική παραγωγή ανθρώπων, εργατικού δυναμικού δηλαδή, αποτελεί τη λύση στην πολυπόθητη ανάπαυση των θεών. Το ίδιο ισχύει και στο βαβυλωνιακό έπος Ενούμα Έλις. Ο άνθρωπος δημιουργείται και επιστρατεύεται στην εργασία προς ανάπαυση των θεών:

Θα μαζέψω αίμα και θα κάνω να γίνουν κόκαλα.

Θα πλάσω έναν άγριο, άνθρωπος θα ‘ναι τ’ όνομά

του.

Αληθινά, αγριο-άνθρωπο θα δημιουργήσω.

Θ’ αναλάβει την υπηρεσία των θεών, για να είναι

Αυτοί άνετα.

(Πινακίδα 6, 5-9).[4]

Οι μύθοι του αρχαίου κόσμου είναι το παράθυρο στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι έβλεπαν την πραγματικότητα. Μας δείχνουν την τότε κατανόηση του κόσμου και την εξήγηση των δομών της κοινωνίας ως είχε. Οι μύθοι αυτοί, και συγκεκριμένα το Έπος του Ατραχάσις, αντικατοπτρίζουν την κατάσταση στη γήινη σφαίρα όπου ο κοινός άνθρωπος υπάρχει για να υπηρετεί τον βασιλιά (τον αντιπρόσωπο των θεών δηλαδή) έτσι ώστε αυτός και η τάξη του να απολαμβάνουν μια ζωή χλιδής και ανάπαυσης. Ο διαχωρισμός μεταξύ της κυρίαρχης τάξης και της υποτακτικής φορολογούμενης τάξης αποκτά μ’ αυτό τον τρόπο, μέσα απ’ αυτά τα κείμενα, θεία επικύρωση. Το πολιτικο-οικονομικό στάτους κβο είναι η τάξη του σύμπαντος, θεμελιωμένη από καταβολής κόσμου.[5]

Η ιστορία της Γένεσης έχει πολύ περισσότερες διαφορές παρά ομοιότητες μ’ αυτές τις ιστορίες δημιουργίας. Ωστόσο, μπορεί κανείς να διακρίνει στη Γένεση αναφορές στις αρχαίες αυτές ιστορίες, όχι με την έννοια της αντιγραφής αλλά με την έννοια της πολεμικής υποσκέλισης των δεσποζουσών αντιλήψεων μέσω των αληθειών του βιβλικού μηνύματος. Σκοπός αυτών των αναφορών είναι η ανάδειξη της υπεροχής του Θεού του Ισραήλ και της απόλυτης κυριαρχίας Του επάνω στη «μοίρα» του λαού Του.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι μεσοποταμιακοί μύθοι φανερώνουν ότι η ανάπαυση είναι το ζητούμενο, αλλά κατοχυρώνουν την αντίληψη ότι αυτό το αγαθό είναι πολυτέλεια που δικαιωματικά ανήκει στην ανώτατη τάξη της κοσμικής ιεραρχίας και ότι ο άνθρωπος, η δημιουργία του οποίου αποτελεί σχέδιο Β, έχει χρηστική αξία στην κοσμογονία. Με άλλα λόγια η ιδέα της ανάπαυσης δεν είναι η ανταμοιβή ή το τέλος που απολαμβάνει ο εργαζόμενος, αλλά αντιθέτως, η ανάπαυση είναι κτήμα των μη-εργαζομένων και η εργασία είναι η μοίρα των μαζών. Αυτό τον κόσμο και αυτές τις αντιλήψεις έρχεται να αμφισβητήσει το βιβλίο της Γένεσης προσφέροντας μια ριζικά διαφορετική κατανόηση του Θεού, του ανθρώπου και του σκοπού του επάνω στη γη.

3. Η Ανάπαυση του Θεού στη Γένεση

Στο βιβλίο της Γένεσης, ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως η κορωνίδα της δημιουργίας του Θεού την έκτη μέρα και ανάγει την αξία της δημιουργίας ολόκληρης από το «καλόν» (1:4, 10, 12, 18, 21, 25) στο επίπεδο του «καλά λίαν» (1:31). Πουθενά δεν παρουσιάζεται η δημιουργία της ανθρωπότητας ως σχέδιο απρόβλεπτο ή εναλλακτικό.

