Ο Γιος του Σαούλ

son-of-saul-film-posterΟ Γιος του Σαούλ. Μια συγκλονιστική ταινία, μια περιγραφή του κόσμου μας. Μη φοβάστε, δεν θα σας πω το τέλος, θα επιχειρήσω μόνο μια σύντομη ανάγνωση.

Σχεδόν ολόκληρη η ταινία είναι γυρισμένη με μια κάμερα να ακολουθεί τον πρωταγωνιστή από πίσω, δείχνοντας μας αυτό που βιώνει μέσα στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως στο Άουσβιτς, λαμβάνοντας προσταγές απ’ τους ανώτερούς του, τρέχοντας από δω κι από κει, καθαρίζοντας τα αίματα στους φούρνους. Η ταινία είναι γεμάτη ένταση, άγχος, μπέρδεμα. Μπέρδεμα γιατί οι φωνές, οι προσταγές, το τρέξιμο από δω κι από κει παρουσιάζονται ως να χουν νόημα, αλλά στην πραγματικότητα είναι ανούσια, δεν έχουν προοπτική. Η ταινία, με τη βοήθεια της κοντινής κάμερας, θέλει να δείξει ακριβώς αυτό: την έλλειψη προοπτικής. Δεν υπάρχει απόσταση και εξέταση του όλου. Οι άνθρωποι τρέχουν από το ένα μέρος στο άλλο, αλλάζουν τακτικά κατευθύνσεις, ακολουθούν αυτόν που αγριοφωνάζει κι όλα διαδραματίζονται σ’ ένα πλαίσιο κόλασης: φωτιές, καπνοί, κραυγές, κλάματα, δαίμονες.

Οι ζωντανοί αναλώνονται στη διατήρηση και στη συνέχιση αυτής της κόλασης, αλλά ο Σαούλ Ausländer—έξοχη  επιλογή ονόματος—αυτός που είναι «ξένος» (Εβραίος της Ουγγαρίας), διατηρεί σε ολόκληρη τη διάρκεια της ταινίας τη δική του παράλληλη, αλλά αντίθετη, αναζήτηση: έναν ραβίνο για να θάψει ένα νεαρό αγόρι το οποίο ο Σαούλ «υιοθετεί» ως γιο του.

Στην ταινία βλέπει κανείς τις διαφορετικές αντιδράσεις ή μηχανισμούς επιβίωσης στην κόλαση: τις προσπάθειες μυστικής φωτογράφισης των εγκλημάτων για να έλθει βοήθεια απ’ έξω, τα σχέδια ξεσηκωμού εναντίον των SS. Μέσα σ’ όλο αυτό το χάος στο οποίο ρίχθηκε ο Σαούλ, εδώ όπου οι άνθρωποι λιώνουν στους θαλάμους αερίων, πυροβολούνται, καίγονται, γδύνονται, χτυπιούνται, σέρνονται γυμνοί στο πάτωμα, στοιβάζονται και τέλος οι στάχτες τους ρίχνονται στο ποτάμι, ο Σαούλ φαίνεται να εργάζεται σ’ αυτό, να είναι εντός αυτού του προγράμματος αλλά δεν είναι. Παράλληλα τρέχει το δικό του πρόγραμμα που συμπεριλαμβάνει μια απλή και ίσως για πολλούς ακαταλαβίστικη αφελή αναζήτηση για έναν ραβίνο που θα πει μια προσευχή (καντίς) για να θαφτεί ένας άνθρωπος ως άνθρωπος, ως γιος.

