Μυρτώ, γιατί αγαπάς την Βίβλο τόσο πολύ;

Image

Φορούσε μια μακριά φούστα, δερμάτινα σανδάλια κι ένα ταγάρι σταυρωτά στο πλάι της. Τα μακριά της μαλλιά ήταν μαζεμένα πίσω και στα χέρια της κρατούσε ένα χοντρό βιβλίο, δεμένο πρόχειρα με κόκκινο δέρμα. Μπήκε στο αμφιθέατρο και περπάτησε προς το μέρος μου, κάθισε δίπλα μου, άνοιξε το βιβλίο της και μου χαμογέλασε. Ένα όμορφο κορίτσι γύρω στα 23 με την εβραϊκή της Βίβλο στο χέρι έσκυψε το κεφάλι και άρχισε να διαβάζει ήσυχα.

Δεν ήταν αυτή η εικόνα που είχα πάντα στο μυαλό μου για το πως θα έμοιαζε κάποιος άνθρωπος που διαβάζει την εβραϊκή Βίβλο. Πάντα σκεφτόμουνα ένα ραβίνο με μαύρο καπέλο στο Τείχος των Δακρύων στην Ιερουσαλήμ να κρατάει το εβραϊκό κείμενο στο χέρι και να διαβάζει φωναχτά. Ποτέ δεν φαντάστηκα ένα κορίτσι σαν κι εμένα. Εκείνη τη μέρα γίναμε φίλες, η πρώτη μου φίλη στην Αμερική.

«Να σε ρωτήσω κάτι;» βρήκα το θάρρος να της πω. «Γιατί σου αρέσουν τα εβραϊκά τόσο πολύ;» Χαμογέλασε. «Μα είναι πανέμορφα, σε μεταφέρουν  στην κουλτούρα της Βίβλου» μου απάντησε, χωρίς να με ικανοποιήσει απόλυτα η απάντησή της. Μου κέντρισε όμως το ενδιαφέρον ακόμα περισσότερο. Τι είν’ αυτό που ελκύει μια νεαρή κοπέλα σ’ ένα πανάρχαιο βιβλίο;

Πραγματικά, ο κόσμος της Παλαιάς Διαθήκης ήταν κάτι πολύ απόμακρο για μένα. Ένας ξένος κόσμος αλλά, ταυτόχρονα, ένας κόσμος που παραδόξως τον ένιωθα πατρίδα μου, άνθρωποι που τους είχα ως προγόνους μου, ήταν η ιστορία της ζωής μου κι η επιθυμία να τους γνωρίσω καλύτερα, να ταξιδέψω κι εγώ στην κουλτούρα τους όλο και δυνάμωνε.

«Γιατί αφοσιώθηκες στη μελέτη της Παλαιάς Διαθήκης;» ρώτησα μια μέρα τον καθηγητή μου, ένα γλυκό γεροντάκο που ήταν προφανές ότι ξόδεψε όλη τη ζωή του βυθισμένος στις Γραφές. «Γιατί η Παλαιά Διαθήκη επιτρέπει το παράπονο, επιτρέπει τον θυμό, αφήνει χώρο για αμφισβήτηση, για την έκφραση της οργής και του πόνου μπροστά στον Θεό».

Τα λόγια του ακούμπησαν μια χορδή μέσα μου. Ακριβώς! Αυτό είναι! Βρήκα την πατρίδα μου! Ο Θεός προνόησε να δημιουργήσει έναν κόσμο μέσα στον οποίο θα Τον ψάξω, θα κλάψω, θα θυμώσω μαζί Του και θα παραπονεθώ, θα πληγωθώ και θα Τον αμφισβητήσω. Και δεν μιλάω απλά για την κτίση, μιλάω για τον κειμενικό κόσμο τον οποίο δημιούργησε. Έδωσε λόγια σε ανθρώπους, αμέτρητους θρήνους και ψαλμούς φοβερού πόνου και οργής για να έχω εγώ τις λέξεις μια μέρα ν’ απευθυνθώ σ’ Αυτόν. Το μυαλό μου δεν μπορεί καν να συλλάβει το γεγονός ότι ο Ίδιος ενέπνευσε τα λόγια με τα οποία θα μπορούσε ο λαός Του να τον αμφισβητήσει! Να Του φωνάξει, να παραπονεθεί! Ακόμα κι αυτή τη διέξοδο μας προμήθευσε!