Το στοιχείο της ιστορίας που μας ενδιαφέρει περισσότερο, όμως, είναι η απουσία οποιασδήποτε καταπίεσης και επιβολής ζυγού στον άνθρωπο ως προϋπόθεση της ανάπαυσης του Θεού. Ο Θεός αναπαύεται μόνος Του κατόπιν ολοκλήρωσης του έργου Του χωρίς να έχει χρησιμοποιηθεί ο Αδάμ για την εξασφάλιση της θείας ανάπαυσης. Στο πρώτο κεφάλαιο της Γένεσης ο Θεός φέρνει τη χλωρίδα στην ύπαρξη την τρίτη μέρα, και την καρποφορία των δέντρων επίσης, εν απουσία οποιασδήποτε συμβολής του ανθρώπου (1:11-13). Στο δεύτερο κεφάλαιο οι περιγραφές είναι παρόμοιες. Παρόλο που αναφέρεται ότι ο άνθρωπος θα εργάζεται τη γη (2:5), εντούτοις ο Θεός είναι ο πρώτος «αγρότης» της Εδέμ. Ο άνθρωπος τοποθετείται σ’ αυτό τον κήπο αφότου ο Θεός δούλεψε από μόνος Του τόσο στο φύτεμα όσο και στο πότισμα, ωσάν να υπηρετούσε τον άνθρωπο:[6]

πηγὴ δὲ ἀνέβαινεν ἐκ τῆς γῆς καὶ ἐπότιζεν πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς . . .

καὶ ἐφύτευσεν κύριος ὁ θεὸς παράδεισον ἐν Εδεμ κατὰ ἀνατολὰς καὶ ἔθετο ἐκεῖ τὸν ἄνθρωπον ὃν ἔπλασεν . . .

Καὶ Κύριος ὁ Θεὸς ἔκαμε νὰ βλαστήσῃ ἐκ τῆς γῆς πᾶν δένδρον ὡραῖον εἰς τὴν ὄρασιν καὶ καλὸν εἰς τὴν γεῦσιν· . . . 

Ποταμὸς δὲ ἐξήρχετο ἐκ τῆς Ἐδὲμ διὰ νὰ ποτίζῃ τὸν παράδεισον· καὶ ἐκεῖθεν ἐμερίζετο εἰς τέσσαρας κλάδους. Τὸ ὄνομα τοῦ ἑνός, Φισών· οὗτος εἶναι ὁ περικυκλόνων πᾶσαν τὴν γῆν Ἀβιλά· . . .

Καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ποταμοῦ τοῦ δευτέρου, Γιών· οὗτος εἶναι ὁ περικυκλόνων πᾶσαν τὴν γῆν Χούς.

Καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ποταμοῦ τοῦ τρίτου, Τίγρις· οὗτος εἶναι ὁ ῥέων πρὸς ἀνατολὰς τῆς Ἀσσυρίας. Ὁ δὲ ποταμὸς ὁ τέταρτος, οὗτος εἶναι ὁ Εὐφράτης.

Καὶ ἔλαβε Κύριος ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον καὶ ἔθεσεν αὐτὸν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς Ἐδὲμ διὰ νὰ ἐργάζηται αὐτὸν καὶ νὰ φυλάττῃ αὐτόν. (Ο΄ 2:6-10)

Από την καλλιέργεια του κήπου δεν εξυπηρετείται κανένας άλλος εκτός από τον ίδιο τον άνθρωπο. Ό,τι παράγεται είναι για την απόλαυση του ανθρώπου, όχι των θεών: «καὶ ἐνετείλατο κύριος ὁ θεὸς τῷ Αδαμ λέγων ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φάγῃ» (Ο΄ Γεν 2:16).

Δύο στοιχεία που αναδεικνύονται στις ενέργειες του Θεού όσον αφορά την εργασία και την ανάπαυση είναι πρώτον, ότι, σε αντίθεση με την αντίληψη της εργασίας στο Έπος του Ατραχάσις, η εργασία Του δεν φανερώνει ίχνος εξαναγκασμού ή καταπίεσης που να δίνει την αίσθηση ότι επιθυμούσε να την αποφύγει. Αντιθέτως, την αξιολογεί ως «καλή λίαν». Δεύτερον, η ανάπαυση του Θεού την έβδομη μέρα είναι ελεύθερη από την καταπίεση του ανθρώπου. Δεν προκύπτει, δηλαδή, από τη χρήση και εκμετάλλευση ανθρώπινου δυναμικού.[7] Ο άνθρωπος της Γένεσης δεν έχει χρηστική αξία. Δεν είναι μέσον αλλά τέλος.

