Για ένα όνομα

1200px-Pieter_Bruegel_the_Elder_-_The_Tower_of_Babel_(Vienna)_-_Google_Art_ProjectΚαι ποιος δεν έχει ακούσει την αρχέτυπη αυτή ιστορία του πύργου της Βαβέλ; Παράξενη ιστορία που πάντα αποτελούσε μυστήριο για όσους αποπειράθηκαν να τη μελετήσουν, να τη χρονολογήσουν, να εξακριβώσουν γιατί γράφτηκε, σε ποιους απευθύνεται και τι μήνυμα είχε ο συγγραφέας να μεταδώσει καταγράφοντάς την.

«Αρχικά οι κάτοικοι της γης μιλούσαν όλοι μία γλώσσα και χρησιμοποιούσαν τις ίδιες λέξεις» (11:1). Αυτό, όμως, χρειάζεται εξήγηση, εφόσον ήδη στο 10:5, 20 και 31 το κείμενο μας είπε για τους απογόνους του Νώε, πως χωρίστηκαν κατά τις γλώσσες τους. Άρα, βλέπουμε εδώ ότι δεν είναι πάντα χρονολογική η τοποθέτηση των κειμένων στη Βίβλο αλλά θεματική. Ο συγγραφέας θέλει να μας πάει πίσω στην αρχή για να εστιάσουμε σε ένα σημείο των καταβολών του ανθρώπινου πολιτισμού και να το εξηγήσει.

Στη Γένεση, γενικά, ο συγγραφέας δουλεύει μ’ ένα μοτίβο που δείχνει εναλλάξ το ακόλουθο σχήμα: «εξάπλωση χάρης – εξάπλωση κρίσης» ή «δημιουργία – αντιδημιουργία». Μετά την κρίση του κατακλυσμού μας δείχνει την ευλογία να έρχεται, τους ανθρώπους να λαμβάνουν την οδηγία για ν’ αυξηθούν και να κατακλύσουν τη γη με τις φυλές τους, τις γλώσσες του κ.ο.κ. (9:1). Παρουσιάζονται να το κάνουν. Η εξάπλωση των ανθρώπων κι η ποικιλομορφία των λαών παρουσιάζεται θετικά στο κεφάλαιο 10 και ως φυσικό επακόλουθο της ευλογίας. Τώρα, όμως, ο συγγραφέας θα παρουσιάσει την ανθρώπινη αντίσταση σ’ αυτή τη φυσική ροή των πραγμάτων. Θα μας δείξει τον διασκορπισμό των ανθρώπων και τη διαφοροποίηση των γλωσσών απ’ τη σκοπιά της κρίσης και ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης ύβρης, αλαζονείας και φιλοδοξίας.

Επομένως, αυτό το φαινόμενο ερμηνεύεται τόσο θετικά (Γεν 10) όσο και αρνητικά (Γεν 11). Η εξάπλωση κι η ποικιλομορφία που προκύπτει στην αύξηση είναι κάτι όμορφο και θεμιτό, αλλά ταυτόχρονα είναι και κάτι στο οποίο ο άνθρωπος θέλει με φόβο και ανασφάλεια ν’ αντισταθεί, όπως η ιστορία θα φανερώσει. Το βιώνει ως απειλή.

Βρισκόμαστε στη γη Σεναάρ (σημιτικός τρόπος αναφοράς στη Σουμερία), δηλαδή, στο νοτιότερο μέρος της Μεσοποταμίας, περιοχή που συνδέεται με τη Βαβυλώνα. Επίσης, οι ψημένοι πλίνθοι, αντί πέτρας, είναι το υλικό της περιοχής της Βαβυλωνίας που διαφέρει απ’ αυτό των Ισραηλιτών (στην Παλαιστίνη οι άνθρωποι έκτιζαν με πέτρες). Αυτή η τοποθεσία είναι ίσως και μια ένδειξη για μας για το πότε καταγράφηκε αυτή η ιστορία και για ποιον λόγο. Ίσως ήθελε να κτυπήσει τη Βαβυλώνα και την ύβρη της όταν η Βαβυλώνα κατέστρεψε τον ναό της Ιερουσαλήμ και πήρε ένα μέρος των Ισραηλιτών εξόριστων εκεί. Είναι, όμως, δύσκολο να χρονολογήσουμε ακριβώς την καταγραφή της γιατί θα ταίριαζε με πολλές πολιτικές περιόδους στη Μεσοποταμία και γι αυτό ακριβώς έφτασε μέχρι και σε μας σήμερα. Επειδή για αιώνες οι άνθρωποι θεώρησαν και θεωρούν ακόμα ότι μιλά σ’ αυτούς.

Σκοπός των ανθρώπων αυτών είναι να κτίσουν μια πόλη κι έναν πύργο, αλλά είναι χρήσιμο εδώ να θυμόμαστε ότι εντός του βιβλίου της Γένεσης, οι άνθρωποι αυτοί έχουν τη μνήμη του κατακλυσμού, έχουν βιώσει την απειλή της θείας κρίσης, και το σχέδιο τους τώρα ίσως κρύβει μια φοβική προσπάθεια αποφυγής παρόμοιου συμβάντος.

Τα σπουδαία οικοδομικά έργα στην αρχαιότητα ήταν ο στόχος των μεγάλων βασιλιάδων. Μ’ αυτόν τον τρόπο επιδείκνυαν τη δύναμή τους και την υπερίσχυσή τους έναντι των εχθρών τους. Έδειχναν, επίσης, την εύνοια που τους είχαν οι θεοί, και, τέλος, αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο θα κρατούσαν τ’ όνομά τους στην ιστορία. Γίνονταν, δηλαδή, μέσω της φήμης τους αθάνατοι (βλ. π.χ. το Έπος του Γκιλγκαμές). Ο Ναβουχοδονόσορας, βασιλιάς της Βαβυλώνας, για παράδειγμα, έγραψε το όνομά του σε κάθε πεντηκοστό τούβλο όταν ανακαίνισε τα κτίριά της πόλης του.

Τι ακριβώς να ήταν, όμως, αυτός ο πύργος στον οποίο αναφέρεται εδώ το κείμενο; Γνωρίζουμε ότι παρόμοιοι πύργοι κτίζονταν στις πιο σημαντικές πόλεις της Μεσοποταμίας, τα λεγόμενα ζιγκουράτ. Τα αρχαία κείμενα (π.χ. Ενούμα Έλις) μας δείχνουν ότι το πρώτο ζιγκουράτ ήταν πύργος ή ναός που έκτισαν οι θεοί με πλίνθους προς τιμήν του θεού Μαρντούκ μετά τη νίκη του έναντι της Τιάματ. Σε μια κίνηση «απομυθοποίησης», όμως, ο βιβλικός συγγραφέας παρουσιάζει το πρώτο ζιγκουράτ να φτιάχνεται από απλούς ανθρώπους που παρεξήγησαν μάλλον τα πεπερασμένα τους όρια και πίστεψαν στη «θέωσή» τους.

Το ζιγκουράτ συμβόλιζε μια σκάλα προς τον ουρανό και το σχήμα του αντιπροσώπευε το άγιο βουνό στο οποίο οι θεοί κατοικούσαν. Για να τους συναντήσει κανείς έπρεπε να ανεβεί στο βουνό αυτό, να εισέλθει, δηλαδή, σε μια άλλη σφαίρα. Τη σφαίρα των θεών. Σ’ ένα επίπεδο αρκετά ψηλό ώστε να υψώνεται πάνω απ’ τα ύδατα των κατακλυσμών και του χάους που επικρατούν ή θα μπορούσαν να επέλθουν ξανά στον κόσμο.

Πουθενά, όμως, στην ιστορία μας δεν φαίνεται η επιθυμία συνάντησης των ανθρώπων αυτών με τον Θεό. Σκοπός τους είναι να κάνουν όνομα για τον εαυτό τους και να μην διασκορπιστούν στη γη. Σκοπός τους είναι, ανεξάρτητα απ’ τον Θεό, την καθοδήγησή του ή την άδειά του, αλλά μόνο με τα τεχνολογικά τους μέσα να φτάσουν στα ουράνια, ουσιαστικά να γίνουν σαν θεοί. Μάλλον να τον αντικαταστήσουν ήθελαν παρά να τον συναντήσουν.

Πρέπει να κατανοηθεί, λοιπόν, η ιστορία αρχικά σε συνάρτηση με την ιστορία της πτώσης στην Εδέμ όπου οι άνθρωποι είχαν ήδη κάνει μια απόπειρα να γίνουν σαν θεοί. Στην περίπτωση της Βαβέλ, ένας πύργος που η κορυφή του θα φτάνει στα ουράνια παραπέμπει πάλι σε τέτοια φιλοδοξία. Άρα η ιστορία αφορά την ανθρώπινη φύση. Είναι πρώτα απ’ όλα μια κριτική στον εαυτό που επιδιώκει με περηφάνια μια τεχνητή αυτόνομη «θέωση» στην ασφάλεια της συσπείρωσης της μάζας. Εκεί επιδιώκει ο άνθρωπος να βρει την ταυτότητά του, την αξία του, τη φήμη του.

Όλα αυτά αποτελούν ξεκάθαρη εναντίωση στις θείες προθέσεις για τον κόσμο, στο σχέδιο αγκαλιάσματος των «εσχάτων της γης», στην οδηγία του Θεού να αυξηθούν και να γεμίσουν τη γη η οποία τους δόθηκε στο 1:28 αλλά και μετά τον κατακλυσμό, ως μια δεύτερη απόπειρα δημιουργίας στο 9:1. Το όραμα ενός κόσμου που θα εξαπλωθεί οργανικά και θα αγκαλιάσει την ποικιλομορφία που θα προκύψει απ’ αυτό απορρίπτεται.

Το φαινόμενο της μιας γλώσσας (11:1, 6) ήταν γνώρισμα των μεγάλων αυτοκρατοριών. Επιβαλλόταν για να ελέγχουν οι αυτοκράτορες τους υπήκοούς τους και κυρίως τους αιχμαλώτους που αποκτούσαν από διάφορους ξένους λαούς που είχαν κατακτήσει. Ειδικά οι Ασσύριοι βασιλιάδες  παινεύονταν ότι έκαναν όλους τους ανθρώπους τους να έχουν «ένα στόμα», μια γλώσσα δηλαδή. Άρα εδώ η επιμονή στη μία γλώσσα παραπέμπει σε κυριαρχική ατζέντα επιβαλλόμενη στους λαούς.

Σ’ αυτήν την ατζέντα ο συγγραφέας απαντά σατιρικά παρουσιάζοντας τον Θεό να αναγκάζεται να κατέβει στο χαμηλό τους επίπεδο. Η αλαζονική επιθυμία τους να αντικαταστήσουν τον Θεό δεν καταφέρνει να τους ανεβάσει ούτε σπιθαμή στο επίπεδό του. Παραμένουν αβοήθητοι, μικροί κι ασήμαντοι μπροστά του. Ειρωνική είναι κι η φράση του «ορίστε, τίποτα δεν θα τους είναι αδύνατο τώρα», σαν διεισδυτικός αντίλαλος των αξιώσεών τους. Μοιάζει μ’ αυτό που είπε κάποτε και για τον Αδάμ: «ορίστε, ο άνθρωπος τώρα έγινε σαν κι εμάς» (3:22).

Η κατάβαση του Θεού παραπέμπει και στην ιστορία των Σοδόμων, όπου ο Θεός κατεβαίνει ανταποκρινόμενος στην ανάβαση της κακίας που έφτασε μέχρι τον ίδιο: «ας κατέβω να δω τι έπραξαν» (18:21). Αυτό το «ας κατεβούμε» προϊδεάζει ότι δεν θα τελειώσει καλά η ιστορία.

Η σύγχυση της γλώσσας τους έχει ως επακόλουθο τη μη κατανόηση του ενός από τον άλλον. Αν σκεφτεί κανείς ότι τα ζιγκουράτ κτίζονταν από ανθρώπους όλων των λαών της αυτοκρατορίας οι οποίοι θα έπρεπε να οργανωθούν και ν’ ακούουν τις οδηγίες των ανωτέρων τους για να διεκπεραιώσουν αυτό το τεράστιο οικοδομικό έργο, τότε μια διακοπή στην επικοινωνία κάνει ολόκληρο το σύστημα της αυτοκρατορίας να καταρρεύσει. Όχι μόνο λεκτικά αλλά γενικότερα, επικοινωνιακά και ενωτικά. Αν έρθει η διάσπαση στην ενότητα, στην ομοιογένεια της αυτοκρατορίας, επικρατεί σύγχυση στις δομές της. Μπορεί να σταθεί; Μπορεί να συνεχιστεί η επιβολή της εξουσίας από πάνω προς τα κάτω; Μπορούν οι εντολές των βασιλιάδων, των ιερέων, των αξιωματικών να ακολουθούνται και να διεκπεραιώνονται; Η βάση μιας τέτοιας ηγεσίας και των βλέψεών της για κατάκτηση του κόσμου καταρρέει στη στιγμή. Άρα, κατά κάποιο τρόπο, ο Θεός κάνει χάρη που διασκορπίζει τους ανθρώπους σ’ όλη τη γη για να τους σώσει απ’ την τυραννία της αφύσικης επιβεβλημένης κυριαρχίας των σπουδαίων κέντρων της αρχαιότητας. Αντί να τους εξοντώσει όπως τα Σόδομα, τους σπρώχνει ουσιαστικά προς την κατεύθυνση που θα έπρεπε να πάνε, να γεμίσουν τη γη.

Το λογοπαίγνιο που ακολουθεί, λοιπόν, έχει να κάνει με τη γελοιοποίηση της Βαβυλώνας και την ακύρωση της αλαζονικής αυτής ονομασίας. Τ’ όνομα Βαβέλ που σήμαινε «πύλη του θεού» συνδέεται τώρα με τη ρίζα βαλάλ (σύγχυση). Αντί να δηλώνει οποιαδήποτε σχέση της Βαβυλώνας με την υπερβατική σφαίρα, το όνομά της ταυτίζεται με το χάος και την ανικανότητα οργάνωσής της. Δεν έχει τον Θεό με το μέρος της. Aντίθετα, εναντιώνεται στον Θεό και επιφέρει σύγχυσή στον εαυτό της, την αρχή του τέλους της.

Η ιστορία είναι μια κριτική στις πολιτικές δυνάμεις της εποχής και με έντονο σαρκασμό προσπαθεί να τις υποσκάψει. Συνήθως αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι αδύναμοι λαοί ή οι μειονότητες ή οι αποικίες αντιστέκονται στις μεγάλες αυτοκρατορίες της εποχής τους. Καταγράφουν την ιστορία των απαρχών ως απάντηση σ’ αυτό που παρατηρούν να γίνεται και να επαναλαμβάνεται στον κόσμο: την ύβρη, την αλαζονεία του αυτόνομου ανθρώπου, το δικό του όνομα. Η ιστορία, όμως, δεν καταγράφεται για τους κακούς Βαβυλώνιους. Ο συγγραφέας την καταγράφει για τον δικό του τον λαό, τον Ισραήλ, που επαναπαύθηκε στη δύναμη και στο όνομα που αντλούσε απ’ τον δικό του πύργο, απ’ τον ναό του, το εκλεκτό του έθνος, τη δική του «πύλη του Θεού». Θα συνεχίσει στο κεφάλαιο 12 για να τους διδάξει τι εστί όνομα και πώς το αποκτά κανείς. Πώς θα μείνει κανείς στην ιστορία; Πώς θα αποκτήσει ένδοξη φήμη που θ’ αντέξει μετά θάνατον; Ποια είναι η εναλλακτική στην αυτοκρατορία;

Η απάντηση τελικά θα είναι ένας άνθρωπος που δεν θα συσπειρωθεί με τη μάζα αλλά θα την εγκαταλείψει σε υπακοή μιας κλήσης που φαίνεται να τον οδηγεί μακριά απ’ την ασφάλεια των πολλών, της οικογένειας και του λαού του. Μια φωνή θα τον οδηγήσει πέραν των συνόρων της αυτοκρατορίας των Χαλδαίων προς το άγνωστο, προς ένα παγκόσμιο όραμα ευλογίας όλων των φυλών της γης. Το όνομά του δεν θα ξεχαστεί ποτέ: Αβραάμ.

«Φύγε από τη χώρα σου, από τους συγγενείς σου κι από το σπίτι του πατέρα σου, και πήγαινε σε μια χώρα που εγώ θα σου δείξω…. Θα κάνω το όνομά σου ξακουστό και θα είσαι ευλογία για τους άλλους…. Μ’ εσένα θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης». (Γένεση 12:1-3)

 

 

 

Advertisements

Γιατί στη Βηθλεέμ;

Madaba_map

Όταν οι μάγοι απ’ την ανατολή ξεκινούν για να πάνε να προσκυνήσουν τον νέο βασιλιά του Ισραήλ, πάνε, ως αναμενόμενο, στη βασιλική πόλη, την Ιερουσαλήμ (Ματ 2:1). Στην Ιερουσαλήμ, όμως, την λεγόμενη πόλη του Δαβίδ, κάθεται άλλος βασιλιάς. Ο Ηρώδης. Η βασιλική εξουσία ανήκει στον Ηρώδη, η αναγνώριση, το μεγαλείο. Γι αυτό και ταράζονται όλοι στην ιδέα ότι ετοιμάζεται άλλος βασιλιάς, έξω απ’ την Ιερουσαλήμ (2:3). Οι ιερείς πληροφορούν τον Ηρώδη ότι ο τόπος που θα δώσει τον Μεσσία, δεν είναι η Ιερουσαλήμ, αλλά η Βηθλεέμ, επειδή αυτό προφήτευσε ο προφήτης Μιχαίας: «καὶ σὺ Βηθλέεμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ.» (2:6)

Συχνά ο θαυμασμός μας γι αυτήν την πόλη, για την αναφορά που κάνει ο Ματθαίος στο ευαγγέλιο του σ’ αυτήν, περιορίζεται στο γεγονός ότι ο προφήτης Μιχαίας εκατοντάδες χρόνια πριν μπόρεσε ως εκ θαύματος να προφητέψει ακόμα και το μέρος στο οποίο θα γεννηθεί ο Μεσσίας. Και η ικανοποίησή μας τελειώνει εκεί γιατί τώρα μπορούμε να αποδείξουμε με βεβαιότητα ότι ο Ιησούς είναι ο πραγματικός Μεσσίας, εφόσον το προείπαν οι γραφές. Δηλαδή, το θαύμα της έγκυρης πρόβλεψης, είναι το στοιχείο που μας εντυπωσιάζει.