Είμαι κι εγώ Ausländer. Aυτός ο Ausländer είμαστε όσοι νιώθουμε ξένοι στα ανούσια τρεχάματα του κόσμου, στην εκμηδένιση του ανθρώπου, ίσως και ξένοι προς αυτούς που ζητούν επαναστάσεις ενώ δίπλα τους κάθονται κάποιοι «άθαφτοι». Εννοείται ότι είναι απαραίτητες οι επαναστάσεις, ειδικά σε τέτοιες συνθήκες, αλλά ο Σαούλ μας δείχνει ότι και εντός κολάσεως μπορώ να ζω ως άνθρωπος, ή μάλλον επιβάλλεται. Μάλλον πρώτα πρέπει να ζήσω υπονομεύοντας την κόλαση και μετά να απελευθερωθώ απ’ αυτήν. Κατηγόρησαν τον Σαούλ ότι για έναν νεκρό ρισκάρει τη μοίρα των ζωντανών, αλλά, από μια άποψη και στην ακραία του μορφή, αυτό δεν θα έλεγαν και οι SS; Εμείς να ζήσουμε και άστους αυτούς; Για τους SS οι ζωντανοί θεωρούνταν νεκροί. Για τον Σαούλ, όλοι είναι ζωντανοί ακόμα κι οι νεκροί. Μέσα στην κόλαση, η αναζήτηση του άγιου, για το οποίο κανείς δεν είχε χρόνο αλλά ούτε και θεωρούσε επείγον ή ότι συμβάλλει καν στα απελευθερωτικά τους σχέδια, προβάλλει ως το μόνο φως νοήματος εντός μιας ζωής «χαμστερικής» που δεν έχει χρόνο για το «άχρηστο» σώμα.

Τι νόημα, άραγε, θα χει η απελευθέρωση αν δεν θα ξέρεις πώς να χειριστείς τους νεκρούς σου όταν την αποκτήσεις, αν δεν ξέρεις καν το νόημα ενός ανθρώπινου σώματος; Γι αυτό πρέπει να υπάρχει ο ραβίνος, γι αυτό η προσευχή είναι αναγκαία, γιατί το ίδιο το νεκρό σώμα μου επιβάλλεται ως υπέρβαση της σάρκας. Ποιος μπορεί να δει τα πτώματα στο πάτωμα ως απλό κρέας αν δεν έχει πεθάνει πρώτα ο ίδιος μέσα του; Η φωνή του πτώματος είναι εκκωφαντική! Το σώμα σαν έργο τέχνης, σαν ζωγραφιά, με καλεί να δω πέραν απ’ αυτό για να συλλάβω το νόημα του, να κοιτάξω, να αναλογιστώ την πραγματικότητα στην οποία παραπέμπει. Γιατί αν βλέπω μόνο την μπογιά και τον καμβά τίποτα δεν κατάλαβα, δεν έχω δει καν τον πίνακα.

Ο Σαούλ μέσα στην κόλαση κουβαλά το πτώμα ενός νεκρού, γιατί κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να τελειώνει χωρίς ένα καντίς, μια προσευχή αναγνώρισης της ιερότητάς του. Το ίδιο αλλόκοτο κουβάλημα κάνει κι ένας Χριστιανός. Παρόλο που φαίνεται επιφανειακά να συμπορεύεται με τον κόσμο, έχει άλλη, διαφορετική πορεία, κι ας κατηγορείται ότι είναι—τη σήμερον ημέρα, αν είναι δυνατόν—κολλημένος στις συνάξεις, στις λειτουργίες, στις ψαλμωδίες, στις προσευχές, σ’ αυτά τα αχρείαστα δικά του καντίς ενώ ο κόσμος χάνεται. Μα ακριβώς επειδή ο κόσμος χάνεται, ο μη γένοιτο να χάνεται χωρίς καντίς.

Εάν πράγματι σταυρώθηκε…

Crucifix1

Εάν ο υιός του Θεού σταυρώθηκε…

… σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν μπόρεσε ούτε θα μπορέσει ποτέ να διακρίνει απόλυτα το καλό, το άγιο, το αθώο. Θα περνά από μπροστά του απαρατήρητο.

… σημαίνει ότι το καλό, το αθώο, το άγιο δεν βρήκε χώρο στον παρόντα κόσμο.

… σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι ανίκανος να πράξει απόλυτα δικαιοσύνη, ο αθώος θανατώνεται.

… σημαίνει ότι αν θέλω να μισήσω, αν θέλω να σκοτώσω, κανενός το δίκιο δεν θα μ’ εμποδίσει. Ο άνθρωπος είναι ικανός και για τον αθώο να επινοήσει έγκλημα, ενοχή, κατηγορία.

… σημαίνει ότι τον αδύναμο πάντα θα τον εξοντώνω, εφόσον μπορώ, εφόσον δεν τον χρειάζομαι.

… σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει με μια εναλλακτική μορφή εξουσίας απ’ αυτήν που έχει συνηθίσει. Μέσα στην πληθώρα του ψεύδους που έχει ανατραφεί του είναι αδύνατο ν’ αξιολογήσει τον ηγέτη που πάντα ήθελε. Το σκοτάδι που τον ανέθρεψε δεν τον αφήνει να διακρίνει κανένα φως μπροστά στα μάτια του.

… σημαίνει ότι ο άνθρωπος επέλεξε να καταφύγει στο μόνο όπλο που ήξερε πάντα να χρησιμοποιεί, τη βία και τον θάνατο. Ο θάνατος είν’ ο σύμμαχός του και η ζωή εχθρός του.

… σημαίνει ότι η ζωή, η ανοχή, η αμφισβήτηση του εαυτού, η αποδοχή του διαφορετικού, του απόλυτου Άλλου θα είναι πάντοτε ελλιπής.

… σημαίνει ότι η ανασφάλεια του ανθρώπου μήπως χάσει τη δύναμή του, την εξουσία του, μήπως έρθει αντιμέτωπος με τον κριτή του, τον καθιστά αδύναμο ν’ αντέξει την αλήθεια.

… σημαίνει ότι αν συναντήσει αυτόν που είναι καλύτερός του, θα τον μισήσει, θ’ απειληθεί, εφόσον η ασχήμια του αναδεικνύεται, η γύμνια του φανερώνεται.

~ ~ ~

… σημαίνει ότι δεν έχασα απλά τον δρόμο μου για να τον ξαναβρώ με λίγο σπρώξιμο, με μια παραίνεση, μ’ ένα καλό παράδειγμα ν’ ακολουθήσω. Χρειάστηκε κατακλυσμός, η κατάλυση του κόσμου. Απαιτήθηκε η μέγιστη δυνατή θυσία για να συμφιλιωθεί ο κόσμος με τον Θεό, με τον ίδιο τον εαυτό του.

… σημαίνει ότι ήταν ανίατη η ασθένειά μου. Η θυσία μου, η αγαθοεργία μου, η νηστεία μου, τα βαφτίσματά μου ήταν όλα ανεπαρκή.

… σημαίνει, ουσιαστικά, ότι όλ’ αυτά, η ευλαβής μου η θρησκεία, ποτέ δεν ήθελε σ’ Αυτόν να φτάσει. Να τον αντικαταστήσει ήθελε.

… σημαίνει ότι δεν ξέρω τι είναι Θεός, ακόμα κι αν τον δω μπροστά μου. Με ποια κριτήρια να τον αναγνωρίσω; Το ανώτερο δείγμα προσώπου που χω ποτέ μου θεωρήσει είναι ο εαυτός μου ο ίδιος. Το μέτρο μου για όλους τους άλλους.

… σημαίνει ότι καμία ελπίδα δεν υπήρχε να καταλάβω τι σημαίνει Θεός αν αυτός αρνούνταν να πεθάνει για μένα. Τώρα κάτι αρχίζω να καταλαβαίνω από Θεό….