4. Αρχαία Αίγυπτος και η Απουσία Ανάπαυσης

Όταν το βιβλίο της Εξόδου μας πάει στην Αίγυπτο, ανοίγεται μπροστά μας μια παγανιστική κοινωνία χωρίς Σάββατο και έρχεται σε απόλυτη αντιπαράθεση με το χαρακτήρα και τις αρχές του «αγρότη» Θεού της Γένεσης που αρνείται να χρησιμοποιήσει τον άνθρωπο προς ανάπαυσή Του. Στην Αίγυπτο ισχύει το αντίθετο. Η διαφθορά της εργασίας που ξεκινά με την ανυπακοή του Αδάμ στη Γένεση 3:17 φτάνει στο αποκορύφωμά της στην δουλεία της Αιγύπτου. Το κοσμικό σύστημα διατηρείται στην ύπαρξη μέσω της ανθρώπινης καταπίεσης. Η εξουσία και η δύναμη της βασιλείας του θεού Φαραώ «αναπαύονται» στoν ακατάπαυστο μόχθο των εργατών του: «καὶ ἐπέστησεν αὐτοῖς ἐπιστάτας τῶν ἔργων ἵνα κακώσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ἔργοις καὶ ᾠκοδόμησαν πόλεις ὀχυρὰς τῷ Φαραω τήν τε Πιθωμ καὶ Ραμεσση καὶ Ων ἥ ἐστιν Ἡλίου πόλις» (Ο΄ Έξοδ 1:11, βλ. επίσης 1:13-14, 2:11, 3:7, 16).

Σε μια τέτοια κοινωνία η εισήγηση της ανάπαυσης των εργατών ακούγεται παράλογη και ανεξήγητη γιατί δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της κοινωνίας και την ανάπτυξή της: «καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς Αἰγύπτου ἵνα τί Μωυσῆ καὶ Ααρων διαστρέφετε τὸν λαόν μου ἀπὸ τῶν ἔργων ἀπέλθατε ἕκαστος ὑμῶν πρὸς τὰ ἔργα αὐτοῦ καὶ εἶπεν Φαραω ἰδοὺ νῦν πολυπληθεῖ ὁ λαός μὴ οὖν καταπαύσωμεν αὐτοὺς ἀπὸ τῶν ἔργων» (Ο΄ Έξοδ 5:4-5). Σε ένα τέτοιο καθεστώς η παύση των εργασιών μπορεί να ερμηνευθεί μόνο ως «νοθρότητα» και «οκνηρία»: «Ὀκνηροὶ εἶσθε, ὀκνηροί· διὰ τοῦτο λέγετε, Ἄφες νὰ ὑπάγωμεν νὰ προσφέρωμεν θυσίαν πρὸς τὸν Κύριον» (Έξοδ 5:17 Βάμβας, βλ. επίσης 5:8).

Η Αίγυπτος, λοιπόν, είναι το καθεστώς της «απόλυτης εργασίας», σύμφωνα με τον όρο του Josef Pieper, όπου ο άνθρωπος ορίζεται βάση της χρηστικής του αξίας και της παραγωγικότητάς του. Η ερώτηση που θέτει ο Pieper είναι: εάν ο κόσμος ορίζεται ως ο κόσμος της «απόλυτης εργασίας», είναι ικανός αυτός ο ορισμός να εξαντλήσει την πραγματικότητα του κόσμου μας; Μπορεί ο άνθρωπος να πραγματωθεί πλήρως μέσα στα πλαίσια του κόσμου εργασίας, μπορεί να βιώσει την ύπαρξή του στην ολότητά της μέσα σε μια εργασιακή ύπαρξη;[8] Εδώ να πούμε ότι το σύστημα της Αιγύπτου καταδικάζεται όχι απλά επειδή ήταν καταπιεστικό. Μπορεί κάποιος να μην το βίωσε ως τέτοιο αλλά να το είχε συνηθίσει και να επωφελούταν κιόλας απ’ αυτό («καὶ εἶπαν πρὸς αὐτοὺς οἱ υἱοὶ Ισραηλ ὄφελον ἀπεθάνομεν πληγέντες ὑπὸ κυρίου ἐν γῇ Αἰγύπτῳ ὅταν ἐκαθίσαμεν ἐπὶ τῶν λεβήτων τῶν κρεῶν καὶ ἠσθίομεν ἄρτους εἰς πλησμονήν ὅτι ἐξηγάγετε ἡμᾶς εἰς τὴν ἔρημον ταύτην ἀποκτεῖναι πᾶσαν τὴν συναγωγὴν ταύτην ἐν λιμῷ» [Έξοδ 16:3]). Το σύστημα είναι προβληματικό γιατί είναι ένα κλειστό σύστημα εγκλωβισμένο στην εργασιακή ύπαρξη.