Το πιο σημαντικό, όμως, με τις προφητείες δεν είναι το γεγονός ότι βγαίνει αληθινό αυτό που προλέγουν (αυτό και σε μια καφετζού, μια αστρολόγο ή μια χαρτορίχτρα μπορεί να μας εντυπωσίαζε). Το πιο σημαντικό είναι το μήνυμα της προφητείας; Το περιεχόμενο. Γιατί ο Μιχαίας αναφέρει τη Βηθλεέμ; Γιατί επιλέγει να μιλήσει μ’ αυτόν τον τρόπο για να μας πει για τον Μεσσία; Τι ακριβώς λέει για τον Μεσσία αυτή η αναφορά; Μας κατατοπίζει απλά γεωγραφικά ή υπάρχει κάτι βαθύτερο εδώ πέρα;

Για ν’ απαντήσουμε σ’ αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να φύγουμε λίγο απ’ τον Ματθαίο και να ταξιδέψουμε πίσω στην εποχή του Μιχαία, στον 8ο αιώνα π.Χ. για να δούμε τι ήταν αυτό που ώθησε τον προφήτη να μιλήσει για τη Βηθλεέμ.

Το βιβλίο του Μιχαία

Ο Μιχαίας στο βιβλίο του ασχολείται με πόλεις. Οι πόλεις είναι σύμβολα των κατοίκων τους ή των ηγετών τους. Ο πρόλογος του βιβλίου λέει ότι ο Κύριος απευθύνεται σε δύο πόλεις, τη Σαμάρεια και την Ιερουσαλήμ (1:1). Η Σαμάρεια είναι η πρωτεύουσα του βόρειου βασιλείου, του Ισραήλ δηλ., και η Ιερουσαλήμ είναι η πρωτεύουσα του νότιου βασιλείου, του Ιούδα.

Το μήνυμα ξεκινά με την αναγγελία ότι ο Κύριος έρχεται σ’ αυτές τις πόλεις. Κι εκεί που θα νόμιζε κανείς ότι η επίσκεψη του Θεού σ’ αυτές τις πόλεις είναι θετική, ότι έρχεται για την ασφάλειά τους, φαίνεται αμέσως ότι ο ερχομός του έχει σκοπό την κρίση των πόλεων αυτών. Κατεβαίνει απ’ τον τόπο του και πατάει στα ύψη της γης, προς υπεράσπιση του λαού Του; Όχι! Όλα θα διαλυθούν και θα σαλευτούν, λέει ο προφήτης «διὰ ἀσέβειαν Ιακωβ πάντα ταῦτα καὶ διὰ ἁμαρτίαν οἴκου Ισραηλ – τίς ἡ ἀσέβεια τοῦ Ιακωβ οὐ Σαμάρεια καὶ τίς ἡ ἁμαρτία οἴκου Ιουδα οὐχὶ Ιερουσαλημ» (1:5).

Βλέπουμε τις πόλεις αυτές να παίρνουν κι άλλες πόλεις μαζί τους στην καταστροφή. Αυτό μας το λέει ο Μιχαίας στο 1ο κεφάλαιο όπου απαριθμεί κι ένα σωρό άλλες πόλεις (προσωποποιημένες κι αυτές) που θα κλάψουν και θα υποφέρουν με την καταστροφή της Σαμάρειας αρχικά (απ’ τους Ασσύριους το 722 π.Χ.). Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ θ’ ακολουθήσει αργότερα απ’ τους Βαβυλώνιους το 586 π.Χ.

Γιατί, λοιπόν, αυτή η κρίση; Τι έκανε η Σαμάρεια και πρέπει να πληρώσει τόσο ακριβά; Ο Μιχαίας μας μιλά για την εκμετάλλευση που συμβαίνει εκεί, για την απληστία των ανθρώπων να αποκτήσουν περισσότερα και περισσότερα. Ξεγελούν ο ένας τον άλλον για το κέρδος. Αρπάζουν τις περιουσίες των ανθρώπων χωρίς καμία στενοχώρια, καταπιέζουν τις γυναίκες του λαού, και αυτά είναι μόνο λίγα παραδείγματα.

Η δύναμη που συνοδεύει αυτήν τη σπουδαία και πλούσια πόλη δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει τελικά την ψευδαίσθηση στον άνθρωπο ότι ο συνάνθρωπός του δεν είναι τίποτα το ιερό αλλά είναι αντικείμενο προς χρήση. Την ψευδαίσθηση ότι ο συνάνθρωπός του δεν έχει δημιουργό και Κύριο από πίσω του, αλλά είναι έρμαιο προς εκμετάλλευση στα δικά του τα χέρια. Δεν μπορεί παρά να μου θυμίσει τις πρόσφατες αποκαλύψεις για ανθρώπους με δύναμη και εξουσία, όπως ο Harvey Weinstein στο Hollywood, ο Bill Cosby, ο Kevin Spacey, οι οποίοι δεν δίστασαν να θεωρήσουν κτήμα τους και δικαίωμά τους να εκμεταλλευτούν άλλους ανθρώπους μόνο απλά επειδή μπορούσαν, επειδή δεν τόλμησε κανείς να αντισταθεί στη χειραγώγησή τους. Ο ίδιος ο κόσμος μας σήμερα, του 21ου αιώνα, δεν διστάζει να εξαγγείλει καταδίκη ενάντια σε τέτοιους ανθρώπους, πόσο μάλλον ο Θεός του οποίου δημιουργήματα είναι ο κάθε άνθρωπος που αδικείται και κτήμα του είναι η γη του Ισραήλ την οποία αρπάζουν με απληστία απ’ τον φτωχό. Πόσο μάλλον Αυτός θα φέρει κρίση στον λαό Του.

Πρόσφατα διαβάσαμε τις συνεντεύξεις που πήραν δημοσιογράφοι από κάποια απ’ τις εκατοντάδες μικρά κοριτσάκια που απαγάγουν οι Μπόκο Χαράμ στην Νιγηρία και που κατάφεραν να δραπετεύσουν. Μίλησαν για την εκμετάλλευση, τους βιασμούς, τη στράτευσή τους όπου με το ζόρι τις ζώνουν εκρηκτικά για να σκοτώσουν κόσμο στις αγορές, στους ναούς και στις πλατείες. Γιατί ο Θεός να μην είναι εξοργισμένος με αυτά; Τι δίνει στον άνθρωπο την ψευδαίσθηση ότι ο Θεός παραβλέπει τέτοια αίσχη; Γιατί μας ενοχλεί ένας οργισμένος Θεός; Γιατί να μην κράζει, δια στόματος του προφήτη του για παρόμοια καταπίεση ενάντια στις γυναίκες του λαού του; «Τὰς γυναῖκας τοῦ λαοῦ μου ἐξώσατε ἀπὸ τῶν τερπνῶν αὐτῶν οἴκων· ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῶν ἀφηρέσατε τὴν δόξαν μου διαπαντός» (Μιχ 2:9).

Ξαφνικά, μέσα σ’ αυτή την κοινωνική απελπισία των δύο πόλεων, ένα συναίσθημα που εύκολα μπορούμε να νιώσουμε ξοδεύοντας λίγα λεπτά παρακολουθώντας τις ειδήσεις του κόσμου, ή ανοίγοντας το Facebook, μέσα σ’ αυτήν την απόγνωση εισβάλλει μια παράξενη φωνή, μια φωνή από έναν άλλο κόσμο που κανείς δεν θα περίμενε, που τίποτα από τη γήινη εμπειρία του προφήτη, απ’ αυτά που παρατηρεί να γίνονται γύρω του δεν τον προετοιμάζει ούτε υπάρχει κάποια ελπιδοφόρα ένδειξη που να έβαλε αυτά τα εξωκόσμια λόγια στο στόμα του προφήτη. Μέσα σ’ αυτή τη μαυρίλα, λοιπόν, ακούγεται μια παράξενη διαφορετική φωνή στα δύο τελευταία εδάφια του κεφαλαίου 2: θα σε ξαναμαζέψω Ισραήλ, θα ξαναφέρω το υπόλοιπο σου πάλι στη στάνη μου. Ο βασιλιάς τους θα τους οδηγήσει έξω απ’ την πύλη, ο Κύριος θα είναι μπροστά επικεφαλής τους (παράφραση του 2:12-13).

Η εικόνα που δημιουργείται εδώ, είναι η εικόνα μιας νέας εξόδου, όπου το υπόλοιπο του λαού του Θεού, τώρα, θα βγει ξανά μέσα απ’ τις πύλες της ξένης πόλης στην οποία θα βρίσκεται εγκλωβισμένος για να οδηγηθεί στην ασφάλεια της ποίμνης του Κυρίου. Είναι ενδιαφέρον ότι αυτή η πόλη απ’ της οποίας τις πύλες θα εξέλθουν δεν ονομάζεται. Αρκετοί υποθέτουν ότι μιλά για τη Βαβυλώνα όπου ο λαός θα εξοριστεί και από την οποία κάποια στιγμή θα γίνει η επιστροφή προς την Ιερουσαλήμ, αλλά εδώ δεν αποκλείεται η πόλη απ’ την οποία τελικά θα εξέλθουν να είναι η ίδια η  αγαπημένη τους Ιερουσαλήμ. Γιατί; Επειδή η Ιερουσαλήμ συμβολίζει για τον Μιχαία την ίδια την αμαρτία. Θυμίζω ότι ήδη στο πρώτο κεφάλαιο και εδάφιο 5 ο προφήτης ονομάζει την Ιερουσαλήμ «αμαρτία» κατά τους Ο΄ ή «τόπο ειδωλολατρίας» κατά το εβραϊκό κείμενο. Επίσης, κάθε φορά που ο Μιχαίας αναφέρει πύλες πρόκειται γι αυτές της Ιερουσαλήμ (1:9, 12, 2:13), όχι κάποιας άλλης πόλης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έρχεται ο Θεός να φέρει έξοδο, όχι μόνο με τη γεωγραφική έννοια, αλλά με τη βαθύτερη έννοια, αυτή που πραγματικά καίει τον Μιχαία: έξοδο απ’ τη σφαίρα της κυριαρχίας της αμαρτίας που τους εγκλωβίζει. Αυτή, λοιπόν, η ξένη φωνή, η εξωκόσμια, έρχεται να διαβεβαιώσει όσους νιώθουν απελπισμένοι, ανήμποροι, παράλυτοι, καταπιεσμένοι μπροστά στο κακό του βιώματός τους ότι η σωτήρια ενέργεια του Θεού, αυτή που έρχεται απ’ τον ίδιο τον Θεό κι όχι από ανθρώπινο ηγέτη, είναι ικανή να δημιουργήσει μέλλον πέραν της κρίσης, πέραν της ανθρώπινης αμαρτίας και της εγωιστικής αλληλοεξόντωσης. Είναι ικανή να ανοίξει ορίζοντα εκεί που τα αδιέξοδα κλείνουν το πεδίο όρασης των παιδιών του Θεού.

Η Ιερουσαλήμ από άγια πόλη, μια πόλη του Θεού, κατάντησε μια πόλη του ανθρώπου, κτισμένη από χέρια αμαρτωλά και όχι εκείνα του Κυρίου. Λέει ο Μιχαίας σ΄αυτούς που την κυβερνούν: «Ἀκούσατε λοιπὸν τοῦτο, ἀρχηγοὶ τοῦ οἴκου Ἰακὼβ καὶ ἄρχοντες τοῦ οἴκου Ἰσραήλ, οἱ βδελυττόμενοι τὴν κρίσιν καὶ διαστρέφοντες πᾶσαν εὐθύτητα, οἱ οἰκοδομοῦντες τὴν Σιὼν ἐν αἵματι καὶ τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐν ἀνομίᾳ» (3:9-10). Η Ιερουσαλήμ, λοιπόν, η πόλη που ο Θεός διάλεξε έχει κτιστεί με αίμα και ανομία, αυτή είναι η πρώτη ύλη, επειδή κτίστηκε απ’ τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο. Γιατί να διαφέρει η ποινή της απ’ εκείνη των αρχαίων πόλεων, τα Σόδομα και τα Γόμορρα;

Γι αυτό εδώ, στο 3ο κεφάλαιο του Μιχαία, για πρώτη φορά στην ιστορία του Ισραήλ, τολμά κάποιος προφήτης να προαναγγείλει την καταστροφή της ιερής πόλης, της Ιερουσαλήμ, της πόλης που ο Θεός αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλη πόλη, όπως μας λένε οι Ψαλμοί (46, 48,76, 84, 87, 122). Η μεγαλύτερη βλασφημία που θα μπορούσε να ειπωθεί για τον Εβραίο. Ο Κύριος θα περάσει πάνω απ’ τη Σιών, την Ιερουσαλήμ δηλαδή, σαν άροτρο, και αυτό που θα μείνει θα είναι μόνο ένας σωρός από πέτρες (3:12). Η απόλυτη καταστροφή.

Προτού καν τελειώσει την πρότασή του, όπως μας έχει συνηθίσει ο Μιχαίας, εμφανίζεται μια νέα Ιερουσαλήμ, η πόλη των εσχάτων. Ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται αυτή η πόλη είναι σουρεαλιστικός, γεγονός που παραπέμπει στις πνευματικές της διαστάσεις. Προσέξτε περιγραφές: το όρος της πόλης θα είναι ψηλότερο απ’ όλα τα άλλα όρη (παρόλο που γνωρίζουμε ότι το όρος της κυριολεκτικής Ιερουσαλήμ στην Παλαιστίνη είναι πολύ χαμηλό). Στον ναό της θα τρέχουν όλοι να πάνε να προσκυνήσουν, από κάθε έθνος του κόσμου (4:1-2).

Γιατί, όμως; Τι το ιδιαίτερο θα έχει αυτή η καινούργια πόλη; Ποιες είναι οι αξίες εκείνες και τα ιδανικά που αυτή η πόλη συμβολίζει και πραγματώνει; Ο Μιχαίας μας λέει ότι εκεί οι άνθρωποι θα βρίσκουν δικαιοσύνη, θα συμφιλιωθούν, θα υπάρχει ειρήνη κι όχι πόλεμος, δεν θα υπάρχει φόβος. Εκεί θα μαζέψω, λέει ο Κύριος, τους συντετριμμένους, όσους ο κόσμος έχει απορρίψει, όσους πέρασα μέσα απ’ τη θλίψη. Αυτοί ακριβώς οι αδύναμοι θα είναι, λέει ο Κύριος, το υπόλοιπό μου, αυτούς που κανείς δεν υπολογίζει θα τους κάνω δικό μου λαό μέγα (4:3-8). Και ποιος θα τολμήσει να ηγηθεί σ’ αυτήν την νέα πόλη; Αυτή που έκτισαν με αίματα και αδικίες την προηγούμενη; Μιχαίας 4:7: «ὁ Κύριος θέλει βασιλεύει ἐπ αὐτοὺς ἐν τῷ ὄρει Σιών, ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.»

Μικρή Βηθλεέμ

Ωραία, θα μου πείτε. Η Βηθλεέμ, όμως, τι σχέση έχει μ’ αυτήν την νέα Ιερουσαλήμ; Η σχέση είναι αυτή: Η Ιερουσαλήμ μπορεί να οικοδομηθεί μόνο πάνω στους ώμους μιας ασήμαντης, μικρής και άγνωστης πόλης. Της Βηθλεέμ. Η εκπλήρωση του μεγαλειώδους αυτού προφητικού οράματος είναι άμεσα εξαρτημένη από την πιο ελάχιστη και ευκαταφρόνητη πόλη.

Μέχρι τώρα ίσχυε το αντίστροφο. Οι μεγάλες πρωτεύουσες, η Σαμάρεια και η Ιερουσαλήμ, αποφάσιζαν το πεπρωμένο των μικρών πόλεων που ήταν στα περίχωρά τους, των περιθωριακών πόλεων που χρησίμευαν μόνο για τους φόρους που μπορούσαν να δώσουν, που δεν είχαν φωνή ή εξουσία να αποφασίσουν οτιδήποτε. Τα αμαρτήματα των μεγάλων πόλεων εξαπλώνονταν σαν λοιμός και κατέστρεφαν τα περίχωρα, τις μικρές κι ασήμαντες πόλεις (1:8-16). Τώρα, όμως, όλα αντιστρέφονται. Η πολιτική δύναμη απέτυχε, η στρατιωτική δύναμη απέτυχε, η οικονομική δύναμη απέτυχε και τώρα βλέπουμε πού εδράζεται η πραγματική κυριαρχία. Η Βηθλεέμ θα σώσει την Ιερουσαλήμ, το μικρό γεννάει το μέγα: Καὶ σύ, Βηθλεὲμ Ἐφραθά, ἡ μικρὰ ὥστε νὰ ᾐσαι μεταξὺ τῶν χιλιάδων τοῦ Ἰούδα, ἐκ σοῦ θέλει ἐξέλθει εἰς ἐμὲ ἀνὴρ διὰ νὰ ᾐναι ἡγούμενος ἐν τῷ Ἰσραήλ· τοῦ ὁποίου αἱ ἔξοδοι εἶναι ἀπ ἀρχῆς, ἀπὸ ἡμερῶν αἰῶνος. (Μιχ 5:2)

Η Βηθλεέμ είναι μια τόσο ασήμαντη πόλη και παραπέμπει σε χρόνους παλιούς, τότε που ο Σαμουήλ την επισκέφθηκε, αν θυμάστε, και έψαχνε να βρει τον βασιλιά του Ισραήλ που ο Κύριος διάλεξε. Αυτή η ασήμαντη πόλη συμβολίζει κάποιον ακόμα πιο μικρό κι ασήμαντο. Ένα παιδί που ούτε οι δικοί του δεν τον υπολόγιζαν ως ισάξιο των αδελφών του και δεν τον είχαν καλέσει καν για να παρευρεθεί στη θυσία του Σαμουήλ. Στα ανθρώπινα μάτια, ακόμα και του ίδιου του πατέρα του, δεν ήταν δυνατόν ένα τόσο ασήμαντο νεαρό πλάσμα να είναι ο επόμενος βασιλιάς του Ισραήλ, αυτός που η καρδιά του Θεού εξέλεξε (1 Σαμ 16). Η Βηθλεέμ συμβολίζει το ασήμαντο μέσα στο οποίο κρύβεται η μεσσιανική βασιλεία.

