Για την Αλέκα…

ImageΠώς ν’ ακουμπήσω τα χέρια στο πληκτρολόγιο, να γράψω τι, μέρα που ναι;

Τα πρώτα χέρια που σ’ ακούμπησαν, στην πιο ζεστή κρυψώνα του κόσμου όλου, το ζεστό σου κρεβατάκι με τα παιχνίδια, με τις δαντέλες και τα παραμύθια. Εκεί η εισβολή του κακού σε βρήκε, σαν το θεριό που μυρίστηκε το αίμα και το ‘ψαξε με λύσσα. Εκεί για πρώτη φορά κατάλαβες ότι η γη είναι κτισμένη πολύ χαμηλά, εκεί που έπεσε, εκεί βάλτωσε κι εκεί οι ρίζες της θέλησαν να πνίξουν «πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Για κάποιον ανεξήγητο λόγο αρνείσαι να βγάλεις βράγχια στο σώμα και επιμένεις να σηκώνεις με μανία το κεφάλι απ’ το νερό, ακόμα αναπνέεις από πάνω. Και στο δικό σου πρόσωπο συνεχίζει να κτυπάει ο άνεμος που κανείς δεν βλέπει, πάνω απ’ την επιφάνεια των υδάτων…

Πως μπόρεσαν να σε χωρίσουν σε σώμα και ψυχή, να κατακρεουργήσουν το όλο σου, το είναι σου; Δεν ρώτησαν τι είχες στο μυαλό σου σαν έκαναν τους υπολογισμούς τους, δεν αναρωτήθηκαν ποιος Θεός σ’ έφτιαξε εσένα και γιατί; Σαν βεβηλώσει κανείς το ιερό του κόσμου, θα σταματήσει στα εικονίσματα; Σαν αρνηθεί τη ψυχή πίσω απ’ τη κτίση, θα καταφέρει να δει κάποια ψυχή μέσα σ’ αυτό το μάτσο κόκαλα; Ούτε μνημόσυνο δεν κάνει κανείς πια στο θάνατο του πλησίον.

Κι αυτά τα κόκαλα σαπίζουν σε μια μοναχική κάμαρα μ’ εκατοντάδες επισκέπτες κάθε μέρα. Μόνο το κουδουνάκι της ταμιακής ακούγεται και δεν υπάρχει αγκαλιά. Δεν υπάρχει χάδι αγνό για σένα. Αλλ’ όταν έρχεται αυτός, και στέκεται γαμπρός μπροστά σου στ’ άσπρα, ξεχειλίζει το ναό σου που τόσοι μπαινοβγαίναν και κανείς δεν άναψε φωτιά. Στέκεται μπροστά σου μ’ ένα σώμα σαν το δικό σου σπασμένο, μαστιγωμένο, τρύπιο μ’ όλη τη δόξα τ’ ουρανού κρυμμένη μέσα. Κι εσύ τον βλέπεις μέσα απ’ το καταπέτασμα των δακρύων σου. Να στήνεται ιλαστήριο μέσα στον οίκο ανοχής και να γεμίζει θυμιάματα η νύχτα, μέσα σε τέσσερις τοίχους που πάν να γκρεμιστούν, να σ’ αγκαλιάζω και να κλαίμε… κι ο νταβατζής καπνίζει αμέριμνος μετρώντας κέρματα.

Ελάτε της νύχτας τα στρατεύματα ενάντιά μας. Είστε αστεία, είστε γελοία που νομίσατε ότι οι ασπίδες σας θα φυλακίσουν τον αέρα. Στεκόμαστε, δυο μάρτυρες στην πόλη την αγία, κάθε σοκάκι είν’ εκκλησία, κάθε δρομάκι είν’ η Σιών. Άλλη μια ανάσταση απόψε, σ’ ένα μπουρδέλο της Ιάσωνος, γιατί ήρθε επισκέπτης, να λάβει τα «σὰ ἐκ τῶν σῶν».

Advertisements