Βάση μιας κοσμογονίας όπου ο άνθρωπος δημιουργείται ως εργατικό δυναμικό, ο κόσμος ως κόσμος «απόλυτης εργασίας» θα πραγμάτωνε στο έπακρο τους λόγους ύπαρξης του ανθρώπου. Στον κόσμο του Φαραώ, ο χρόνος που δεν εντάσσεται στα πλαίσια της εργασίας μπορεί να εξηγηθεί μόνο με όρους νωθρότητας. Στα πλαίσια της Γένεσης, όμως, μια ολιστική κατανόηση του ανθρώπου απαιτεί να φτάσει σ’ ένα χρόνο πέραν της εργασίας – πόσο μάλλον της καταπιεστικής εργασίας.

Ο άνθρωπος πρέπει να συμμετέχει σε μια εμπειρία η οποία δεν είναι μέσο αλλά τέλος. Μια εμπειρία που υπάρχει για τον εαυτό της, που δεν έχει χρηστική αξία.[9] Μια ολιστική κατανόηση της ύπαρξης απαιτεί τον σαββατισμό. Δεν εννοούμε μια απλή παύση της εργασίας η οποία απλά θα εξυπηρετούσε ως προς τη βελτίωση των επιδόσεων του εργάτη, θα ήταν δηλαδή αναπόσπαστο μέρος του κόσμου ως κόσμου «απόλυτης εργασίας»,[10] αλλά μιλάμε για σαββατισμό, έναν όρο εμποτισμένο με θρησκευτικό περιεχόμενο, μια πρακτική γεννημένη στη θεία και όχι στην ανθρώπινη σφαίρα. Ο Θεός δεν απαιτεί ένα εργασιακό διάλειμμα αλλά την απόδραση από τη σφαίρα του κόσμου της «απόλυτης εργασίας» σε ένα χρόνο άγιο, στο χρόνο του Θεού: «τάδε λέγει κύριος ὁ θεὸς Ισραηλ ἐξαπόστειλον τὸν λαόν μου ἵνα μοι ἑορτάσωσιν ἐν τῇ ἐρήμῳ» (Έξοδ 5:1 Ο΄). Ακόμα δεν έχει θεσπιστεί το Σάββατο σ’ αυτό το σημείο αλλά εδώ έχουμε την πρώτη απαίτηση κατάπαυσης της εργασίας.

Κατά κάποιο τρόπο, η έξοδος τον Ισραηλιτών από την Αίγυπτο είναι ταυτόχρονα η έξοδος από ένα κόσμο που λήγει την έκτη μέρα και άρα δεν ξεχωρίζει η πρώτη από την έκτη ή από τις υπόλοιπες. Η έξοδος είναι έξοδος από την έλλειψη Σαββάτου, είναι κοσμογονική, είναι αναδημιουργία, επαναπροσδιορίζει τα θεμέλια του σύμπαντος, συλλαμβάνει τον κόσμο εκ νέου και αναθεωρεί τον σκοπό της ύπαρξης του ανθρώπου. Η απαίτηση του Θεού είναι γιορτή. Ο άνθρωπος καλείται στην έξοδο από τη ματαιότητα της απόλυτης εργασίας στο παράλογο, στο μη-παραγωγικό μιας γιορτής, σε μια σφαίρα όπου ο άνθρωπος δεν λειτουργεί πλέον ως μέσο αλλά είναι αποδέκτης της δημιουργίας και λατρευτής του Δημιουργού, μπαίνει στη σφαίρα Του. Ο Θεός προσκαλεί τον άνθρωπο στη γιορτή Του, στο τραπέζι Του, κάτι που θα πρέπει να αντικατοπτριστεί και στην ανθρώπινη σφαίρα κάθε Σάββατο.