Προσέξτε ότι ο Θεός τώρα μιλάει ο ίδιος και απευθύνεται ευθέως στη μικρή Βηθλεέμ και της λέει: Κι εσύ, μικρά, καθόλου ασήμαντη δεν είσαι. Μικρή μου, νομίζεις ότι είσαι ένα τίποτα; Και με μια του φράση συντρίβει όλα τα στερεότυπα του σημαντικού. Τι σχέση έχει ο πλούτος σου, τι σημασία έχει η φήμη σου, τι κι αν δεν σε υπολογίζει κανένας μέσα στον λαό μου; Οι αξίες αναποδογυρίζονται και ο Θεός βλέπει έναν κόκκο σινάπεως, κάτι μικρό που κανείς δεν το βλέπει και ετοιμάζεται τώρα να βλαστήσει, να σπάσει το χώμα, να εξέλθει απ’ τη γη της Βηθλεέμ ένα μικρό βλασταράκι και να υψωθεί ψηλότερα από κάθε άλλο δέντρο όπου θα σπεύσουν να κατασκηνώσουν όλα τα πουλιά του κόσμου στα κλαδιά του.

Η Βηθλεέμ θα κτίσει την Ιερουσαλήμ. Αυτό είναι το νόημα της προφητείας. Δεν μας πληροφορεί ο προφήτης για γεωγραφία. Μας πληροφορεί για το πρόγραμμα της βασιλείας και τις αξίες πάνω στις οποίες θεμελιώνεται αυτή η βασιλεία μέχρι σήμερα. Οι ασήμαντοι και οι μικροί κι οι ξεχασμένοι κι οι υποτιμημένοι, αυτοί είναι που έκτισαν και κτίζουν τη βασιλεία του Κυρίου. Η τρανή Ιερουσαλήμ, από τη Βηθλεέμ θα οικοδομηθεί. Αυτή είναι η πόλη που έχει σημασία τώρα για τη ροή της ιστορίας.

Από σένα, μικρή μου Βηθλεέμ, θα έρθει ο ηγούμενος του Ισραήλ, όχι μόνο επειδή ο Δαβίδ προέρχεται από κει αλλά επειδή ο Μεσσίας θα πραγματώνει αυτό ακριβώς το παράδοξο που συμβολίζει η Βηθλεέμ. Μην περιμένεις ότι θα μπορεί κάποιος ανθρωπίνως να φανταστεί ότι αυτός που γεννιέται είναι δυνατόν να είναι ο Μεσσίας του κόσμου. Κανείς δεν θα το υπολογίζει επειδή όλοι κοιτάμε στη φανταχτερή Σαμάρεια και στην ένδοξη Ιερουσαλήμ. Αυτές είναι οι πόλεις μας και τα μάτια μας είναι στραμμένα στις ανθρώπινες πόλεις, στους ηγέτες και τις κυβερνήσεις, στον πλούτο, στην καριέρα, στην επιτυχία. Κανείς δεν βλέπει τη Βηθλεέμ. Εκεί όπου ανυποψίαστα γεννιέται ο ηγούμενος του Ισραήλ, ο ηγούμενος του κόσμου όλου.

Και καθώς γεννιέται ο βασιλιάς του Ισραήλ, στον θρόνο της γήινης Ιερουσαλήμ συνεχίζει να κάθεται και να μαίνεται ο Ηρώδης. Βλέπετε; Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Τα πράγματα φαίνονται να είναι όπως ήταν πάντα. Καμία αλλαγή. Κάτω απ’ τα ανυποψίαστα μάτια του Ηρώδη, όμως, το βρέφος της Βηθλεέμ έχει ήδη ξεκινήσει το κτίσιμο της νέας πόλης, της νέας Ιερουσαλήμ, με τη γέννησή του.

Καθώς μπαίνουμε ακόμα μια χρονιά στην περίοδο των Χριστουγέννων, αυτό που μας ζητάνε ο Μιχαίας αλλά και ο Ματθαίος, είναι να διορθώσουμε τον φακό της αντίληψής μας. Πρόσεξε με τι εντυπωσιάζεσαι, πρόσεξε τι είναι αυτό που ζηλεύεις και επιθυμείς. Πρόσεξε μήπως υποτίμησες το μικρό και το ασήμαντο. Αν πιστεύεις ότι η ζωή σου ορίζεται απ’ τις αξίες της μεγάλης πόλης, απ’ τη δουλειά που θα κάνεις, από πόσα χρήματα βγάζεις, από τον άντρα σου ή τις επιτυχίες των παιδιών σου, σημαίνει ότι δεν πέρασες να προσκυνήσεις απ’ τη Βηθλεέμ ακόμα. Ή αν πέρασες κάποτε απ’ τη Βηθλεέμ, δεν κάθισες αρκετά εκεί για να οικειοποιηθείς το μήνυμά της, τις αξίες της και μάλλον χρειάζεται να επιστρέψεις. Αν νιώθεις μικρή, ασήμαντη, καταφρονημένη πάρε θάρρος, γιατί σε τέτοιους διαλέγει ο Μεσσίας να γεννηθεί και με τέτοιους κτίζει την πόλη του.

Ο Λούθηρος και η Θεολογική Εκπαίδευση

LutherΈνας τομέας στον οποίο ο Λούθηρος έχει συμβάλει τα μέγιστα, αλλά που δυστυχώς συχνά μας διαφεύγει, είναι ο τομέας της θεολογικής εκπαίδευσης. Τη σημασία της θεολογικής εκπαίδευσης τη βλέπουμε αρχικά στη ζωή του ίδιου του Λούθηρου, ο οποίος εγκαταλείπει την υποσχόμενη καριέρα του νομικού για χάρη της θεολογίας. Είναι, μάλιστα, εξαιρετικά καυστικός προς τους γονείς που εμποδίζουν ή καταφρονούν (πιθανότατα όπως ήταν κι ο δικός του πατέρας) τις θεολογικές σπουδές, το ποιμαντικό και το κηρυγματικό έργο. Λέει:

Δεν σου έδωσε ο Θεός τα παιδιά σου και τα μέσα επιβίωσής τους για να κάνεις μ’ αυτά ό,τι εσύ θέλεις, ή για να τα εκπαιδεύσεις να διαπρέψουν στον κόσμο. Σου δόθηκε σοβαρή εντολή να τα μεγαλώσεις για την υπηρεσία του Θεού.[1]

Ακόμα και βασιλιάς αν ήσουν, δεν θα έπρεπε να θεωρείς τον εαυτό σου τόσο σπουδαίο ώστε να αρνηθείς να παραδώσεις τον γιο σου και να τον εκπαιδεύσεις για το αξίωμα και το έργο αυτό, ακόμα κι αν σου κοστίσει όλα όσα έχεις. Δεν λαμβάνουν την ύψιστη τιμή τα χρήματα και ο κόπος που θα ξοδέψεις σ’ έναν τέτοιο γιο, τη μεγαλύτερη ευλογία; Δεν είναι αυτή η πιο επικερδής επένδυση που μετρά στα μάτια του Θεού περισσότερο από κάθε βασίλειο και αυτοκρατορία; Ο καθένας θα έπρεπε να είναι διατεθειμένος να περπατήσει στα τέσσερα, μέχρι τα πέρατα της γης, για να επενδύσει τα λεφτά του με τέτοιο θαυμαστό τρόπο. Παρόλα αυτά, εκεί, στο ίδιο σου το σπίτι, πάνω στα ίδια σου τα γόνατα έχεις αυτό στο οποίο μπορείς να κάνεις μια τέτοια επένδυση. Ντροπή, ντροπή, και πάλι ντροπή για την τυφλή και άθλια αγνωμοσύνη, που αποτυγχάνουμε να δούμε την ανεκτίμητη υπηρεσία που θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στον Θεό – πράγματι – πόσο ξεχωριστοί θα μπορούσαμε να είμαστε στα μάτια του αν αφιερώναμε λίγο κόπο, τα ίδια μας τα χρήματα και την περιουσία.[2]

Δεν αρκείται ο Λούθηρος σε μια επιφανειακή μελέτη, αλλά σταδιακά η δίψα του για μια εις βάθος γνώση των Γραφών τον εμπνέει να εργαστεί σκληρά για να κατανοήσει και να διδάξει τον Λόγο του Θεού με το συγγραφικό του έργο, τις διαλέξεις του και τα κηρύγματά του. Στοιχείο απαραίτητο γι’ αυτό το έργο θα αποτελέσει γι’ αυτόν η εκμάθηση των βιβλικών γλωσσών.

Για πρώτη φορά στο Πανεπιστήμιο του Έρφουρτ ο Λούθηρος εκτίθεται στη μελέτη των βιβλικών γλωσσών, κάτι πολύ σπάνιο για την εποχή του. Όσον αφορά την εβραϊκή γλώσσα, εκτός από κάποιους Εβραίους που είχαν ασπαστεί τη χριστιανική πίστη ελάχιστοι λόγιοι τη γνώριζαν κατά τη μεσαιωνική περίοδο. Στο Έρφουρτ, λοιπόν, βυθίστηκε ο Λούθηρος στη μελέτη της αρχαίας ελληνικής και εβραϊκής γλώσσας και μελέτησε τα υπομνήματα ενός από τους λίγους γνώστες της εβραϊκής, του Νικόλαου του Λυρανού.

Όταν μετέβηκε στο Πανεπιστήμιο της Βιτεμβέργης για την έδρα της θεολογίας και έπρεπε να ορκιστεί ότι θα εξηγεί με ακρίβεια την Καινή και την Παλαιά Διαθήκη, τότε η γνώση των βιβλικών γλωσσών έγινε ζήτημα ιερού καθήκοντος απέναντι στις Γραφές. Συνέχισε, τότε, πιο εντατικά την εκμάθησή τους. Όταν ξεκίνησε τις διαλέξεις του στο Ψαλτήριο, γύρω στο 1513, απέκτησε το δικό του αντίγραφο της εβραϊκής Παλαιάς Διαθήκης και το έργο του στους Ψαλμούς φανερώνει πλέον τα τεράστια άλματά του στη γλωσσολογία και στην εξηγητική των Γραφών.

Η πλειονότητα των διαλέξεών του ήταν στην Παλαιά Διαθήκη. Ο ίδιος μελετούσε καθημερινά την Παλαιά Διαθήκη στα εβραϊκά και ισχυρίζεται ότι έμαθε πολύ περισσότερα από την προσωπική του μελέτη παρά από βιβλία εβραϊκής γραμματικής. Δεν μετέφρασε μόνο την Παλαιά Διαθήκη μαζί με την Καινή, αλλά έγραψε αρκετά υπομνήματα και υπερασπίστηκε επανειλημμένα την αναγκαιότητα των βιβλικών γλωσσών για όσους καταπιάνονται με τη θεολογία και την εξήγηση των Γραφών. Παρόλο που και ο Έρασμος υπερασπίστηκε την εκμάθηση της εβραϊκής, ο Λούθηρος ήταν αυτός που εργάστηκε σκληρά για να την αποκτήσει.

Η βαρύτητα αυτή που ο Λούθηρος έδωσε στην εβραϊκή γλώσσα τον οδήγησε και σε στενότερη επαφή με ραββινικά έργα και ιουδαϊκές ερμηνείες. Παρόλο που οι σκοποί του σ’ αυτήν την επαφή ήταν απολογητικοί, εντούτοις, η Μεταρρύθμιση έφερε την εβραϊκή γλώσσα στο προσκήνιο και ζωντάνεψε σε μεταγενέστερες γενιές Χριστιανών το ενδιαφέρον για τον εβραϊκό πολιτισμό.

Εάν πραγματικά ισχύει αυτό που ο Λούθηρος «ανακάλυψε» και για το οποίο επαναστάτησε, ότι δηλαδή η μόνη εξουσία επάνω στον άνθρωπο είναι ο Λόγος του Θεού, τότε η έμφαση που έδωσε στις βιβλικές γλώσσες και στις βιβλικές σπουδές δεν ήταν παρά η αυτονόητη και αναμενόμενη κατεύθυνση που θα μπορούσε να πάρει. Επ’ ευκαιρία, λοιπόν, της επετείου των 500 χρόνων από τη Μεταρρύθμιση, αξίζει όχι απλά να γιορτάζουμε αλλά να αναλογιστούμε, όσοι θεωρούμε τον Λούθηρο βασικό μέρος της χριστιανικής μας κληρονομιάς, κατά πόσο πιστεύουμε έμπρακτα μαζί του στο Sola Scriptura (μόνο η Γραφή). Αυτό δεν έχει τη στενή έννοια που απέκτησε σε κάποιους κύκλους σήμερα, ότι δηλαδή δεν πρέπει να διαβάζω άλλο βιβλίο εκτός από την Αγία Γραφή. Ο ίδιος ο Λούθηρος διάβαζε και ταυτιζόταν απόλυτα με τους εκκλησιαστικούς πατέρες στους οποίους έβρισκε αρκετούς που πάλευαν με παρόμοια ζητήματα και έβρισκαν κι αυτοί απαντήσεις στον Λόγο του Θεού.

Ακόμα και το Sola Fide (μόνο η Πίστη) δεν είναι αόριστο. Για τον Λούθηρο, η πίστη έχει περιεχόμενο. Και το περιεχόμενο πρέπει να διδαχθεί με κάθε κόστος για να αλλάξουν οι ζωές των ανθρώπων προς το καλύτερο. Θεωρεί ότι ο άνθρωπος πράττει αυτό που έχει διδαχθεί, γι’ αυτόν τον λόγο η θεολογική εκπαίδευση έχει πρωταρχική σημασία για τον Λούθηρο, μορφή της οποίας είναι και το κήρυγμα. Όπως λέει και ο ίδιος, εάν σταματούσα ή αναγκαζόμουν να παραιτηθώ από το αξίωμα του κήρυκα και όλα όσα το συνοδεύουν, θα προτιμούσα να μην έχω άλλο αξίωμα απ’ αυτό του εκπαιδευτή, του δασκάλου των νέων, επειδή γνωρίζω ότι αυτός είναι ο καλύτερος κι ο πιο αναγκαίος ρόλος.[3]

 

Άρθρο που παρουσιάστηκε στο περιοδικό Φωνή του Ευαγγελίου 8 (Σεπτέμβριος, 2017)

[1] “Sermon on Keeping Children in School” (1530) [Online: http://www.angelfire.com/ny4/djw/lutherantheology.lutherchildreninschool.html%5D

[2] Ο.π.

[3] Ο.π.

Άσκηση Θανάτου

mm_leaning_tree_max_bolotov-585x387Ο θάνατος είναι η στιγμή εκείνη που συνειδητοποιούμε πέραν κάθε αμφιβολίας ότι ο έλεγχος της ζωής μας ήταν μια μάταιη ψευδαίσθηση και ότι η πραγματικότητα καταλήγει ακριβώς στην τρανταχτή απόδειξη της αβοήθητης κατάστασής μας μπροστά στο μυστήριο, στις ανεξήγητες δυνάμεις που ορίζουν τον κόσμο μας, μπροστά σε μια διάσταση που δεν μπορούμε να δούμε, να ψηλαφίσουμε, να εξηγήσουμε και να χειραγωγήσουμε. Καταλήγουμε στο σημείο της απόλυτης παράδοσης στο υπερβατικό, σ’ αυτό που ελέγχει εμάς και όχι εμείς αυτό.

Έχοντας αυτό το γεγονός ως ακλόνητη βάση και αφετηρία, η χριστιανική διδασκαλία σπουδάζει να εκπαιδεύσει τον άνθρωπο στη διαχείριση αυτής της πραγματικότητας. Η άρνηση, η φοβία, οι ατέρμονες προσπάθειες οχύρωσης του εαυτού απέναντι στον θάνατο, στην αρρώστια, στο ατύχημα και κάθε είδους θλίψη δεν είναι τίποτα άλλο από φυγή από την πραγματικότητα. Η χριστιανική διδασκαλία, όμως, την κοιτά κατάματα. Προσοχή, δεν λέω η εκκλησία αλλά η χριστιανική διδασκαλία γιατί και η ίδια η εκκλησία συχνά αποτυγχάνει να σταθεί στις αλήθειες του χριστιανικού μηνύματος. Ο θάνατος είναι εδώ και το κοίταγμά του στα μάτια, η «ασκητική» προετοιμασία γι αυτόν είναι η πιο γενναία και ρεαλιστική πράξη που καλείται ο άνθρωπος να κάνει. Θέλει κότσια να δεις και να προετοιμαστείς για την πραγματικότητα. Η άρνησή της, όμως, είναι άρνηση της αλήθειας, είναι φυγή και είναι διαστροφή της ίδιας της ζωής.