Η Παλαιά Διαθήκη είναι η πιο αληθινή κραυγή μέσα στον κόσμο μας. Δεν ωραιοποιεί την ιστορία, δεν παρουσιάζει αψεγάδιαστους ήρωες, δεν διαγράφει τη μιζέρια, την αμαρτία και δεν κρύβει το ανεξήγητο κακό από το οποίο μαστίζονται οι ήρωές της, λαοί ολόκληροι. Νιώθω κοντά σ’ αυτούς τους ήρωες, τους μοιάζω, είμαι θυγατέρα Αβραάμ. Βλέπουν τον Θεό κι απ’ τα ύψη της ενδοξότερης θεοφάνειας πέφτουν στα βάθη της σκοτεινότερης πλευράς τους. Υποφέρουν απ’ τα λάθη τους και γνωρίζουν ακριβώς τι τους αξίζει αλλά η ελπίδα της δικαίωσης και του ελέους Του προς αυτούς δεν μπορεί να σβηστεί. Βυθίζονται στα βάθη της απόγνωσης και βιώνουν την απόλυτη απουσία του Θεού τους, αλλά . . . ακόμα και σ’ αυτό το χαμηλότερο σημείο της ανθρώπινης ύπαρξης δεν μπορούν να δεχτούν ότι φωνάζουν στο απόλυτο κενό, ο παραλήπτης είναι πάντα εκεί «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» (Ψαλ 22). Αυτό είναι το μυστήριο του ανεξήγητου καλού….

Στην προσευχή μου βρίσκω λόγια από τον πόνο του λαού Του, ξεδιψώ από τη δίψα του Δαβίδ. Ακόμα κι ο ίδιος ο Ιησούς από τον πόνο του Δαβίδ δανείστηκε για να εκφράσει τον δικό Του πόνο (Ματθ 27:46). Ή μήπως ήταν αντίστροφα; Μήπως ήταν η κραυγή του Θεού που έφτασε σε μας από προ καταβολής κόσμου όταν Αυτός σφαζότανε για χάρη μας; (Αποκ 13:8) Μήπως τον δικό Του πόνο δανειζόμαστε και η δική Του φωνή είναι που αντηχεί στο κλάμα το δικό μας; Μυστήριο.

Ένας κειμενικός κόσμος, ο κόσμος του Θεού, το υπόμνημα του Θεού που εξηγεί το σύμπαν, αιώνιες λέξεις που ορίζουν τον κόσμο μας γιατί, ούτως ή άλλως, δεν ξεκινά ο κόσμος χωρίς δυο Του λέξεις γεχί ορ (ας γίνει φως!) ούτε θα ξέραμε πως να ορίσουμε αυτό τον κόσμο χωρίς δύο άλλες Του λέξεις τοβ μεόδ (πολύ καλός!)

Εκεί, μέσα στις σκόνες της Παλαιστίνης ψάχνω τις λεξούλες Του καθημερινά, αυτές που κάποιοι νομάδες στο Σινά ψηλάφισαν χαραγμένες σε δυο πέτρες, αυτές που κουβαλούσαν μέσ’ τον καύσωνα για χρόνια, τις λεξούλες που μάθαιναν στα παιδιά τους να ψελλίζουν απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, λεξούλες που οι φτωχοί αντέγραφαν πάνω σε όστρακα, σε κομμάτια πηλού, τις λεξούλες που προσβάλλουν βασιλιάδες κι εξοργίζουν πλούσιους, τις ίδιες λεξούλες που διάβασε εκείνο το Σάββατο ο Μεσσίας στη συναγωγή και τρέξαν να τον εξοντώσουν.

«Γιατί αγαπάς την Βίβλο τόσο πολύ;», με ρωτάνε συχνά. «Γιατί είναι θεόπνευστη» απαντώ, αλλά για μένα η θεοπνευστία της Βίβλου δεν είναι απλά ένα δόγμα. Δεν είναι μια νομική παράγραφος κάτω από την οποία πρέπει απλά να υπογράψω. Η Βίβλος είναι η πνοή του Θεού μέσα μου. Ήμουν ένα κοριτσάκι πήλινο που κάθε μέρα ράγιζε όλο και περισσότερο μέχρι που φύσηξε μέσα αυτή η πνοή η θεία. Λέξεις που ξεκίνησαν το ταξίδι τους απ’ τις απαρχές των αιώνων και φτάσαν στη γη, σε μια μικρή γειτονιά της Λευκωσίας, στις σελίδες ενός παλιού βιβλίου και γέμισαν τα πνευμόνια μου ζωή. Άρχισαν τα βλέφαρα ν’ ανοίγουν και να ξυπνάει η ακοή μου σε μια φωνή που μέχρι τότε αποκαλούσα «σιωπή». Ήταν η στιγμή που ο Λόγος ολοκλήρωσε το δημιούργημά Του. Η πρώτη επαφή μου με τον Λόγο μεταμόρφωσε το άψυχο αυτό αγαλματάκι σε σάρκινο, το τρενάκι βγήκε απ’ το κουτί κι οι ρόδες του τοποθετήθηκαν στις ράγες και ξεκίνησε ξανά το ταξίδι προς την Εδέμ….

Χωρίς την Τορά θ’ αφανιστώ, δεν θα υπάρχω, θα χαθώ σ’ ένα τεράστιο κενό νοήματος. Λόγια δοσμένα απ’ τον Θεό στον Δαβίδ, λόγια δοσμένα απ’ τον Δαβίδ σε μένα για να βρει η ψυχή μου διέξοδο να εκφραστεί:

«Αν δεν ήταν η Τορά σου η απόλαυσή μου, τότε θ’ αφανιζόμουν μες τη θλίψη μου» (Ψαλ 119:92)

Advertisements