5. Imitatio Dei: Εργασία και ανάπαυση για τον άνθρωπο

Η κατανόηση της ανάπαυσης του Θεού της Βίβλου στα πλαίσια του πολυθεϊστικού αρχαίου κόσμου μας βοηθάει να καταλάβουμε και το τι συμπεριλαμβάνει η προτροπή της μίμησης του Θεού όσον αφορά την τήρηση του Σαββάτου στο βιβλίο της Εξόδου και του Δευτερονομίου. Η σύνδεση μεταξύ της θείας εμπειρίας και της ανθρώπινης υποχρέωσης δεν είναι τόσο ξεκάθαρη στη Γένεση αλλά στην Έξοδο φανερώνεται πλήρως στον Δεκάλογο όπου θεσπίζεται πλέον η εβδομάδα:

Ἐνθυμοῦ τὴν ἡμέραν τοῦ σαββάτου, διὰ νὰ ἁγιάζῃς αὐτήν· 9  ἕξ ἡμέρας ἐργάζου καὶ κάμνε πάντα τὰ ἔργα σου· 10  ἡ ἡμέρα ὅμως ἡ ἑβδόμη εἶναι σάββατον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου· μὴ κάμῃς ἐν ταύτῃ οὐδὲν ἔργον, μήτε σύ, μήτε ὁ υἱὸς σου, μήτε ἡ θυγάτηρ σου, μήτε ὁ δοῦλός σου, μήτε ἡ δούλη σου, μήτε τὸ κτῆνός σου, μήτε ὁ ξένος σου, ὁ ἐντὸς τῶν πυλῶν σου· 11  διότι εἰς ἕξ ἡμέρας ἐποίησεν ὁ Κύριος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς· ἐν δὲ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ κατέπαυσε· διὰ τοῦτο εὐλόγησε Κύριος τὴν ἡμέραν τοῦ σαββάτου καὶ ἡγίασεν αὐτήν. (Έξοδ 20:8-11)

Βλέπουμε ότι οι έξι μέρες είναι «κοινές» και η έβδομη είναι «ιερή», αποτελεί την κλιμάκωση των έξι. Εδώ να πούμε ότι δεν υπάρχει γνωστή παράλληλη πρακτική ή προτροπή τήρησης του Σαββάτου ή άλλης μέρας ανάπαυσης στις κουλτούρες της αρχαίας Εγγύς Ανατολή.[11] Ο διαχωρισμός του χρόνου σε εφταήμερα είναι μοναδικός και η έβδομη μέρα ξεχωρίζει επίσης για τον λόγο ότι είναι πάγια – δεν συνδέεται με τους κύκλους της σελήνης ή άλλους κύκλους της φύσης. Η ανάπαυση του εργάτη είναι σταθερά επαναλαμβανόμενη κάθε εφτά μέρες.[12] Παρόλο που υπήρχαν διαιρέσεις του μήνα στους γειτονικούς λαούς δεν υπάρχει κάτι συγκρίσιμο με το θεσμό της εβραϊκής βδομάδας όσον αφορά τη σταθερότητα και την ανάπαυση των ανθρώπων.[13] Επίσης, οι αποχές που τηρούνταν στην Μεσοποταμία κατά τη διάρκεια ξεχωρισμένων ημερών δεν εφαρμόζονταν σε όλο το λαό αλλά μόνο σε κάποιες τάξεις ανθρώπων.[14]

Η προτροπή προς τον Ισραήλ είναι να «αγιάζει» το Σάββατο καθώς και ο Θεός «αγίασε» το Σάββατο, να μιμηθεί τον Θεό του (imitatio Dei). Όπως ακριβώς ο Θεός της Γένεσης δεν στήριξε την ανάπαυσή Του στην εργασία κάποιου άλλου έτσι και ο άνθρωπος θα αναπαυθεί χωρίς να εξαρτάται η ανάπαυσή του από την εργασία άλλου ανθρώπου ή ζώου. Η εντολή απευθύνεται πρωταρχικά στους γαιοκτήμονες, αυτούς δηλαδή που είχαν εξαρτώμενους και συνεπώς τη δύναμη να τους αναπαύσουν ή να τους υποτάξουν σε ακατάπαυστη εργασία. Το Σάββατο, λοιπόν, ο γαιοκτήμονας έμπαινε στο χρόνο του Θεού όπου έπρεπε να παραιτηθεί από την εξουσία και τα δικαιώματα που είχε πάνω στην ελευθερία κάποιου άλλου ανθρώπου, ακόμα και από την εξουσία του επάνω στα ζώα. Έπρεπε, σε αντίθεση με τον Φαραώ και τη στάση του απέναντι στους Ισραηλίτες, να παρέχει ανάπαυση στους εξαρτώμενούς του (Έξοδ 23:12). Έμπαινε σε ένα άγιο χρόνο μια φορά τη βδομάδα όπου όλοι ήταν ίσοι. Όλες οι τάξεις, τα φύλα και οι εθνικότητες μέσα στον Ισραήλ είχαν πρόσβαση στο ίδιο δώρο, ένα δώρο ανεξάρτητο απ’ την παραγωγικότητά τους, το όνομά τους και το κοινωνικό τους στάτους. Το Σάββατο έμοιαζε με μια κλεφτή ματιά στο θείο χρόνο, στον αιώνιο χρόνο. Βλέποντας την κατάληξη της βδομάδας, τον σκοπό της, την κορύφωση του χρόνου, μπορούσε κανείς να δει αυτόν τον αιώνιο χρόνο, να πάρει μια μικρή γεύση της δικαιοσύνης του Θεού, της απουσίας εκμετάλλευσης, της απουσίας ιεράρχησης, της απουσίας κατοχής ενός ανθρώπου από άλλον. Αυτό το Σάββατο δεν μπορούσε παρά να ρίχνει τη σκιά του και πάνω στις υπόλοιπες έξι μέρες.