Πολλοί θα καταφύγουν σε μια απόπειρα διαχείρισης της πραγματικότητας μέσω της συσσώρευσης χρημάτων, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια (όσο μπορούν) διασφάλισης της ζωής ή έστω αγοράζοντας όλων των ειδών «αναισθητικά» που θα τους βοηθήσουν να μην το σκέφτονται. Το μπλε χάπι προσφέρεται για κατανάλωση στην αγορά (βλ. Μάτριξ). Για άλλους η φυγή απ’ την πραγματικότητα μοιάζει με ασυδοσία, με σεξουαλική βουλιμία, με όλων των ειδών εξαρτήσεις, με ειδωλοποίηση της τεχνολογίας, με επιδίωξη εξουσίας και δύναμης που θα δώσει την ψευδαίσθηση ότι είμαι αήττητος.

Η χριστιανική διδασκαλία βλέπει την πραγματικότητα χωρίς ενδοιασμούς και προετοιμάζει τον άνθρωπο για το αναπόφευκτο μελλοντικό γεγονός από τώρα. Δεν είσαι αήττητος, δεν είσαι αυτόνομος, δεν είσαι παντοδύναμος και δεν μπορείς να ελέγξεις τον κόσμο, ούτε καν τον εαυτό σου. Μπορείς, όμως, να μάθεις από τώρα να αφήνεσαι στα χέρια αυτού από τον οποίον προήλθες και στον οποίο πηγαίνεις. Να παραδοθείς στα χέρια Εκείνου που έχει τον έλεγχο και την εξουσία της ζωής και του θανάτου. Αυτό δεν είναι ούτε παραίτηση ούτε υποταγή στον θάνατο. Αυτό είναι η απομυθοποίηση του θανάτου, η κατανόηση του και η υπέρβασή του ενσωματώνοντάς τον στη συνειδητή απόφαση του πώς θα ζεις εντός πραγματικότητας. Η πρακτική της παράδοσης του εαυτού και όλων των βιοτικών μας ζητημάτων στα χέρια του Θεού καθιστούν τον θάνατο, όταν αυτός έρθει, όχι σε επιθυμητό, γιατί κι αυτό θα ήταν φυγή, αλλά σε γνώριμο έδαφος, ασφαλές έδαφος στο οποίο ο πιστός έχει εξοικειωθεί και πλέον δεν τρομάζει. Ο πιστός έχει εξασκηθεί στη θανάτωση του εαυτού και ανακαλύπτει την αφοβία της ζωής, τη ζει στην πληρότητά της. Ο θάνατος για τον πιστό δεν είναι το μέγα ρήγμα και δεν το βιώνει ως χωρισμό από τη ζωή γιατί είδε ότι όταν παραιτείται απ’ τον εαυτό του στο παρόν, όταν παραδίδεται στο θέλημα του Πατέρα, όταν δεν επιδιώκει την οχύρωσή του από καθετί κακό ως σκοπό της ζωής του, δεν χάνει κάτι αλλά κερδίζει. Ουσιαστικά, μόνο τότε ζει αληθινά! Δεν επιβιώνει φοβικά κάτω απ’ τη σκιά του θανάτου αλλά ζει εξουσιάζοντας πάνω και πέραν του θανάτου. Λατρεύει μέσα στο κελί του, δοξάζει στο κρεβάτι της ασθένειάς του, προσεύχεται πάνω απ’ το μνήμα των αγαπημένων του και αποχαιρετά με ελπίδα αυτούς που έχασε.

Για να διακηρύξει, λοιπόν, κανείς ότι «πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ θεοῦ τῆς ἐν χριστῷ Ἰησοῦ τῷ κυρίῳ ἡμῶν» (Προς Ρωμαίους 8:38-39) σημαίνει ότι γεύεται ήδη ασκήσεις «θανάτου» στο παρόν, εκούσιες και μη, και γνωρίζει τα χέρια στα οποία όλα αυτά είναι παραδομένα. Δεν είναι καθόλου εύκολο, αυτό, για τον πιστό. Το άλμα πίστης μοιάζει ακριβώς με το κρεβάτι του θανάτου, είναι πρόγευση. Θέτει κανείς τον εαυτό του μόνο και αβοήθητο στο σημείο απουσίας εγγυήσεων και ασφαλιστικών δικλείδων και τα παίζει όλα για όλα κρατώντας στα χέρια του μόνο μια εύθραυστη και τρεμάμενη ελπίδα ότι στην απέναντι όχθη δεν μπορεί παρά να υπάρχει καλοσύνη γιατί μόνο αυτό θα έπρεπε και πρέπει να υπάρχει.

Ασκήσεις στην πραγματικότητα, λοιπόν, και όχι στη φυγή. Και η ιστορία προχωρά μόνο με τέτοιους. Μ’ αυτούς που εξασκούνται στον θάνατο.

Ο εμετός του κήτους

jonah-620x335

Η πρώτη εντύπωση που μπορεί να διαμορφώσει κανείς για τη φυγή του Ιωνά από την κλήση του να πάει στη Νινευή είναι ότι φοβάται να παρουσιαστεί στο κέντρο της Ασσυριακής αυτοκρατορίας, η οποία ήταν από τις πιο σκληρές και βάναυσες αυτοκρατορίες του αρχαίου κόσμου, με ένα εχθρικό μήνυμα. Καθώς εξελίσσεται, όμως, η ιστορία συνειδητοποιούμε ότι τα κίνητρά του είναι τελείως διαφορετικά. Η μοίρα του ξένου του είναι αδιάφορη και η διατήρηση της δικής του ασφάλειας πρωταρχική.

Στο έργο εξελίσσονται δυο αντίθετοι χαρακτήρες. Ο Γιαχβέ και ο Ιωνάς. Η παρουσία του Γιαχβέ πορεύεται προς τον ξένο αλλά ο Ιωνάς αποσύρεται από την παρουσία του Κυρίου (1:3) πηγαίνοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση απ’ αυτήν της Νινευή. Σ’ αυτό το σημείο η αποφυγή της Νινευή ισοδυναμεί με την αποφυγή του Κυρίου, εφόσον ο Κύριος ήδη ταυτίστηκε με τη σωτηρία των Νινευιτών.

Η πρώτη ένδειξη της αδιαφορίας του Ιωνά για τον ξένο απαντάται στο πλοίο διαφυγής. Όχι μόνο από το γεγονός του βαθύ κι αμέριμνου του ύπνου, αλλά και στην ενδεικτική παράκληση του καπετάνιου (ξένος κι αυτός) η οποία πλαταίνει τη διάσταση ανάμεσα στη μέριμνα του Γιαχβέ και στη μέριμνα του Ιωνά για τον ξένο: «Σήκω και κράξε στον Θεό σου, ίσως ο Θεός να μας σκεφτεί/μας αναλογιστεί και να μη χαθούμε» (1:6). Πράγματι, ο Θεός του Ιωνά διαφέρει κατά πολύ από τον αντιπρόσωπό του που δεν σκέφτηκε ούτε λεπτό την επιβίωση του ξένου. Ακόμα και ο τρόπος που συστήνεται φανερώνει την απώλεια επαφής με την πραγματικότητα αυτού του Θεού: «Εβραίος είμαι και τον Κύριο τον Θεό του ουρανού φοβάμαι εγώ, αυτόν που έφτιαξε τη θάλασσα και την ξηρά» (1:9). Ο συγγραφέας θέλει να νιώσουμε την αυταπάτη του Ιωνά, ο οποίος συνεχίζει να αποκαλεί τον εαυτό του θεοφοβούμενο παρόλο που απέρριψε τη βουλή του Γιαχβέ για τη σωτηρία του ξένου. Η ασυμβατότητα της κατ’ όνομα σύνδεσης του Ιωνά με τον Γιαχβέ και της ουσιαστικής αποξένωσης των δύο χαρακτήρων και των οραματισμών τους για τον κόσμο προκαλεί, όχι μόνο γέλιο στον αναγνώστη που αντιλαμβάνεται τη σάτιρα, αλλά και αηδία.

Το αίσθημα της αηδίας που προκαλεί αυτή η ασυμβατότητα θα γίνει ακόμα πιο έντονο στην πορεία και θα προκαλέσει τον εμετό του υπάκουου υπηρέτη του Κυρίου, ενός κήτους. Ακόμα και τώρα που ο προφήτης πιάνει πάτο προκύπτει το ερώτημα: υπάρχει πραγματική μετάνοια και λατρεία στην κοιλιά του κήτους; Στην πορεία της αφήγησης δεν φανερώνεται ουσιαστική μεταστροφή. Μήπως γι αυτό παρουσιάζεται το κήτος να κάνει εμετό με αφορμή την υποκριτική δοξολογία του Ιωνά; Με το που διακηρύττει ο Ιωνάς: «η σωτηρία είναι του Κυρίου» ο Γιαχβέ προστάζει το ψάρι να τον εξεμέσει (2:9-10). Η φύση που ξερνάει δεν παρουσιάζεται θετικά στη βιβλική λογοτεχνία. Ιδιαίτερα στο Λευιτικό, η γη ξερνάει επειδή αηδιάζει με την αδικία των κατοίκων της (18:24-30, 20:22-23).

Ο Ιωνάς εθνικιστικά σκεπτόμενος αναγνωρίζει πως η υπακοή του στην κλήση, η συμπόνοια προς τη Νινευή, θα μπορούσε να θεωρηθεί εθνική προδοσία. Η Ασσυρία είναι ο μεγάλος εχθρός του Ισραήλ. Ενώπιον μιας τέτοιας κλήσης νικά το έθνος. Επιλέγει να ταυτιστεί με το έθνος περισσότερο παρά με το «άνευ συνόρων» έλεος του Θεού. Αυτό που τον απασχολεί είναι η προστασία της δικής του ευημερίας και βόλεψης, περισσότερο απ’ τη ζωή 120000 ανθρώπων. Μήπως κόπτομαι για τη δικαιοσύνη, επιμένω να αφεθούν για να θερίσουν οι εχθροί μου αυτό που έσπειραν, επειδή η εξάλειψη των αλλόθρησκων εξυπηρετεί την επιβίωση του δικού μου έθνους;

Το μήνυμα είναι ένα και είναι μήνυμα επικείμενης κρίσης (1:2, 3:2, 4). Θα περίμενε κανείς ότι ένα τέτοιο μήνυμα κρίσης θα έβρισκε τον Ιωνά σύμφωνο και ενθουσιώδη στο να το παραδώσει. Αλλά, παρόλο που ο λόγος του Κυρίου είναι ένας, το νόημα του μηνύματος για τον προφήτη είναι τελείως διαφορετικό από το νόημα και τον σκοπό που ο Γιαχβέ έχει υπόψη του. Για τον προφήτη, το μήνυμα κρίσης απ’ τον Κύριο θα έπρεπε να επιζητά την ολική διαγραφή του εχθρού, αλλά για τον Γιαχβέ, ακόμα και ο λόγος κρίσης είναι ζωηφόρος, ψάχνει να επιστρατεύσει μεσίτες που θα ικετεύσουν για τη ζωή του κεκριμένου. Ο λόγος του Γιαχβέ αποστέλλεται για να φέρει ζωή, συμφιλίωση, σχέση με τον δημιουργό και αποβλέπει στο καλό του κόσμου.

Η ιστορία αναδεικνύει το χάσμα στη σχέση του Γιαχβέ και του προφήτη του. Υπάρχει τελικά σχέση ή μια αυταπάτη σχέσης; Έχει συλλάβει την αναλογία ο Ιωνάς ανάμεσα στον ίδιο και στον Θεό του; Συνειδητοποίησε τις προθέσεις του Θεού, αναρωτήθηκε αν τις αντιπροσωπεύει ή αν τελικά ανήκουν σε δύο διαφορετικούς κόσμους; Τίποτα δεν φαίνεται ν’ αγγίζει τον προφήτη, ούτε αυτή η υπέρμετρη ένδειξη μετάνοιας, συντριβής, και νηστείας απ’ τους Νινευήτες. Ο προφήτης δεν συγκινείται από γεγονότα. Η πιθανότητα μεταστροφής του εχθρού του στη συνάντησή τους δεν αποτελεί κίνητρο, ούτε καν θύμηση μιας ξεχασμένης αποστολής του προς τα έθνη. Το δόγμα του είναι άκαμπτο, αλύγιστο. Ο Γιαχβέ λυγίζει μπροστά στο αίτημα αυτών των ανθρώπων για ζωή. Ο προφήτης όχι.

Η φράση «καὶ μετεμελήθη ὁ Θεὸς περὶ τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον εἶπε νὰ κάμῃ εἰς αὐτούς» (3:10) παραπέμπει στην ίδια φράση από την Έξοδο 32:14 «Καὶ μετεμελήθη ὁ Κύριος περὶ τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον εἶπε νὰ κάμῃ κατὰ τοῦ λαοῦ αὑτοῦ» όπου ο Ισραήλ είχε στραφεί στο χρυσό μοσχάρι. Αλλά τότε ο Ισραήλ δεν είχε μετανοήσει καν, δεν είχε νηστέψει, δεν φόρεσε σάκους ούτε κάθισε σε στάχτες με τα ζώα του μαζί. Χάριν της μεσιτείας του Μωυσή τη γλύτωσαν.

Η αμνησία του δώρου, η αμνησία της διαγραφής του χρέους κάνει τώρα τον πρώην οφειλέτη να κυνηγά τον χρεώστη. Κάνει τον ελεημένο ανελέητο. Τον ξένο που του δόθηκε κάποτε ευκαιρία για μια καινούργια αρχή παντελώς αδιάφορο για το μέλλον χιλιάδων ξένων. Ή μήπως το θυμόταν αυτό το δώρο; Μα φυσικά το θυμόταν. Ήξερε ποιος είναι ο χαρακτήρας του Θεού του, αφού ο ίδιος ο προφήτης αναφέρεται κι αυτός στην Έξοδο 34:6 θυμίζοντάς μας τον ελεήμονα χαρακτήρα του Γιαχβέ («διὰ τοῦτο προέφθασα τοῦ φυγεῖν εἰς Θαρσις διότι ἔγνων ὅτι σὺ ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ μετανοῶν ἐπὶ ταῖς κακίαις» [4:2]). Η ισοπέδωση όμως του δώρου, η ισότιμη πρόσβαση σ’ αυτό, τι θα δήλωνε; Θα δήλωνε ότι είμαι ένα με τον Ασσύριο; Ένα με τον μουσουλμάνο; Ένα με τον αθεϊστή; Μήπως τελικά ούτε τον Θεό φοβόταν ούτε τον Ασσύριο; Αυτό που φοβόταν ήταν η διατάραξη ενός συστήματός όπου αυτός έβγαινε πάντα κερδισμένος; Μήπως φοβόταν ότι η εκδικητικότητά του δεν θα έβρισκε ικανοποίηση. Πώς θα διακριθεί τώρα ο πιστός, ο θρησκευόμενος, ο μισθωτός που είναι απ’ το πρωί στο αμπέλι, αν το κακό δεν τιμωρείται; Αν διαγράφονται όλα με μια στιγμιαία επίδειξη μεταστροφής; Αυτός ο Θεός τελικά είναι πολύ soft. Πώς είναι δυνατόν μ’ αυτή τη συγχωρητικότητα να φέρει τάξη και δικαιοσύνη στον κόσμο;

Ο υπέρμετρος ζήλος πάταξης του κακού στον Ιωνά κατάφερε να αποξενώσει σταδιακά τον προφήτη απ’ τον Θεό του. Ο προφήτης αρνείται έναν τέτοιο κόσμο ασύνορου ελέους και θέλει ν’ αποσυρθεί απ’ αυτόν. Φεύγει μακριά απ’ τον «κακό κόσμο» στην ασφάλεια της δικής του χειροποίητης σκηνής για να ζήσει ως να μην υπήρχαν πλήθη εκεί έξω. Γιατί να επωμιστεί αυτός την ευθύνη τόσων ξένων; Δεν έχει όμως αυτός τον έλεγχο της ασφάλειάς του, της ευημερίας και της ανακούφισής του. Όσο κι αν κρύβεται στη σκηνή του, στον μικρό του ναό, ο Γιαχβέ είναι αυτός που δίνει τη σκιά και την ανάπαυση κι ο Γιαχβέ είν’ αυτός που τις αφαιρεί. Ο κόσμος στον οποίο καλείται να ζήσει ο Ιωνάς είναι ένας κόσμος χωρίς ελεγχόμενη τάξη, ένας κόσμος που δεν είναι στα χέρια μας και δεν τον συγυρίζουμε εμείς όπως μας αρέσει. Ο άνθρωπος του Θεού δεν έχει σκοπό της ζωής του την αναζήτηση ανάπαυσης και οχυρωμένης ασφάλειας. Καλείται να αγκαλιάσει το επικίνδυνο.

Για τον Ιωνά, η απώλεια της «σκιάς» του, η απειλή ενάντια στις ανέσεις των πραγμάτων ισοδυναμεί γι αυτόν με την απώλεια νοήματος και συνεπώς της ίδιας της ζωής. Ο Θεός στρέφει την λύπη που νιώθει ο Ιωνάς προς το κτήμα του, το φυτό του, προς το πραγματικό του κτήμα: τους άλλους ανθρώπους. Η αναλογία είναι εξωφρενική και έτσι θα έπρεπε να είναι. Ο Ιωνάς χάνει τη σκιά, ο Γιαχβέ κινδυνεύει να χάσει αναρίθμητες ψυχές. Πώς να δει ο Ιωνάς ότι ο κόσμος είναι η κληρονομιά του, το σπίτι του, το αντικείμενο για το οποίο πρέπει να ζει με αγωνία, συμπόνια και αφοσίωση για τη διατήρησή του;

Το βιβλίο κλείνει και το ερώτημα εκκρεμεί για όλους μας. Πού τελειώνει το όραμα του Ιωνά για τη ζωή του; Εκεί που τελειώνει η ατομική του ασφάλεια ή στα έσχατα της γης;

 

Πινόκιο: Από Μαριονέτα σε Άνθρωπο

18-pinocchioΤο αριστούργημα του Κάρλο Κολόντι που ολοκληρώθηκε το 1883 στην Ιταλία δεν χρειάζεται συστάσεις. Η λογοτεχνία του κόσμου μας, αλλά ιδιαίτερα κάποια δείγματα που θεωρούνται διαχρονικά, περιέχουν θεμελιακές αλήθειες. Η αναγνώριση αυτών των αληθειών στις σελίδες του βιβλίου από τους αναγνώστες κάθε εποχής και κάθε χώρας στην οποία το έργο μεταφράζεται, κάνει το έργο κλασσικό, κανονιστικό, αληθινό. Έτσι αποκτά το κείμενο δικαίωμα να μας διδάξει για τον άνθρωπο και το νόημα της ζωής του. Το ίδιο ισχύει και για το έργο Πινόκιο, στο οποίο θα αποπειραθώ μιαν ανάγνωση.