Η ανάπαυση, λοιπόν, αυτό το πολυτελές αγαθό που ήταν αποκλειστικότητα των θεών, μοιράζεται με τους ανθρώπους. Στη δική Του ανάπαυση προσκαλεί ο Θεός τον γαιοκτήμονα, τον δούλο, τον ξένο και τα ζώα. Το Σάββατο δεν είναι το δώρο του φιλάνθρωπου γαιοκτήμονα προς τους εξαρτώμενούς του αλλά είναι το δώρο του Θεού, είναι η θεία ανάπαυση στην οποία προσκαλούνται όλοι (Έξοδ 31:16-17). Στο βιβλίο του Δευτερονομίου αυτή η αλήθεια γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρη. Η εργασία που ορίζεται για το Σάββατο είναι διανοητική, η προσταγή της θύμησης: «καὶ μνησθήσῃ ὅτι οἰκέτης ἦσθα ἐν γῇ Αἰγύπτῳ καὶ ἐξήγαγέν σε κύριος ὁ θεός σου ἐκεῖθεν . . .» (Δευτ 5:15) Η έξοδος από την Αίγυπτο καθιστά τον γαιοκτήμονα ισότιμο αποδέκτη της ανάπαυσης και όχι δωρητή της.

Το Σάββατο θυμίζει και κάτι άλλο στο αφεντικό. Του θυμίζει ότι δεν έχει απόλυτη ιδιοκτησία των ανθρώπων που βρίσκονται κάτω απ’ το χέρι του. Το Σάββατο θυμίζει στο αφεντικό ότι ο Θεός επιθυμεί την ελευθερία του εργάτη από τον ίδιο, ότι χωρίς τις περιοριστικές απαιτήσεις του Θεού για το Σάββατο, τα αφεντικά είναι επικίνδυνα. Δεν απαιτείται σ’ αυτό το σημείο η κατάργηση της δουλείας, για παράδειγμα, αλλά ο άνθρωπος, μέσω του Σαββάτου, αρχίζει να εμποτίζεται με τα ιδανικά του Θεού και αφήνεται να αναλογιστεί από μόνος του που θα ήθελε η κοινωνία του να οδηγηθεί, ποιος θα πρέπει να είναι και αν πραγματικά θέλει και τον βολεύει να μιμηθεί έναν τέτοιο Θεό. Το τέλος της εβδομάδας θα έπρεπε να εμπνεύσει τον Ισραηλίτη και ως προς το τέλος της βασιλείας του Θεού, να διαμορφώσει την εσχατολογία του.   

Με άλλα λόγια, ο Θεός έρχεται σε ένα κόσμο δουλείας και καταπίεσης, όχι πολύ διαφορετικό από τον κόσμο της Μανωλάδας, της Μεσσηνίας, της Άρτας, της Αργολίδας, της Σκάλας Λακωνίας, των Μεγάρων και προβάλλει τον τρόπο με τον οποίο Αυτός δούλεψε, αναπαύθηκε και παρείχε ανάπαυση στον άνθρωπο.[15] Η εμπειρία του Θεού, το πρότυπο της Γένεσης και της Εξόδου δεν μπορεί να αφήσει τον άνθρωπο ασυγκίνητο. Δεν μπορεί πλέον ο άνθρωπος που αναλογίζεται το παράδειγμα του Θεού του να παραμένει στους κοινωνικοπολιτικούς τρόπους που έμαθε, που είχαν παγιωθεί στον κόσμο του για αιώνες και που του συστήνονταν ως η μόνη πραγματικότητα, ως κοσμογονικές δομές, ως «έτσι έχουν τα πράγματα». Μπορεί ο Θεός να μην καταργεί ευθέως τις ανισότητες αλλά με το Σάββατο τις υπονομεύει δραστικά. Σχετικοποιεί την ελευθερία των αφεντικών, σχετικοποιεί τις ιεραρχικές αξίες και τη χρηστικότητα του ανθρώπου. Σχετικοποιεί την αντίληψη του «δουλεύω συνέχεια για να μπορώ μια μέρα να αναπαυθώ». Η ανάπαυση δεν είναι παράγωγο της εργασίας αλλά το παράδοξο παράγωγο της παύσης της εργασίας, του περιορισμού της.