Αναγκαστικά θα είναι συνοπτική, γιατί το έργο είναι τεράστιο με πολλές πτυχές και αρκετές οπτικές γωνίες. Σ’ αυτό ακριβώς οφείλει ένα έργο τη διαχρονικότητά του: στο γεγονός ότι μπορεί να γεννάει συνεχώς νοήματα και να φανερώνει διαχρονικά πτυχές που δεν έχουμε δει σε προηγούμενες αναγνώσεις.

Ο Πινόκιο είναι, σε γενικές γραμμές, η ιστορία του ανθρώπου, από τη γέννησή του μέχρι – κι εδώ είναι το αλλόκοτο – την ανθρωποποίησή του, όχι τον θάνατό του. Ο άνθρωπος δεν ξεκινά αυτή τη ζωή σε ηθική ουδετερότητα. Από την ημέρα της γέννησής του αντιτάσσεται στη θεμελιακή σχέση που τον φέρνει στην ύπαρξη. Καθώς ο μάστορας Τζεπέτο σκαλίζει το κομμάτι ξύλο που πήρε απ’ τον κο Αντόνιο για να φτιάξει την κούκλα του, κάθε μέλος της κούκλας φανερώνει μιαν εχθρική προδιάθεση προς τον δημιουργό του. Μόλις απελευθερώνεται το χέρι από το ξύλο αρχίζει να τραβά την περούκα του Τζεπέτο. Όταν ολοκληρώνεται το στόμα αρχίζει να περιγελά τον φτωχό Τζεπέτο και μόλις τα πόδια παίρνουν μορφή αρχίζουν να κλωτσάνε τον τεχνίτη τους. Η μύτη δεν παραμένει στο μέγεθος που της δίνεται αλλά αρχίζει να μεγαλώνει με αυθάδεια πέραν των σχεδιασμένων της ορίων. Με το που φτάνει η ξύλινη κούκλα στην ολοκλήρωσή της αρχίζει να τρέχει μακριά από το σπίτι απορρίπτοντας τη σχέση πατέρα-υιού για χάρη μιας παράλογης, σχεδόν αυτοκαταστροφικής, αυτονομίας.

Ενδεικτικό στοιχείο είναι η πεποίθηση που δημιουργείται στον Πινόκιο, με τη βοήθεια κακών επιρροών φυσικά, ότι είναι θύμα. Ο πατέρας του είναι γι αυτόν η αυταρχική μορφή που του στερεί την ελευθερία να κάνει αυτό που θέλει, έτσι κατηγορεί τον πατέρα του ο οποίος αμέσως φυλακίζεται απ’ την τοπική αστυνομία. Το αποτέλεσμα της αυτό-θυματοποίησης είναι η εντύπωση ότι το κακό βρίσκεται έξω από μένα, με καταπιέζει και οφείλω να απελευθερωθώ απ’ αυτό, δηλαδή να απομακρυνθώ από άλλους ανθρώπους και καταστάσεις στις οποίες το κακό εδράζεται. Αυτή είναι η νηπιακή κατάσταση του Πινόκιο. Θεωρεί ότι η απαλλαγή από τη μορφή του πατέρα είναι και η σωτηρία του, αγνοώντας ότι είναι μαριονέτα χωρίς συγκροτημένο εαυτό. Είναι, όμως, τυφλός στο γεγονός ότι το κακό βρίσκεται εντός του.

Η πρώτη αφύπνιση του Πινόκιο φθάνει με την εμπειρία της πείνας. Ξυπνά η αναζήτηση του πατέρα, αλλά οι πρώτες αυτές αναζητήσεις του Πινόκιο οδηγούνται αποκλειστικά από βασικά ένστικτα επιβίωσης. Είναι αυτοματισμοί. Η επιστροφή στο σπίτι για την εξεύρεση φαγητού δεν δηλώνει μεταστροφή στον Πινόκιο. Στοχεύει μόνο στην κάλυψη φυσικών αναγκών. Σ’ αυτό το στάδιο ξυπνά κι η συνείδησή του στη φωνή ενός γρύλλου. Η φωνή της σοφίας είναι πάντοτε παρούσα στη ζωή του Πινόκιο. Την ακούει συνεχώς σε μορφή παροιμιακών λόγων, συμβουλών και προειδοποιήσεων δείχνοντας ότι η επιλογή του καλού είναι πάντοτε μπροστά του. Παρόλο που σκοτώνει τον γρύλλο για να απελευθερωθεί από τις παρεμβάσεις της συνείδησης, αυτή επιστρέφει συνεχώς με άλλες μορφές φαντασμάτων.

Η απληστία και η ικανοποίηση των προσωπικών του επιθυμιών κρατάνε το τιμόνι των αποφάσεών του και τον τοποθετούν σε χρηστικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Συνήθως ο Πινόκιο ζητά από ανθρώπους να του δώσουν φαγητό ή νερό χωρίς να είναι διατεθειμένος να δώσει κι αυτός κάτι πίσω. Ερμηνεύει τις διαπροσωπικές σχέσεις βάσει αυτού του κριτηρίου: όποιος του δώσει ή του υποσχεθεί κάτι που να καλύπτει τις επιθυμίες του είναι αυτόματα φίλος του, ασχέτως των κινήτρων που κρύβονται από πίσω. Είναι συνεχώς σε ετοιμότητα να θυσιάσει το γνώριμο, τη ζωή εντός ασφαλών και δοκιμασμένων σχέσεων με ανθρώπους που τον αγαπούν, για άλλους δυνατούς καλύτερους κόσμους, οι οποίοι, όμως, είναι εν δυνάμει καλύτεροι μόνο για τον ίδιο. Ο πατέρας του ή η καλή νεράιδα δεν συμπεριλαμβάνονται ούτε είναι αποφασιστικοί παράγοντες στη διεκδίκηση τέτοιων κόσμων.

Ο σκοπός του ανθρώπου είναι να γίνει άνθρωπος. Εκεί μας οδηγεί η ιστορία του Πινόκιο. Ο άνθρωπος είναι ξύλινος, μαριονέτα, υποχείριο άλλων δυνάμεων. Η γέννησή του δεν τον καθιστά ταυτόχρονα και άνθρωπο. Άνθρωπος θα γίνει εντός των αγαπητικών σχέσεων της ζωής του. Βάζοντας αυτούς πρώτους και όχι τις ατομικιστικές του αναζητήσεις. Ο συγγραφέας καταδικάζει ακόμα και τις αποφάσεις που γίνονται για την απόκτηση κέρδους που ενδεχομένως θα βοηθούσε στις ανθρώπινες σχέσεις. Ο Πινόκιο ψάχνει να επενδύσει τα χρυσά νομίσματά του για να κάνει τον πατέρα του πιο πλούσιο. Η απληστία, όμως, δεν παύει ποτέ να είναι παγίδα ακόμα κι αν το τέλος στο οποίο στοχεύει ο Πινόκιο είναι η καλυτέρευση της ζωής του πατέρα. Παραμένει μαριονέτα της απληστίας του όσο κι αν επιχειρεί να την δικαιολογήσει ως ηθικά παρακινούμενη. Η εναλλακτική του να είναι γίνει κανείς άνθρωπος δεν είναι να παραμείνει ξύλινος αλλά, αντιθέτως, να γίνει ζώο.

Η αποκτήνωση του ανθρώπου δεν έρχεται από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά σταδιακά ο Πινόκιο μπαίνει οικειοθελώς υπό τον ζυγό ανθρώπων που το τελευταίο πράγμα που τους ενδιαφέρει είναι η ευημερία του. Οι ατομικιστικές «σαρκικές» του επιθυμίες τον καθιστούν χειραγωγήσιμο και στον τόπο της ανέμελης διασκέδασης, σε μια χώρα απόλυτης απουσίας κοινωνικής ευθύνης, είναι που ανακαλύπτει ότι αρχίζουν να φυτρώνουν αυτιά γαϊδάρου στο κεφάλι του. Ταυτόχρονα ανακαλύπτει ότι δεν είναι καν ελεύθερος, αλλά δούλος αυτού του καθεστώτος. Η ανάβασή του από ξύλινη κούκλα σε κανονικό αγόρι μετατρέπεται σε κατάβαση προς τον κόσμο των ζώων όπου τελικά αποκτά και χρηματική αξία, γίνεται εμπόρευμα δηλαδή και βρίσκει τον εαυτό του στην κόλαση της αγοραπωλησίας του εαυτού. Η αξία του μετριέται πλέον από τις επιδόσεις του στο τσίρκο των ζώων, όπου δεν υπάρχει έλεος. Μόνο μαστίγιο, δουλεία και απολυταρχία.

Ο Πινόκιο ως γαϊδούρι δεν έχει πλέον φωνή. Προσπαθεί να φωνάξει στη νεράιδα που βλέπει μακριά στο κοινό που τον παρακολουθεί αλλά μόνο γκάρισμα μπορεί να βγει. Η απουσία φωνής είναι η απόλυτη δουλεία. Προηγήθηκε, όμως, η παράδοση της φωνής του από τον ίδιο. Όταν ο φίλος του τον προσκαλεί αρχικά να πάει σ’ αυτή τη χώρα του παιχνιδιού, η δική του φωνή υπήρχε ακόμα: «Δεν μπορώ να έρθω, υποσχέθηκα στην καλή νεράιδα ότι θα είμαι υπάκουος τώρα». Σ’ αυτή τη φάση αντικρούει τις εισηγήσεις του φίλου του με το σωστό και το αληθινό. Ο φίλος του επιμένει λέγοντας: «Άσε τη νεράιδα. Η νεράιδα θα σε μαλώσει λίγο και μετά θα της περάσει». Όταν βλέπει το άρμα να έρχεται για να μεταφέρει τα παιδιά στη χώρα του παιχνιδιού, πέφτει στον πειρασμό και ξεχνάει τα δικά του λόγια, υιοθετώντας την οπτική του φίλου. Απαντά με ξένη φωνή που δεν είναι δική του: «η νεράιδα θα με μαλώσει λίγο και μετά θα της περάσει». Η αλόγιστη επανάληψη ξένης φωνής ισούται με την απώλεια φωνής άρα με την απώλεια του ίδιου του εαυτού. Ο Πινόκιο δεν έχει ραχοκοκαλιά, είναι πια φερέφωνο μιας άλλης ιδεολογίας. Η φωνή του δεν λέει πια τίποτα.

Σημαντικό είναι επίσης ότι και η αναπηρία δεν έχει θέση στην κοινωνία αυτή. Η αναπηρία του Πινόκιο-γαϊδούρι τον καθιστά τελείως άχρηστο στη μηχανή του κέρδους. Δεν μπορεί πλέον να φέρει απολαβές στο αφεντικό του. Το μόνο που του μένει είναι το ίδιο του το σώμα που διατίθεται προς πώληση. Το δέρμα του μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή ενός ωραιότατου τύμπανου. Μόνο νεκρός είναι πλέον χρήσιμος.

Η αλλαγή πορείας από την αποκτήνωση στο δρόμο προς την ανθρώπινη υπόσταση γίνεται δια του ύδατος, κλασσικό σύμβολο του θανάτου. Εδώ θα ξεκινήσει η εκπλήρωση της ευχής του Πινόκιο που εξέφρασε σε κάποια στιγμή αφύπνισης της καταπιεσμένης του συνείδησης: «μακάρι να μπορούσα να γεννηθώ ξανά!» Ο Πινόκιο-γαϊδούρι πέφτει στο νερό και επιστρέφει στη ξύλινή του μορφή. Είναι, όμως, ακόμα μακριά από την ανθρωποποίησή του, η οποία δεν μπορεί να γίνει ερήμην του πατέρα. Η αναζήτηση του πατέρα εκκρεμεί.

Όταν προσπάθησε να επανενωθεί με τον πατέρα του πριν κάποια χρόνια, ήταν πάλι στο νερό, σε μια καταιγίδα. Η βάρκα του πατέρα βούλιαξε κι ο πατέρας κατέληξε στο στομάχι ενός τρομερού τεράστιου σκυλόψαρου, στα βάθη του θανάτου. Ο Πινόκιο, αντιθέτως, επέπλευσε και βγήκε στη στεριά. Τώρα, όμως, ήρθε η ώρα της ταύτισης με τον πατέρα στον θάνατο. Θα αντιμετωπίσει κι ο Πινόκιο τον χειρότερο εχθρό και είναι ακριβώς στην κοιλιά του τρομακτικού αυτού τέρατος που η ένωση με τον πατέρα, η ανάσταση, θα λάβει χώρα. Εκεί είναι που ο Πινόκιο μεταμορφώνεται και αναλαμβάνει την ευθύνη του ανθρώπου, να σώσει όχι μόνο τον εαυτό του αλλά πρωταρχικά τον άλλον άνθρωπο απ’ την κοιλιά του τέρατος. Να συμφιλιωθεί με την πρωταρχική σχέση.

Από την αρχή της ιστορίας, από τότε που ο Πινόκιο δαιμονοποιεί τον πατέρα του σε τύραννο και θεωρεί τον εαυτό του θύμα, ο πατέρας δεν ξεπεράστηκε. Η ανάμνηση του πατέρα και η αναζήτησή του στοιχειώνει την πορεία του Πινόκιο. Το μόνο που μπορεί να ελευθερώσει τον Πινόκιο, ο μόνος τρόπος να γίνει άνθρωπος, δεν είναι «ξεπερνώντας» τον πατέρα αλλά η συμφιλίωση με τον πατέρα. Αυτό είναι που εκκρεμεί απ’ την αρχή μέχρι το τέλος. Αυτό θα ενεργοποιήσει την «ανθρωποποίηση» του Πινόκιο.

Εν τω μεταξύ, η συνειδητοποίηση ότι δικαίως υποφέρει και ότι δικαίως του αξίζει ό,τι έχει πάθει και χειρότερα ακόμα, οδηγεί τον Πινόκιο στη δραματική του αλλαγή. Αρχίζει να ακούει τη συνείδησή του, ξεκινά να πονάει τους ανθρώπους, να βοηθά τους άλλους, να ψάχνει την καλή του νεράιδα. Η μεταμόρφωσή του σε άνθρωπο λαμβάνει χώρα ως έκπληξη, όταν δεν την επιδιώκει πλέον ως στόχο. Καθώς έχει ήδη ξεκινήσει να ενεργεί ως άνθρωπος ξυπνάει ένα πρωί κι ανακαλύπτει το θαύμα της μεταμόρφωσής του. Ο Πινόκιο λαμβάνει συγχώρεση απ’ τη νεράιδα παρά το γεγονός ότι, όπως η ίδια λέει, δεν είναι υπόδειγμα υπακοής και καλής συμπεριφοράς. Η τελειότητα δεν ήταν ο στόχος. Η επιστροφή στη σχέση ήταν.

Το βιβλίο τελειώνει με τον Πινόκιο να κοιτάει δίπλα του, τον παλιό του ξύλινο εαυτό που απεκδύθηκε, ο οποίος είναι τώρα ριγμένος σαν νεκρός πάνω σε μια καρέκλα, σαν παλιά φορεσιά. Πόσο γελοίος ήμουν, όταν ήμουν ξύλινος, λέει, και πόσο ευτυχισμένος τώρα, που είμαι επιτέλους αληθινό αγόρι.

Ο τρομακτικός πάτος που έπιασε ο Πινόκιο στην ιστορία του ήταν και το καθοριστικό βήμα στη μεταστροφή του. Θα μπορούσε τότε κανείς να πει ότι είναι ανώφελο να διαβάσουν τα παιδιά αυτό το βιβλίο, εφόσον η θεωρία δεν έχει τη δύναμη να φέρει στη ζωή τους την αλλαγή που βίωσε ο Πινόκιο. Πρέπει κι αυτοί να περάσουν κάτι παρόμοιο αν είναι να γίνουν άνθρωποι. Η λογοτεχνία, όμως, δεν διδάσκει κάτι θεωρητικά. Είναι ικανή, μιμητικά, να μας μυήσει στο βίωμα του ήρωα. Η καλή λογοτεχνία σε εισάγει συναισθηματικά στην εμπειρία, πετυχαίνει την επαφή με τον ήρωα και σε διδάσκει με τρόπο συμμετοχικό. Η καλή λογοτεχνία είναι συχνά το ίδιο το βίωμα, ικανή να ξυπνήσει τον άνθρωπο κάτω απ’ τη ξύλινη μαριονέτα. Εισηγούμαι, λοιπόν, μέσω αυτού του βιβλίου, μια σκληρή αυτοεξέταση, μια εντόπιση των ψεμάτων που ορίζουν τις ζωές μας, μια διάκριση των επιθυμιών που μας κινούν με τα αόρατα νήματά τους, μια αναζήτηση της δικής μας ξεχασμένης φωνής και μια θαρραλέα αναγνώριση της αλήθειας που βρίσκεται πάντοτε μπροστά μας.

Η μέρα που τελείωσε ο κόσμος…

christthesaviormanger01Εισαγωγή

Σήμερα σκέφτηκα, εν όψει Χριστουγέννων, να γράψω κάποιες σκέψεις για το τέλος του κόσμου. Τώρα θα αναρωτιέστε φυσικά τι σχέση έχει το τέλος του κόσμου με τα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα, θα μου πείτε, δεν είναι το τέλος του κόσμου αλλά μια χαρούμενη γιορτή που μας γεμίζει ελπίδα, μας ενώνει, μας κάνει αγαπημένους, κτλ. Αντίθετα, το τέλος του κόσμου είναι μια έννοια αρνητική, μακάβρια. Κι έχετε απόλυτο δίκιο, επειδή συνήθως όταν σκεφτόμαστε το τέλος του κόσμου, σκεφτόμαστε μαζικές καταστροφές, τη διάλυση του σύμπαντος, φωτιά, τσουνάμι κι οτιδήποτε άλλο τρομακτικό φαινόμενο μπορεί κανείς να φανταστεί.

Δεν είναι λίγες οι ταινίες που έχουν γυριστεί για το τέλος τους κόσμου. Ένας μετεωρίτης που μας απειλεί, ένας πυρηνικός πόλεμος που ισοπεδώνει τα πάντα, ακόμα και εξωγήινοι που έρχονται ενάντιά μας και εξουδετερώνουν την ανθρώπινη φυλή. Όλες αυτές οι ταινίες δεν είναι τίποτ’ άλλο από ανθρώπινες ανησυχίες ότι κάποια στιγμή όλα όσα ζούμε θα έρθουν στο τέλος τους. Κι έτσι οι άνθρωποι φαντάζονται διάφορα σενάρια για το πώς θα γίνει αυτό.

Αυτά, όμως, δεν είναι απλά σενάρια επιστημονικής φαντασίας, αλλά επιβεβαιώνονται και από επιστήμονες. Πρόσφατα ο διάσημος θεωρητικός φυσικός Stephen Hawking προσπάθησε να υπολογίσει πόσα περίπου χρόνια περισσεύουν στον πλανήτη μας προτού φτάσει στο τέλος του και κατέληξε ότι μας μένουν περίπου χίλια χρόνια. Με τον ρυθμό που πάμε η καταστροφή είναι σίγουρη και επικείμενη και για να επιβιώσει το ανθρώπινο γένος μας ενθαρρύνει να φύγουμε από τον πλανήτη και να βρούμε κατοικία στο διάστημα.[1]

Ο Ερχομός του Χριστού ως Τέλος του Κόσμου

Ο λόγος που γράφω για το τέλος του κόσμου σήμερα αντί για τη φάτνη, τους ποιμένες και τους αγγέλους δεν είναι για να σας τρομάξω. Θέλω να αναλογιστώ μια διάσταση των Χριστουγέννων που η ίδια η Καινή Διαθήκη φέρνει στην προσοχή μας.

Οι Γραφές κατανοούν τη γέννηση του Χριστού στον κόσμο μας ως το τέλος του κόσμου. Ο απόστολος Παύλος μας λέει ότι ο ερχομός του Χριστού στη γη σηματοδοτεί την ολοκλήρωσή του κόσμου: «ὅτε δὲ ἦλθεν τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ» (Προς Γαλάτας 4:4α). Η παρουσία του Χριστού στη γη δηλώνει ότι ο χρόνος έφτασε στο πλήρωμά του. Αλλού πάλι μας λέει «τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονεν καινά» (Β΄ Προς Κορινθίους 5:17β) και ακόμα λέει στους πιστούς Κορίνθιους ότι αυτοί είναι εκείνοι «εἰς οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησεν» (Α΄ Κορ 10:11). Μα πώς γίνεται αυτό;

Αυτή είναι μια περίεργη ιδέα γιατί, όπως είπαμε, όλοι μας σκεφτόμαστε ότι το τέλος του κόσμου είναι κάτι που συμβαίνει στο τέλος της ιστορίας. Είναι, δηλαδή, το τελευταίο ιστορικό συμβάν του κόσμου μας. Δεν συνεχίζεται η ζωή μετά απ’ το τέλος του κόσμου, αλλιώς δεν θα ήταν το τέλος, σωστά; Πώς γίνεται, λοιπόν, ο ερχομός του Χριστού πριν 2000 χρόνια να είναι το τέλος του κόσμου;

Το Τέλος του Κόσμου Πρέπει να Φανερώνει τον Σκοπό του

Η εικόνα που έχουν οι άνθρωποι σήμερα για το τέλος του κόσμου, με όλα αυτά τα σενάρια καταστροφής που αναφέραμε, αφήνει μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια έξω. Δεν μας λένε κατά πόσο ο κόσμος θα έχει εκπληρώσει τον σκοπό του όταν θα φτάσει στο τέλος του. Είναι γνωστό ότι η λέξη «τέλος» δεν σημαίνει απλά τέρμα αλλά σημαίνει και «σκοπός». Όταν κάτι κλείσει τον κύκλο του, όταν ολοκληρώνεται, πάει να πει ότι έχει εκπληρώσει και τον σκοπό του.

Όταν, όμως, κάτι διακοπεί απότομα χωρίς να προλάβει να ζήσει, να συνεισφέρει κάτι, να εκπληρώσει τον σκοπό του μας φαίνεται τελείως αφύσικο, ακόμα και ανήθικο. Μας ενοχλεί αφάνταστα ο θάνατος ενός παιδιού πριν το κλείσιμο της ζωής του στα γηρατειά επειδή μοιάζει ο θάνατος να του αρπάζει τον σκοπό της ζωής του, μοιάζει να του κλέβει το νόημά της, μας αφήνει με μια αίσθηση ματαιότητας. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι τελείωσε μια τέτοια ζωή γιατί παρόλο που διακόπηκε δεν είναι το ίδιο με το να πω ότι έφτασε στο τέλος της. Όταν διακόπτεται τόσο βίαια, νιώθω ότι δεν εκπλήρωσε τον σκοπό της.

Αυτή τη διάσταση της ολοκλήρωσης σκοπού δεν τη βλέπουμε πουθενά στα σενάρια καταστροφής του κόσμου μας που κάθε λίγο και λιγάκι φτάνουν στους κινηματογράφους μας. Η καταστροφή σ’ αυτά τα σενάρια είναι συνήθως ανεξήγητη και το τέλος παραμένει πάντοτε πέραν της ανθρώπινης ορατότητας. Όλα τα σενάρια διακοπής του κόσμου, μας αφήνουν με ένα μεγάλο κενό, μας γεμίζουν με μια αίσθηση ματαιότητας, έλλειψης σκοπού και νοήματος για τον κόσμο.

Εάν ο σκοπός του κόσμου μας είναι να φανερωθεί στο τέλος της ιστορίας, τότε δεν θα είναι ποτέ προσβάσιμος στον άνθρωπο, ούτε θα μπορούσε ποτέ ο άνθρωπος να συμμετέχει συνειδητά σ’ αυτόν τον σκοπό. Ο άνθρωπος θα έχει τελειώσει. Μέχρι να έρθει εκείνο το τέλος, ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να παλεύει με εικασίες για να βρει το νόημα της ύπαρξης. Υπό μίαν έννοια, η ανάγκη μας να βρούμε τον σκοπό μας, τον σκοπό του κόσμου μας, το νόημα της ύπαρξής μας είναι ουσιαστικά η απαίτηση να γνωρίσουμε, να βιώσουμε το «τέλος» το κόσμου πριν το τέλος του κόσμου. Θέλουμε να ξέρουμε από τώρα που καταλήγουν όλα, προτού καταλήξουν.

Η Κοινοποίηση του Σκοπού πριν το Τέλος

Για τους πρώτους Χριστιανούς ισχύει ακριβώς αυτό. Ο θεολόγος Rudolf Bultmann το συλλαμβάνει με ακρίβεια υποστηρίζοντας ότι η γέννηση του Ιησού, ο ερχομός του Χριστού στον κόσμο μας φέρνει το τέλος του κόσμου εντός της ιστορίας, στη μέση της ιστορίας, στο κέντρο της.

Για τον Χριστιανό, το τέλος του κόσμου δεν είναι εκείνο το συμβάν που θα φέρει τον ορατό κόσμο στο τέλος του με μια κοσμική καταστροφή. Μια τελική καταστροφή δεν μπορεί να βάλει τον επίλογο στον κόσμο μας. Δεν μπορεί να καθορίσει μια τελική καταστροφή τι πράγμα ήταν τούτο που τελείωσε. Ο θάνατος δεν μπορεί να μας διδάξει τίποτα για τη ζωή μας. Ο σκοπός του κόσμου πρέπει να κοινοποιηθεί στον άνθρωπο προτού φτάσει στο τέλος του. Η ανθρωπότητα πρέπει να δει μέσα στην ιστορία ποιο είναι το νόημά της.

Πώς θα θέλαμε να είναι το τέλος; Αυτό είναι γενικά εύκολο να το δούμε μόνο και μόνο αν κοιτάξουμε τη λογοτεχνία του κόσμου μας. Όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο περιμένουμε ότι στο τέλος θα επιλυθεί το πρόβλημα, θα ξεκαθαριστεί το μυστήριο, οι άνθρωποι που χωρίστηκαν θα επανενωθούν, αυτοί που αδικήθηκαν θα δικαιωθούν, το καλό θα υπερνικήσει το κακό. Δείτε, για παράδειγμα, πώς τελειώνουν όλες οι ελληνικές ταινίες. Καταλήγουν όλες σ’ ένα γάμο. Στην ένωση δύο ανθρώπων και ουσιαστικά στο ξεκίνημα μιας νέας οικογένειας, μιας νέας ζωής.

Αντίθετα, όταν το τέλος μιας ιστορίας αφήνει θέματα ανοιχτά και ανεπίλυτα μας ενοχλεί (ασχέτως αν στην εποχή μας ο κόσμος αρχίζει να συμβιβάζεται με την απουσία του happy ending). Συνήθως, θέλουμε μια σωστή κατάληξη αλλιώς νιώθουμε ένα τεράστιο έλλειμα. Το ίδιο και για τον κόσμο. Θα κλείσει η ιστορία έτσι, με τόσες αδικίες, με τόσο αιματοκύλισμα; Τι γίνεται με τη δικαιοσύνη; Τι γίνεται με όλη την ομορφιά που καταστράφηκε; Δεν γίνεται να τελειώσει αυτός ο κόσμος χωρίς να δοθεί απάντηση σ’ αυτά. Μια λύση.

Οι Ιουδαίοι της εποχής του Χριστού δεν αποσιωπούσαν αυτό το αίτημα, δεν συμφιλιώθηκαν με το κακό και την αδικία. Ο κόσμος δεν θα τελειώσει έτσι. Το τέλος πρέπει να εκπληρώσει τις προσδοκίες μας. Να κυριαρχήσει η δικαιοσύνη και η ειρήνη, να συμφιλιωθούμε, να συγχωρεθούμε. Να μας αφήσει επιτέλους ο θάνατος να ζήσουμε, χωρίς φθορά, δάκρυ και πόνο. Ο Θεός στο τέλος του κόσμου θα φέρει αποκατάσταση, θα κάνει τα πάντα νέα, θα φέρει ανάσταση (και όποιος έχασε παιδί γνωρίζει ότι οποιαδήποτε άλλη παρηγοριά είναι κοροϊδία, μόνο η ανάσταση είναι η πρέπουσα δικαιοσύνη). Οι Ιουδαίοι δεν περίμεναν τίποτα λιγότερο.

Αν και υπήρχαν τμήματα του ιουδαϊσμού που θεωρούσαν ότι μπορεί κανείς να φέρει το τέλος του κόσμου μέσω της υπακοής στην Τορά του Μωυσή και της εμμονής στην καθαρότητα, ο ερχομός του Χριστού διδάσκει κάτι άλλο. Διδάσκει ότι το τέλος του κόσμου πρέπει να έρθει απ’ έξω απ’ τον κόσμο μας. Το νόημα του κόσμου θα δοθεί απ’ έξω.

Με τον ερχομό του ο Χριστός ξεκινά να διακηρύττει ως παρόντα, πράγματα και καταστάσεις τις οποίες οι άνθρωποι πρόσμεναν ότι θα λάβουν χώρα στο τέλος της ιστορίας. Με το που γεννιέται ο Χριστός και τον πηγαίνει η μητέρα του στον ναό, συναντάμε τη μεγάλη μορφή του Συμεών που βρισκόταν στον ναό. Παίρνει το βρέφος στην αγκαλιά του και λέει: «νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ» (Κατά Λουκάν 2:29-32). Άσε με τώρα να πεθάνω γιατί είδα τώρα, στο παρόν, τη σωτηρία του κόσμου. Ο Συμεών αναγνώρισε, από τη γέννηση του Ιησού ακόμα, ότι αυτός ήταν το τέλος, η εκπλήρωση όλων όσων περίμεναν: η σωτηρία και ο φωτισμός κάθε έθνους.

Επομένως, ο Χριστός φέρνει το τέλος εντός της ιστορίας και όχι στη λήξη της ιστορίας, αλλά ταυτόχρονα επαναπροσδιορίζει το τέλος. Μας λέει ουσιαστικά ότι το τέλος δεν είναι ο θάνατός σου και η καταστροφή σου. Το τέλος είναι όλα αυτά που ελπίζεις ότι θα έρθουν, συχνά αυτά που δεν τολμάς να πιστέψεις ότι θα έρθουν γιατί όσοι σου τα υποσχέθηκαν σε απογοήτευσαν. Το τέλος Είμαι Εγώ ο Ίδιος, Αυτός που μπορεί να τα εκπληρώσει. Το τέλος ξεκίνησε με τη γέννησή του, τη ζωή του, τον θάνατό του και την ανάστασή του. Το τέλος είναι μια καινούργια αρχή μαζί του!

Σ’ εκείνη την καημένη τη Μάρθα που έκλεγε στο μνήμα του αδελφού της του Λάζαρου λέει: «ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται» (Ιωάν 11:25). Αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος εμπιστευθεί τη ζωή του στον Χριστό δεν θα ξαναρρωστήσει και δεν θα πεθάνει. Σημαίνει ότι θα περάσει μέσα απ’ την αρρώστια με τον Χριστό, θα περάσει μέσα από τον θάνατο κρατώντας το χέρι αυτού που είναι η ίδια η ζωή. Ακόμα κι αν πεθάνει θα ζήσει μαζί του. Το τέλος του κόσμου δεν βάζει τέλος στον κόσμο. Ο θάνατος έχασε την εξουσία που είχε να βάζει τέλος στη ζωή. Δεν έχει πια τον τελευταίο λόγο.

Στεκόμαστε ξανά, ακόμα μια χρονιά, ενώπιον μιας γέννησης, ενώπιον του τέλους του παλαιού κόσμου. Ένας από τους Χριστουγεννιάτικους ύμνους που ψάλλουμε στα αγγλικά, το O Holy Night, λέει σε έναν στίχο του «φανερώθηκε αυτός κι η ψυχή κατάλαβε την αξία της» (“Till he appeared and the soul felt its worth.”). Κι αυτό έχει διπλή έννοια. Από τη μία, φανερώθηκε ένας τέλειος άνθρωπος που έζησε χωρίς ψεγάδι, με άπειρη καλοσύνη σ’ αυτή τη γη και καταλάβαμε ότι μπροστά σ’ αυτόν δεν είμαστε τίποτα! Ταυτόχρονα φανερώθηκε ένας Θεός που άφησε τα πάντα για να γεννηθεί στη βρώμικη μας γη, να πεθάνει και να αναστηθεί για χάρη μας και τότε καταλάβαμε ότι είμαστε τα πάντα γι Αυτόν! Τι άλλο έμεινε να δεις; Δεν επιφυλάσσει καμία έκπληξη το μέλλον, αφού το πλήρωμα του χρόνου έφτασε, ήρθε στη γη και είδαμε το τέλος του κόσμου, είδαμε ποιος είναι, είδαμε ποιοι είμαστε. Στη δική του ιστορία αντιληφθήκαμε την ιστορία του κόσμου μας, απ’ την αρχή μέχρι το τέλος.

Επίλογος

Γιατί όμως χρειαζόταν ο άνθρωπος να δει το τέλος εντός της ιστορίας; Γιατί έπρεπε να δούμε το μέλλον του κόσμου μας ζωντανό ανάμεσά μας στο παρόν; Είναι απαραίτητο να γνωρίζεις προς τα που βαδίζεις και με ποιον. Το τέλος του κόσμου ήρθε ως πρόσωπο και εάν το μέλλον ξεκίνησε ήδη, εμφανιζόμενο μπροστά μας ως πρόσωπο, τότε δεν πηγαίνεις προς το άγνωστο. Σχετίζεσαι με την ιστορία διαδραστικά, στο πλαίσιο προσωπικής σχέσης, με αγάπη και ηθική ευθύνη απέναντι σ’ ένα πρόσωπο. Ακόμα και η πιο απλή καθημερινή σου πράξη και σκέψη δεν είναι μια αόριστη ιστορική ενέργεια αλλά τρόπος σχέσης μ’ ένα πρόσωπο, ακόμα και σε στιγμές απουσίας ανθρώπινων προσώπων, εν τω κρυπτώ. Είσαι ο «εν Χριστώ» άνθρωπος, όχι απλά ο Έλληνας πολίτης, ο ψηφοφόρος, ο καταναλωτής. Ο ζωντανός Χριστός στέκεται πάντοτε μπροστά σου.