Ο σαββατισμός βάζει φρένο στην ανικανοποίητη επιθυμία του ανθρώπου για κέρδος, για απόκτηση περισσότερων πραγμάτων και δηλώνει ότι υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της έλλειψης αυτάρκειας του αφεντικού και της καταπίεσης των εργατών του. Η μη ελεγχόμενη επιθυμία μεγιστοποίησης κέρδους βεβηλώνει τον άγιο χρόνο του Θεού και την δημιουργία Του. Αυτό ακριβώς έρχεται ο προφήτης του Θεού, Αμώς, να κατακρίνει, αναφέροντας όσους «μισούν» το Σάββατο: «Ἀκούσατε τοῦτο, οἱ ῥοφοῦντες τοὺς πένητας καὶ οἱ ἀφανίζοντες τοὺς πτωχοὺς τοῦ τόπου, 5  λέγοντες, Πότε θέλει παρέλθει ὁ μήν, διὰ νὰ πωλήσωμεν γεννήματα καὶ τὸ σάββατον, διὰ νὰ ἀνοίξωμεν σῖτον, σμικρύνοντες τὸ ἐφὰ καὶ μεγαλύνοντες τὸν σίκλον καὶ νοθεύοντες τὰ ζύγια τῆς ἀπάτης» (Αμώς 8:4-5 Βάμβας). Το Σάββατο που στηρίζεται στην αδικία και την εκμετάλλευση δεν είναι ο σαββατισμός του Θεού αλλά του είναι απεχθής (Ησα 1:13).

Το Σάββατο δεν θέλει μόνο να προστατεύσει τον άνθρωπο από την εξοντωτική δουλεία και την καταπίεση. Δίνει στους ανθρώπους ελευθερία από τα αφεντικά τους αλλά και ελευθερία από τον εαυτό τους.[16] Όπως έχουμε πει, το Σάββατο είναι απόδραση, είναι έξοδος από τον κόσμο της «απόλυτης εργασίας» ακόμα κι αν αυτή δεν είναι απαραίτητα καταπιεστική. Τόσο το αφεντικό όσο και ο εργάτης μπορεί να είναι «δούλοι» του κόσμου της «απόλυτης εργασίας» εάν μόνο μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια μπορούν να συλλάβουν τον κόσμο τους και να φανταστούν τον εαυτό τους και την αξία τους: να σπουδάσω, να βρω μια καλή δουλειά, να κάνω καριέρα, να πάρω προαγωγή, να εξασφαλίσω ένα καλό εφάπαξ όταν αφυπηρετήσω έτσι ώστε να αναπαυθώ. Το Σάββατο υπάγεται στο πρόγραμμα του κόσμου εργασίας, αντί το αντίστροφο. Ο δούλος μπορεί να θεωρεί ότι με την οικονομική ανεξαρτησία θα ελευθερωθεί από τον ζυγό της εργασίας και θα μπορεί να αναπαυθεί.  Η κατανόηση όμως της ανάπαυσης ως απουσίας εργασίας και ως οικονομικής ανεξαρτησίας είναι «μωρία», μοιάζει με την ανάπαυση του άφρων πλούσιου που κτίζει αποθήκες και ησυχάζει στη διασφάλιση αδιάλειπτης παροχής τροφής: «Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ ἐναποτεταμιευμένα δί ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου» (Λουκ 12:16). Η ανάπαυση που στηρίζεται στην οικονομική ανεξαρτησία δεν έχει ξεπεράσει τη σφαίρα του κόσμου της «απόλυτης εργασίας». Συνεχίζει να ορίζει και να περιορίζει τον άνθρωπο μέσα στα πλαίσια του παγανιστικού κόσμου, θεωρεί την ανάπαυση ως παραχθείσα εντός του κόσμου τούτου, ως στηριζόμενη στην εργασία του ανθρώπου και συλλαμβάνει τον άνθρωπο είτε ως εργάτη είτε ως καταναλωτή: «ἡ γὰρ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος» (Λουκ 12:23).  

Επίλογος

Το θέμα του σαββατισμού είναι τεράστιο και μόνο την επιφάνεια μπορεί κανείς να ακουμπήσει στα πλαίσια ενός άρθρου. Έστω και συντομευμένα, είδαμε τις αντιλήψεις περί εργασίας και ανάπαυσης στην αρχαία Μεσοποταμία και την κατανόηση του ανθρώπου και του σκοπού της ύπαρξής του μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον. Ενάντια σ’ αυτό το περιβάλλον, αλλά και στο σύστημα της Αιγύπτου στην Έξοδο, ο Θεός της Βίβλου, η εργασία Του και η ανάπαυσή Του αντιπαραθέτουν ένα πολύ διαφορετικό μήνυμα για το Ποιος είναι ο Ίδιος και ποια η κοινωνία των δημιουργημάτων Του. Ο Θεός καλεί τον άνθρωπο να βγει από την κοσμοθεώρηση της «απόλυτης εργασίας» και τον αυτό-ορισμό που αυτή προσφέρει και να μπει στο δώρο της ανάπαυσης του Κυρίου. Να παραλάβει την ανάπαυσή του από τη θεία σφαίρα, να βιώσει το Σάββατο που θα ορίσει γι αυτόν ολόκληρη τη βδομάδα, τον κόσμο και την προσμονή.

 


[1] John H. Walton, The Lost World of Genesis One: Ancient Cosmology and the Origins Debate (Downers Grove: IVP Academic, 2009), 71.

[2] William L. Moran, “The Gilgamesh Epic: A Masterpiece from Ancient Mesopotamia” in Civilizations of the Ancient Near East (4 vols; ed. Jack M. Sasson; Peabody: Hendrickson, 2006) 4:2333-4.

[3] Το Έπος του Γκίλγκαμες (2η έκδοση· εισαγωγή και απόδοση Αύρα Ward· Αθήνα: Ιστός, 2001).

[4] Κείμενα της Εγγύς Ανατολής: Το Έπος του Γιλγαμές, Ενούμα Έλις, Η Κάθοδος της Ινάννα (Κείμενα των Λαών· Μετ. από τα αγγλικά Ξένη Σ. Σκαρτσή και Σωκράτης Λ. Σκαρτσής· Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 1989).

[5] Robin Routledge, Old Testament Theology: A Thematic Approach (Nottingham: Apollos, 2008), 126-127. Joshua A. Berman, Created Equal: How the Bible Broke with Ancient Political Thought (Oxford: Oxford University Press, 2008), 16-17.

[6] Η εικόνα του Χριστού που πλένει τα πόδια των μαθητών του, όπως και τα λόγια του «καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.» (Μαρκ 10:45) συνάδουν με αυτή την εικόνα του δημιουργού Θεού.

[7] Η ανάπαυση του Θεού του Ισραήλ δεν προκύπτει ούτε από θεομαχία, την εξόντωση δυνάμεων δηλ. απειλητικών προς τον Θεό. Ο Θεός αναπαύεται κατόπιν οικοδομής του κοσμικού του ναού όχι κατόπιν αφαιρέσεως απειλητικών εμποδίων, John H. Walton, Victor H. Matthrews, Mark W. Chavalas (eds.), The IVP Bible Background Commentary: Old Testament (Downers Grove: IVP, 2000), 29-30.

[8] Josef Pieper, Leisure: The Basis of Culture. The Philosophical Act (Random House, 1952; trans. Alexander Dru; San Francisco: Ignatius Press, 2009), 39.

[9] Pieper, Leisure, 40.

[10] Pieper, Leisure, 49.

[11] Walton, Matthews, Chavalas (eds.), The IVP Bible Background Commentary, 95-96.  

[12] Walton, Matthews, Chavalas (eds.), The IVP Bible Background Commentary, 30.

[13] Roland de Vaux, Ancient Israel, Volume 1: Social Institutions (New York: McGraw-Hill, 1965), 186-188.

[14] Nahum M. Sarna, Understanding Genesis: The World of the Bible in the Light of History (New York: Schocken Books, 1970), 20.

[15] Βλ. για παράδειγμα το άρθρο του Πέτρου Κατσάκου «Οι Άλλες Μανωλάδες σε Όλη τη Χώρα», Η Αυγή, cited on 28/4/13. Online: http://www.avgi.gr/article/246564/oi-alles-manolades-se-oli-ti-xora.

[16] John Goldingay, Old Testament Theology. Volume 3: Israel’s Life (Downers Grove: IVP Academic, 2009), 645.

Advertisements