Κάποιοι θεωρούν ότι ο ερχομός του τέλους σημαίνει την παραίτηση του ανθρώπου από κάθε προσπάθεια επένδυσης, ανάληψης ευθύνης και ενεργής δράσης στον κόσμο μας και πράγματι σε πολλές περιπτώσεις χριστιανικές ομάδες ερμήνευσαν τον ερχομό του Χριστού κατ’ αυτόν τον τρόπο. Το αντίθετο, όμως, ισχύει. Έχοντας δει το τέλος του κόσμου, αποκτά κανείς έναν νέο τρόπο με τον οποίο να «είναι» εντός κόσμου. Δεν είμαι εντός του κόσμου με τη ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος θα παράγει την επερχόμενη νέα εποχή (βλ. Φουκουγιάμα). Μια τέτοια περίπτωση καθιστά εχθρό μου και αντικείμενο προς εξόντωση αυτόν που δεν συμμορφώνεται με τις ιδέες και το πρόγραμμά μου. Η εξόντωση, η δαιμονοποίηση ή πιο πρόσφατα, η «ηλιθιοποίηση» των υποστηρικτών μιας άλλης άποψης (για το οποίο ένοχοι είναι κυρίως οι πιο «καλλιεργημένοι» εξ’ ημών) είναι απαραίτητες μέθοδοι για την επιβολή του δικού μου προγράμματος. Το ανθρώπινο πρόγραμμα θα παράγει αναπόφευκτα αναλώσιμους, περιττούς ανθρώπους, ή απλά θα αγνοήσει την ύπαρξή τους.

Το τέλος του κόσμου, λοιπόν, δεν είναι κάτι στο οποίο σπεύδω να φτάσω. Είναι ήδη πίσω μου, έχει ξεκινήσει και το είδα. Είναι το τέλος που έχει ήδη αρχίσει και που τώρα προσμένω να εκπληρωθεί, όχι αυτό που θα παραγάγω εγώ στο μέλλον. Δεν είναι το όραμα του μέλλοντος. Είναι η συνταύτιση με αυτό που έγινε, είναι γιορτή για αυτό που εγκαινιάστηκε, είναι χαρμόσυνο άγγελμα μιας πραγματικότητας που είναι ήδη εδώ και διεκδικεί τους πιστούς της υπηκόους. Είναι η κλήση να σαρκώσω τώρα το μέλλον που ήδη είδα να σαρκώνεται ιστορικά στο παρελθόν, «επί Ποντίου Πιλάτου».

Η κλήση, λοιπόν, δεν είναι να συνταχθώ με άλλους για την κατασκευή του τέλους. Η κλήση είναι «ακολούθει μοι». Πάρε αποφασιστική θέση σ’ αυτό το σταυροδρόμι των δύο αιώνων. Θα παραμείνεις με τον παλαιό κόσμο (και τα μέσα του) που έχει ήδη κριθεί και έχει ήδη τελειώσει ή θα πεις το μεγάλο ναι στον νέο κόσμο του Χριστού, σ’ αυτόν που είναι η ίδια η ζωή; Ο Ων είναι ο Ερχόμενος, αλλά ο Ερχόμενος δεν είναι άλλος από τον Ην.

«Ἐγὼ εἶμαι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωη» (Ιωάν 14:6)

«Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή· ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καὶ ἄν ἀποθάνῃ, θέλει ζήσει» (Ιωάν 11:25)

[1] http://www.natureworldnews.com/articles/32343/20161119/stephen-hawking-1000-years-before-end-earth-urges-humans-go.htm

Ακάθαρτα Ζώα

frogsΗ ιστορία του κόσμου στο βιβλίο της Γένεσης ξεκινά με διαχωρισμούς. Ο Θεός διαχωρίζει (εβραϊκά μπαδάλ) το φως απ’ το σκοτάδι, τη θάλασσα απ’ τη ξηρά, τη μέρα απ’ τη νύχτα (Γεν 1:4, 6, 7, 14, 18) φέρνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο μια τάξη, μια οριοθέτηση στο σύμπαν. Το βιβλίο του Λευιτικού φανερώνει την ίδια κατανόηση του κόσμου, όπου βλέπουμε παρόμοιους διαχωρισμούς (με τη χρήση του ίδιου εβρ. ρήματος μπαδάλ) οι οποίοι κατά κάποιο τρόπο αντικατοπτρίζουν το έργο του Δημιουργού Θεού. Έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με μια μίμηση του Θεού στα πλαίσια του δικού μας μικρού κόσμου η οποία προδίδει και μια επιθυμία ή νοσταλγία επιστροφής στους αρχικούς σκοπούς του Θεού για τον κόσμο Του.

Αυτή η μίμηση, το imitatio dei, είναι διάχυτη στο Λευιτικό. Εφόσον ο Θεός είναι άγιος εξυπακούεται ότι και ο λαός Του θα αντανακλά στη ζωή και στην τελετουργία του, στο ανθρώπινο μέτρο φυσικά, την ίδια αγιότητα που χαρακτηρίζει τον Θεό του. Πάνω σ’ αυτήν τη βάση θεσπίζονται και οι κανονισμοί των καθαρών και των ακάθαρτων ζώων:

«Διότι ἐγὼ εἶμαι Κύριος ὁ Θεὸς σας· θέλετε λοιπὸν ἁγιασθῆ καὶ θέλετε εἶσθαι ἅγιοι, διότι ἅγιος εἶμαι ἐγώ· καὶ δὲν θέλετε μιάνει τὰς ψυχὰς σας δί οὐδενὸς ἑρπετοῦ ἕρποντος ἐπὶ τῆς γῆς. Διότι ἐγὼ εἶμαι ὁ Κύριος, ὅστις σᾶς ἀνεβίβασα ἐκ γῆς Αἰγύπτου, διὰ νὰ ᾐμαι Θεὸς σας· θέλετε λοιπὸν εἶσθαι ἅγιοι, διότι ἅγιος εἶμαι ἐγώ.» [11:44-45])

Ο σύγχρονος άνθρωπος δυσκολεύεται να κατανοήσει την αρχή που ορίζει κάποια ζώα ως καθαρά και κάποια ως ακάθαρτα στο Λευιτικό 11, αλλά και στο Δευτερονόμιο 14. Οι μελετητές ακόμα συζητάνε αυτό το ζήτημα και έχουν δώσει διάφορες εξηγήσεις:

Α. Μερικοί προτείνουν ότι κάποια ζώα μπαίνουν στην κατηγορία των ακάθαρτων για λόγους υγείας. Π.χ. το χοιρινό αν δεν ψηθεί καλά μπορεί να προκαλέσει τριχίνωση. Το ίδιο όμως θα μπορούσε να πει κανείς και για άλλα κρέατα, όπως π.χ. το βοδινό, το οποίο μισοψημένο μπορεί να προκαλέσει σαλμονέλα.

Στην ΚΔ δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι μέθοδοι μαγειρέματος είχαν καλυτερέψει αλλά παρόλα αυτά η απαγόρευση για τα ακάθαρτα ζώα ανακαλείται. Αν πράγματι αυτό ήταν το βασικό ζήτημα, δηλαδή η ανησυχία του Θεού για την υγεία των παιδιών του, τότε γιατί να επιτρέψει τα ακάθαρτα ζώα στην ΚΔ; Η αλήθεια είναι ότι πουθενά δεν αποδίδονται οι απαγορεύσεις φαγητών στη Βίβλο σε λόγους υγείας.

Β. Μια άλλη εξήγηση που προτάθηκε είναι ότι κάποια ζώα είναι ακάθαρτα γιατί χρησιμοποιούνταν ως θυσίες σε ειδωλολατρικές τελετές. Αυτό μπορεί να ισχύει αλλά γνωρίζουμε ότι ακόμα και κάποια ζώα που θεωρούνται καθαρά στον Ισραήλ (αρνιά, κατσίκια κτλ.) χρησιμοποιούνταν από ειδωλολάτρες για τις θυσίες τους.

Γ. Μια άλλη ερμηνεία βασίζεται στη συμπεριφορά των ζώων που θεωρούνται ακάθαρτα. Για παράδειγμα στο αρχαίο κείμενο του 2ου αιώνα π.Χ. με τίτλο Η Επιστολή του Αριστέα, ο συγγραφέας σχολιάζει ότι τα ζώα που αναμασούν το φαΐ τους είναι καθαρά επειδή αυτή τους η πρακτική θυμίζει στον άνθρωπο να διαλογίζεται, να «αναμασά» τον νόμο του Θεού. Τέτοιες ερμηνείες, όμως, είναι προφανώς αυθαίρετες.

Δ. Ανθρωπολόγοι έχουν προτείνει ότι τα ζώα με τα οποία οι Ισραηλίτες ήταν εξοικειωμένοι έγιναν το μέτρο βάσει του οποίου κρίνονταν όλα τα υπόλοιπα. Τα ζώα της φάρμας αναμασούσαν και ήταν δίχηλα, άρα και όσα ζώα εκτός φάρμας παρουσίαζαν τα ίδια χαρακτηριστικά γινόντουσαν το ίδιο αποδεκτά (π.χ. ελάφι και αντιλόπη [Δευτ 14:5]). Το ίδιο και με τα θαλάσσια είδη. Αυτά με τα οποία οι Ισραηλίτες ήταν εξοικειωμένοι θεωρούνταν καθαρά και τα πιο ασυνήθιστα ακάθαρτα. Είναι λίγο δύσκολο όμως να ξέρουμε πώς εφαρμοζόταν αυτός ο κανόνας σε όλες τις κατηγορίες, όπως είναι τα πτηνά π.χ. Εκεί ο λόγος μπορεί να μην είναι η εξοικείωση αλλά το γεγονός ότι τα απαγορευμένα πτηνά ήταν σαρκοβόρα και έτρωγαν το αίμα, κάτι που θεωρείται απεχθές στον Ισραήλ (Λευ 3:17, Γεν 9:4-6). Μπορεί να υπήρχαν διαφορετικοί λόγοι για την απαγόρευση της κάθε κατηγορίας. Επομένως, κι αυτή η υπόθεση είναι απλά μια εικασία.[1]

Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι δεν αναφέρεται πουθενά η αιτία που καθιστά κάποιο ζώο καθαρό και κάποιο άλλο ακάθαρτο και συνεπώς η αδυναμία μας να βρούμε μια απόλυτα ικανοποιητική εξήγηση δεν είναι τυχαίο. Εξυπηρετεί και αυτό κάποιους σκοπούς.

1) Κατ’ αρχάς δεν χρειάζεται να προσδιορίσουμε τι είναι αυτό που καθιστά ένα ζώο ακάθαρτο για να συνειδητοποιήσουμε ότι η βρώση διαμορφώνει και δηλώνει ταυτότητα., όχι μόνο στο Λευιτικό αλλά και σε όλους τους πολιτισμούς του κόσμου μας. Γενικά, το φαγητό είναι ένας τομέας άκρως σημαντικός για τον άνθρωπο και σε κάθε εποχή αυτή η σημαντικότητα εκφράζεται με διαφορετικές μορφές, όχι μόνο στο θέμα της υγείας αλλά και στο θέμα της ηθικής. Για τους Ισραηλίτες, «το φαγητό, όπως και η θυσία, ήταν θρησκευτική πράξη».[2] Δήλωνε ποιοι ήταν, σε αντίθεση με άλλες ομάδες. Πολύς κόσμος σήμερα είναι χορτοφάγοι ή vegan για ηθικούς λόγους, για την προστασία των ζώων. Μέσα από το φαγητό εκφράζουν το αξιακό τους σύστημα και διαχωρίζουν τον εαυτό τους από άλλες κατηγορίες ανθρώπων παρόλο που δεν το κάνουν απαραίτητα στο πλαίσιο ενός θρησκευτικού συστήματος.

Στους χρόνους της ΚΔ οι διαμάχες για τα ειδωλόθυτα ήταν σημαντικές γιατί δήλωναν κάτι για τον πιστό που τα κατανάλωνε (βλ. Α΄ Κορ 8). Επίσης, οι πρώτες οδηγίες στους εθνικούς πιστούς συμπεριλάμβαναν αποχή από «πνικτό» και «αίμα», άρα αφορούσαν το φαγητό τους (Πραξ 15:29). Όσο διαφορετικά κι αν είναι όλα αυτά τα παραδείγματα, το συμπέρασμα που προκύπτει απ’ το Λευιτικό 11 είναι ότι ο Θεός ήταν Κύριος ακόμα και στη σφαίρα του φαγητού.

Μια συνήθεια τόσο προσωπική κανονικά θα έπρεπε να αφήνεται στον καταναλωτή για να αποφασίσει αυτός αυτόνομα. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν ισχύει στην Βίβλο. Αντιθέτως, η οριοθέτηση στον χώρο του φαγητού είναι ίσως μια από τις δυσκολότερες προκλήσεις στον άνθρωπο. Ας μη ξεχνάμε ότι οι μεγαλύτερες δοκιμασίες στις οποίες ο άνθρωπος πάντα αποτύγχανε είχαν να κάνουν με το φαγητό: το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, ο Ησαύ και τα πρωτοτόκια, η νοσταλγία των φαγητών της Αιγύπτου, το μάννα και τα ορτύκια, κ.α.

Ο Θεός δεν αφήνει ανεξέλεγκτο τον Ισραηλίτη για να σκοτώνει ό,τι πιάνει στα χέρια του. Οι οδηγίες που δίνονται περιορίζουν δραματικά την ποσότητα κρέατος που μπορεί να φάει και πόσα ήδη ζώων μπορεί να σκοτώσει. Ακόμα και το γεγονός ότι θα πρέπει να ταξιδέψει στο ιερό και να σφάξει με συγκεκριμένες προδιαγραφές το ζώο που θέλει να φάει για να είναι εμφανής η ιερότητα του ζώου που πεθαίνει περιόριζε ακόμα πιο πολύ την κατανάλωση κρέατος. Ίσως αιωρείται ακόμα το ιδανικό της Εδέμ στις σελίδες του Λευτικού, όπου η τροφή του ανθρώπου δεν συμπεριλάμβανε θάνατο ζώου. Είμαι σίγουρη ότι αν έβλεπε ο συγγραφέας του Λευιτικού τις μαζικές σφαγές ζώων στις μέρες μας, τις άσχημες συνθήκες εκτροφής τους και την απόλυτη από-ιεροποίηση του θανάτου τους θα σοκαριζόταν.

Συνοψίζοντας, καθημερινά, κάθε φορά που έβαζε ο Ισραηλίτης κάτι στο στόμα του έπρεπε να συλλογιστεί το θέλημα του Θεού. Κάθε στιγμή ακόμα κι η πιο βασική σωματική ανάγκη έμπαινε κάτω απ’ την κυριαρχία του Θεού. Λειτουργεί ως μια συνεχής επιβεβαίωση ότι η ταυτότητα μου προηγείται των πρώτων αναγκών, των ορέξεων, των επιθυμιών μου. Η ταυτότητα ορίζει τις ορέξεις μου, όχι το αντίστροφο. Κι αν πράγματι ορίζει τις πιο βασικές μου ανάγκες τότε σίγουρα ορίζει κι όλα τα υπόλοιπα.

Φυσικά, όπως κάθε τι καλό μπορεί κι αυτή η πρακτική να μετατραπεί σε τρόπο αυτοδικαίωσης, ψύχωσης, εστίασης σε εξωτερικά γνωρίσματα ηθικής εις βάρος άλλων απαιτήσεων. Ο σκοπός του Θεού, όμως, δεν ήταν η κατάχρηση και η διαστρέβλωσή τους. Αυτές οι πρακτικές ήταν εργαλεία για να αναλογίζεται ο άνθρωπος σε ποιον ανήκει και ποιον αντιπροσωπεύει σε κάθε λεπτομέρεια και στιγμή της ζωής του.

Εύκολα μπορεί να παραβλέψει κανείς το γεγονός ότι μόνο από τα καθαρά ζώα που μπορούσε ο Ισραηλίτης να φάει επιτρεπόταν να προσφέρει πάνω στον βωμό. Μ’ άλλα λόγια, το ανθρώπινο σώμα ήταν αντίστοιχο του βωμού του Θεού. Ό,τι μπορούσε να φιλοξενηθεί στον βωμό μπορούσε να φιλοξενηθεί και στο σώμα του Ισραηλίτη. Επομένως, δεν αντιπροσωπεύει μόνο ο άνθρωπος την αγιότητα του Θεού του αλλά και η αγιότητα του βωμού, και κατ’ επέκταση του ναού του Θεού, αντικατοπτρίζει την ιερότητα του ανθρώπινου σώματος. Ο Ισραηλίτης θα πρεπε να αναλογιστεί την ταύτιση των δύο. Αυτό θα γίνει αργότερα όταν ένα μέρος του Ιουδαίων θα αντιληφθούν τα σώματά τους ως ναό του Κυρίου. Άρα, «οι κανόνες που προστατεύουν την αγιότητα της Σκηνής του Μαρτυρίου είναι παρόμοιοι με τους κανόνες που προστατεύουν το σώμα του Ισραηλίτη.»[3]

2) Θεωρώ ότι η αιτία που κάποια ζώα θεωρήθηκαν καθαρά και κάποια όχι είναι ανεξιχνίαστη για τον λόγο ότι αντικατοπτρίζει την εκλογή του Ισραήλ ως τον άγιο λαό του Θεού απ’ όλα τα υπόλοιπα έθνη. Δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερο στον Ισραήλ που τον κατέστησε καθαρό, παρά μόνο η επιλογή του Θεού να τους ξεχωρίσει. Με τον ίδιο τρόπο που ο Θεός ξεχώρισε τον Ισραήλ ανάμεσα σε όλα τα έθνη έπρεπε κι ο Ισραήλ τώρα να κάνει αυτόν τον διαχωρισμό ανάμεσα σε καθαρά και ακάθαρτα ζώα, προς μίμηση του δημιουργού τους. Η σύνδεση της εκλογής και των ακάθαρτων ζώων φαίνεται στο Δευτερονόμιο 14:2-3: «Διότι λαὸς ἅγιος εἶσαι εἰς Κύριον τὸν Θεὸν σου· καὶ σὲ ἐξέλεξεν ὁ Κύριος διὰ νὰ ᾐσαι εἰς αὐτὸν λαὸς ἐκλεκτός, παρὰ πάντα τὰ ἔθνη τὰ ἐπὶ τῆς γῆς. Δὲν θέλεις τρώγει οὐδὲν βδελυκτόν».

Παρόλο που η πρακτική αυτή δήλωνε τη διάκρισή τους από τα έθνη, ταυτόχρονα ο διαχωρισμός των καθαρών και των ακαθάρτων ζώων δημιουργούσε και μια ένταση, την ίδια ένταση που νιώθουμε κι εμείς καθώς διαβάζουμε γι αυτά τα ζώα. Η ένταση είναι ότι ο Θεός είναι ο δημιουργός όλων των ζωντανών της γης και καθετί που έφτιαξε ήταν «καλό» (Γεν 1:24-25). Επίσης, ο Ψαλμός 145:9 λέει «Ἀγαθὸς ὁ Κύριος πρὸς πάντας· καὶ οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ πάντα τὰ ποιήματα αὐτοῦ». Ακόμα και στη Σοφία Σολομώντος 11:24 λέει: «ἀγαπᾷς γὰρ τὰ ὄντα πάντα καὶ οὐδὲν βδελύσσῃ ὧν ἐποίησας οὐδὲ γὰρ ἂν μισῶν τι κατεσκεύασας».

Τότε γιατί ο Θεός να κάνει αυτόν τον διαχωρισμό ανάμεσα στα δημιουργήματά του;[4] Γιατί να μην μετέχουν και τα ζώα του δάσους στην καθαρότητα του Κυρίου; Το ίδιο ζήτημα ήταν αισθητό και στον διαχωρισμό ανάμεσα στον άγιο λαό του Θεού και στα άλλα «ακάθαρτα» έθνη. Πώς γίνεται τα έθνη που ο Θεός δημιούργησε να μην μετέχουν της αγιότητας και της καθαρότητας του Θεού; Γνωρίζουμε ότι αυτή η ταύτιση των ακαθάρτων ζώων με τα υπόλοιπα έθνη ήταν κάτι που και οι προφήτες καταλάβαιναν και περίμεναν τη στιγμή που αυτή η διάκριση καθαρών και ακαθάρτων θα φτάσει στο τέλος της. Ο Ησαΐας, για παράδειγμα, οραματίζεται το τέλος της διάκρισης αυτής ανάμεσα στα καθαρά και τα ακάθαρτα ζώα. Στο κεφάλαιο 56 μιλά για ανθρώπους που υπό κανονικές συνθήκες δεν έχουν πρόσβαση στον ναό του Θεού (π.χ. ο ευνούχος, ο ξένος) αλλά ο Θεός, λέει, είναι ικανός να αγιάσει και να συμπεριλάβει ακόμα κι αυτούς τους ανθρώπους στη λατρεία Του: «Οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ συνάγων τοὺς διεσκορπισμένους τοῦ Ἰσραήλ· Θέλω συνάξει ἔτι καὶ ἄλλους εἰς αὐτόν, ἐκτὸς τῶν συνηγμένων αὐτοῦ. Ἔλθετε, φάγετε, πάντα τὰ ζῷα τοῦ ἀγροῦ, πάντα τὰ θηρία τοῦ δάσους.» (Ησα 56:8-9). Η πρόσκληση προς τους ξένους των εθνών να έρθουν στο ναό του παραλληλίζεται με πρόσκληση προς τα ακάθαρτα ζώα. Η ίδια προσδοκία φαίνεται να εκπληρώνεται στην ΚΔ καθώς ο Κορνήλιος, ένας εθνικός, ετοιμάζεται να συναντηθεί με τον Πέτρο και ο Πέτρος λαμβάνει το όραμα από τον Θεό ότι τα ακάθαρτα ζώα καθαρίστηκαν, ο διαχωρισμός έχει καταλυθεί, τα θηρία του αγρού έρχονται τώρα προς τον Κύριο (Πραξ 10:9-16). Άρα ο Κορνήλιος, ένας «ακάθαρτος» μπορεί να είναι τώρα συμμέτοχος των υποσχέσεων του Κυρίου.

Πολλά ακόμα μπορεί κανείς να πει γι αυτό το θέμα και σε καμία περίπτωση δεν το εξαντλήσαμε. Βλέπουμε, όμως, ότι παρόλο που ο συμβολισμός των ακαθάρτων ζώων ως «εθνών» εκπληρώνει τον σκοπό του και άρα καταλύεται, τα ηθικά διδάγματα για το πώς αυτοί οι διαχωρισμοί λειτουργούσαν στη ζωή του Ισραηλίτη, πώς τον περιόριζαν, πώς τον δίδασκαν για τον Θεό, για την ιερότητα του σώματός του και για την ιερότητα του θανάτου των ζώων δεν καταλύονται. Γι αυτό, το βιβλίο του Λευιτικού δεν βγήκε ποτέ απ’ τον κανόνα της Χριστιανικής εκκλησίας και δεν πρόκειται να βγει. Ακόμα δεν εξάντλησε όλο τον πλούτο που έχει να μας δώσει.

[1] Για τους διάφορους λόγους που προτείνονται βλ. Jay Sklar, Leviticus (TOTC 3; Downers Grove: IVP Academic, 2014), 166-173.

[2] Ellen F. Davis, “Identity and Eating: A Christian Reading of Leviticus,” Studies in Christian Ethics 1-12 (2016): 3.

[3] Βλ. Mary Douglas, Leviticus as Literature (Oxford: Oxford University Press, 1999), 138-139

[4] Βλ. επίσης Mary Douglas, Leviticus as Literature (Oxford: Oxford University Press, 1999), 134-135.

Ο Γιος του Σαούλ

son-of-saul-film-posterΟ Γιος του Σαούλ. Μια συγκλονιστική ταινία, μια περιγραφή του κόσμου μας. Μη φοβάστε, δεν θα σας πω το τέλος, θα επιχειρήσω μόνο μια σύντομη ανάγνωση.

Σχεδόν ολόκληρη η ταινία είναι γυρισμένη με μια κάμερα να ακολουθεί τον πρωταγωνιστή από πίσω, δείχνοντας μας αυτό που βιώνει μέσα στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως στο Άουσβιτς, λαμβάνοντας προσταγές απ’ τους ανώτερούς του, τρέχοντας από δω κι από κει, καθαρίζοντας τα αίματα στους φούρνους. Η ταινία είναι γεμάτη ένταση, άγχος, μπέρδεμα. Μπέρδεμα γιατί οι φωνές, οι προσταγές, το τρέξιμο από δω κι από κει παρουσιάζονται ως να χουν νόημα, αλλά στην πραγματικότητα είναι ανούσια, δεν έχουν προοπτική. Η ταινία, με τη βοήθεια της κοντινής κάμερας, θέλει να δείξει ακριβώς αυτό: την έλλειψη προοπτικής. Δεν υπάρχει απόσταση και εξέταση του όλου. Οι άνθρωποι τρέχουν από το ένα μέρος στο άλλο, αλλάζουν τακτικά κατευθύνσεις, ακολουθούν αυτόν που αγριοφωνάζει κι όλα διαδραματίζονται σ’ ένα πλαίσιο κόλασης: φωτιές, καπνοί, κραυγές, κλάματα, δαίμονες.

Οι ζωντανοί αναλώνονται στη διατήρηση και στη συνέχιση αυτής της κόλασης, αλλά ο Σαούλ Ausländer—έξοχη  επιλογή ονόματος—αυτός που είναι «ξένος» (Εβραίος της Ουγγαρίας), διατηρεί σε ολόκληρη τη διάρκεια της ταινίας τη δική του παράλληλη, αλλά αντίθετη, αναζήτηση: έναν ραβίνο για να θάψει ένα νεαρό αγόρι το οποίο ο Σαούλ «υιοθετεί» ως γιο του.

Στην ταινία βλέπει κανείς τις διαφορετικές αντιδράσεις ή μηχανισμούς επιβίωσης στην κόλαση: τις προσπάθειες μυστικής φωτογράφισης των εγκλημάτων για να έλθει βοήθεια απ’ έξω, τα σχέδια ξεσηκωμού εναντίον των SS. Μέσα σ’ όλο αυτό το χάος στο οποίο ρίχθηκε ο Σαούλ, εδώ όπου οι άνθρωποι λιώνουν στους θαλάμους αερίων, πυροβολούνται, καίγονται, γδύνονται, χτυπιούνται, σέρνονται γυμνοί στο πάτωμα, στοιβάζονται και τέλος οι στάχτες τους ρίχνονται στο ποτάμι, ο Σαούλ φαίνεται να εργάζεται σ’ αυτό, να είναι εντός αυτού του προγράμματος αλλά δεν είναι. Παράλληλα τρέχει το δικό του πρόγραμμα που συμπεριλαμβάνει μια απλή και ίσως για πολλούς ακαταλαβίστικη αφελή αναζήτηση για έναν ραβίνο που θα πει μια προσευχή (καντίς) για να θαφτεί ένας άνθρωπος ως άνθρωπος, ως γιος.

Είμαι κι εγώ Ausländer. Aυτός ο Ausländer είμαστε όσοι νιώθουμε ξένοι στα ανούσια τρεχάματα του κόσμου, στην εκμηδένιση του ανθρώπου, ίσως και ξένοι προς αυτούς που ζητούν επαναστάσεις ενώ δίπλα τους κάθονται κάποιοι «άθαφτοι». Εννοείται ότι είναι απαραίτητες οι επαναστάσεις, ειδικά σε τέτοιες συνθήκες, αλλά ο Σαούλ μας δείχνει ότι και εντός κολάσεως μπορώ να ζω ως άνθρωπος, ή μάλλον επιβάλλεται. Μάλλον πρώτα πρέπει να ζήσω υπονομεύοντας την κόλαση και μετά να απελευθερωθώ απ’ αυτήν. Κατηγόρησαν τον Σαούλ ότι για έναν νεκρό ρισκάρει τη μοίρα των ζωντανών, αλλά, από μια άποψη και στην ακραία του μορφή, αυτό δεν θα έλεγαν και οι SS; Εμείς να ζήσουμε και άστους αυτούς; Για τους SS οι ζωντανοί θεωρούνταν νεκροί. Για τον Σαούλ, όλοι είναι ζωντανοί ακόμα κι οι νεκροί. Μέσα στην κόλαση, η αναζήτηση του άγιου, για το οποίο κανείς δεν είχε χρόνο αλλά ούτε και θεωρούσε επείγον ή ότι συμβάλλει καν στα απελευθερωτικά τους σχέδια, προβάλλει ως το μόνο φως νοήματος εντός μιας ζωής «χαμστερικής» που δεν έχει χρόνο για το «άχρηστο» σώμα.

Τι νόημα, άραγε, θα χει η απελευθέρωση αν δεν θα ξέρεις πώς να χειριστείς τους νεκρούς σου όταν την αποκτήσεις, αν δεν ξέρεις καν το νόημα ενός ανθρώπινου σώματος; Γι αυτό πρέπει να υπάρχει ο ραβίνος, γι αυτό η προσευχή είναι αναγκαία, γιατί το ίδιο το νεκρό σώμα μου επιβάλλεται ως υπέρβαση της σάρκας. Ποιος μπορεί να δει τα πτώματα στο πάτωμα ως απλό κρέας αν δεν έχει πεθάνει πρώτα ο ίδιος μέσα του; Η φωνή του πτώματος είναι εκκωφαντική! Το σώμα σαν έργο τέχνης, σαν ζωγραφιά, με καλεί να δω πέραν απ’ αυτό για να συλλάβω το νόημα του, να κοιτάξω, να αναλογιστώ την πραγματικότητα στην οποία παραπέμπει. Γιατί αν βλέπω μόνο την μπογιά και τον καμβά τίποτα δεν κατάλαβα, δεν έχω δει καν τον πίνακα.

Ο Σαούλ μέσα στην κόλαση κουβαλά το πτώμα ενός νεκρού, γιατί κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να τελειώνει χωρίς ένα καντίς, μια προσευχή αναγνώρισης της ιερότητάς του. Το ίδιο αλλόκοτο κουβάλημα κάνει κι ένας Χριστιανός. Παρόλο που φαίνεται επιφανειακά να συμπορεύεται με τον κόσμο, έχει άλλη, διαφορετική πορεία, κι ας κατηγορείται ότι είναι—τη σήμερον ημέρα, αν είναι δυνατόν—κολλημένος στις συνάξεις, στις λειτουργίες, στις ψαλμωδίες, στις προσευχές, σ’ αυτά τα αχρείαστα δικά του καντίς ενώ ο κόσμος χάνεται. Μα ακριβώς επειδή ο κόσμος χάνεται, ο μη γένοιτο να χάνεται χωρίς καντίς.

Εάν πράγματι σταυρώθηκε…

Crucifix1

Εάν ο υιός του Θεού σταυρώθηκε…

… σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν μπόρεσε ούτε θα μπορέσει ποτέ να διακρίνει απόλυτα το καλό, το άγιο, το αθώο. Θα περνά από μπροστά του απαρατήρητο.

… σημαίνει ότι το καλό, το αθώο, το άγιο δεν βρήκε χώρο στον παρόντα κόσμο.

… σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι ανίκανος να πράξει απόλυτα τη δικαιοσύνη, ο αθώος θανατώνεται.

… σημαίνει ότι αν θέλω να μισήσω, αν θέλω να σκοτώσω, κανενός το δίκιο δεν θα μ’ εμποδίσει. Ο άνθρωπος είναι ικανός και για τον αθώο να επινοήσει έγκλημα, ενοχή, κατηγορία.

… σημαίνει ότι τον αδύναμο πάντα θα τον εξοντώνω, εφόσον μπορώ, εφόσον δεν τον έχω ανάγκη.

… σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει με μια εναλλακτική μορφή εξουσίας απ’ αυτήν που έχει συνηθίσει. Μέσα στην πληθώρα του ψεύδους που έχει ανατραφεί του είναι αδύνατο ν’ αξιολογήσει τον ηγέτη που πάντα ήθελε. Το σκοτάδι που τον ανέθρεψε δεν τον αφήνει να διακρίνει κανένα φως μπροστά στα μάτια του.

… σημαίνει ότι ο άνθρωπος επέλεξε να καταφύγει στο μόνο όπλο που ήξερε πάντα να χρησιμοποιεί, τη βία και τον θάνατο. Ο θάνατος είν’ ο σύμμαχός του και η ζωή εχθρός του.

… σημαίνει ότι η ζωή, η ανοχή, η αμφισβήτηση του εαυτού, η αποδοχή του διαφορετικού, του απόλυτου Άλλου θα είναι πάντοτε ελλιπής.

… σημαίνει ότι η ανασφάλεια του ανθρώπου μήπως χάσει τη δύναμή του, την εξουσία του, μήπως έρθει αντιμέτωπος με τον κριτή του, τον καθιστά αδύναμο ν’ αντέξει την αλήθεια.

… σημαίνει ότι αν συναντήσει αυτόν που είναι καλύτερός του, θα τον μισήσει, θ’ απειληθεί, εφόσον η ασχήμια του αναδεικνύεται, η γύμνια του φανερώνεται.

~ ~ ~

… σημαίνει ότι δεν έχασα απλά τον δρόμο μου για να τον ξαναβρώ με λίγο σπρώξιμο, με μια παραίνεση, μ’ ένα καλό παράδειγμα ν’ ακολουθήσω. Χρειάστηκε κατακλυσμός, η κατάλυση του κόσμου. Απαιτήθηκε η μέγιστη δυνατή θυσία για να συμφιλιωθεί ο κόσμος με τον Θεό, με τον ίδιο τον εαυτό του.

… σημαίνει ότι ήταν ανίατη η ασθένειά μου. Η θυσία μου, η αγαθοεργία μου, η νηστεία μου, τα βαφτίσματά μου ήταν όλα ανεπαρκή.

… σημαίνει, ουσιαστικά, ότι όλ’ αυτά, η ευλαβής μου η θρησκεία, ποτέ δεν ήθελε σ’ Αυτόν να φτάσει. Να τον αντικαταστήσει ήθελε.

… σημαίνει ότι δεν ξέρω τι είναι Θεός, ακόμα κι αν τον δω μπροστά μου. Με ποια κριτήρια να τον αναγνωρίσω; Το ανώτερο δείγμα προσώπου που χω ποτέ μου θεωρήσει είναι ο εαυτός μου ο ίδιος. Το μέτρο μου για όλους τους άλλους.

… σημαίνει ότι καμία ελπίδα δεν υπήρχε να καταλάβω τι σημαίνει Θεός αν αυτός αρνούνταν να πεθάνει για μένα. Τώρα κάτι αρχίζω να καταλαβαίνω από Θεό….

… σημαίνει ότι η ιστορία τελείωσε. Έχουμε δει ποιος είναι ο άνθρωπος. Βγήκε το ποιόν του σε κοινή θέα. Να περιμένω λίγο ακόμα, μήπως κάποια έκπληξη, κάποια σημεία προόδου, ένα επίτευγμα δικαιότερης κοινωνίας;

… σημαίνει ότι είμαι ανίκανος ν’ αγαπήσω. Γιατί αν υπήρχε κάτι που θα πρεπε να αγαπηθεί, που άξιζε ν’ αγαπηθεί, που δεν μ’ έβλαψε, που για το καλό μου μόνο νοιάστηκε, το σκότωσα. Τι απομένει πια για μένα;

Συντριβή.

Και μια προσευχή μονάχα, να με φτιάξει απ’ την αρχή.

Να τρώω απ’ αυτό το κομματιασμένο ψωμί. Απ’ το δικό του κρασί να πίνω. . . και να δίνω.

… ελέησε … πλύνε … καθάρισε …κτίσε

… καρδίαν καθαρὰν ἐν ἐμοί ὁ θεός καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου (Ψαλ 50:12)