… σημαίνει ότι η ιστορία τελείωσε. Έχουμε δει ποιος είναι ο άνθρωπος. Βγήκε το ποιόν του σε κοινή θέα. Να περιμένω λίγο ακόμα, μήπως κάποια έκπληξη, κάποια σημεία προόδου, ένα επίτευγμα δικαιότερης κοινωνίας;

… σημαίνει ότι είμαι ανίκανος ν’ αγαπήσω. Γιατί αν υπήρχε κάτι που θα πρεπε να αγαπηθεί, που άξιζε ν’ αγαπηθεί, που δεν με έβλαψε, που για το καλό μου μόνο νοιάστηκε, το σκότωσα. Τι απομένει πια για μένα;

Συντριβή.

Και μια προσευχή μονάχα, να με φτιάξει απ’ την αρχή.

Να τρώω απ’ αυτό το κομματιασμένο ψωμί. Απ’ το δικό του κρασί να πίνω. . . και να δίνω.

… ελέησε … πλύνε … καθάρισε …κτίσε

… καρδίαν καθαρὰν ἐν ἐμοί ὁ θεός καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου (Ψαλ 50:12)

 

Το Παιδί του Λαού

slaves-without-chains-01Η αφήγηση των ταπεινών απαρχών έχει μεγάλη ρητορική δύναμη για όσους αποβλέπουν σε θέσεις εξουσίας. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι αν πείσουν τον απλό λαό να ταυτιστεί μαζί τους τότε θα τον θεωρήσουν ως πραγματικό αντιπρόσωπό τους, ως γνώστη των προβλημάτων και των ανησυχιών τους και θα τον εξουσιοδοτήσουν να αναλάβει την ηγεσία του τόπου τους.

Ένα από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα αυτής της ρητορικής είναι και το ελαφρώς ατυχές αφήγημα του Αμερικανού υποψήφιου Ντόναλντ Τραμπ ο οποίος, στην προσπάθειά του να κερδίσει την εργατική ψήφο, είπε σε συνέντευξή του:

«Δεν ήταν καθόλου εύκολο για μένα, καθόλου εύκολο. Ξεκίνησα από το Μπρούκλιν, ο πατέρας μου μου έδωσε ένα μικρό δάνειο ενός εκατομμυρίου και ήρθα στο Μανχάταν. Έπρεπε να τον ξεπληρώσω, να τον ξεπληρώσω με τόκο. Ήρθα στο Μανχάταν και ξεκίνησα να αγοράζω ιδιοκτησία . . . και τελικά τα κατάφερα. Αλλά πάντα μου έλεγαν ότι δεν θα τα καταφέρω.»[1]

Έλα όμως που τόσος κόσμος πείθεται! Κι αυτή η ρητορική δεν είναι σύγχρονο φαινόμενο αλλά μαρτυρείται από αρχαιοτάτων χρόνων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σαργών του Μέγα ο οποίος βασίλεψε από το 2334 μέχρι το 2279 π.Χ. Γνωστός για τις σπουδαίες στρατιωτικές του ικανότητες, ίδρυσε την Ακκαδική αυτοκρατορία, κατάφερε να υποτάξει τους Σουμέριους και να αντικαταστήσει τη σουμεριακή γλώσσα με την ακκαδική.

Η ιστορία που επέλεξε για να συστήνει τον εαυτό του δεν ήταν φαντασμαγορική. Δεν παρουσιάζεται ως βασιλιάς που αναγνωρίζεται και εκλέγεται απ’ τους θεούς. Ο Σαργών προτίμησε μια ταπεινή ιστορία ενός ορφανού παιδιού το οποίο δέχτηκε την καλοσύνη ενός κηπουρού και την εύνοια της θεάς Ιστάρ. Ξεπέρασε εμπόδια επιβίωσης και ανελίχτηκε τελικά στον θρόνο.

Σύμφωνα με τη σφηνοειδή επιγραφή, γνωστή σε μας ως Ο Μύθος του Σαργών (η αυτοβιογραφία του), αυτό το παιδί γεννήθηκε από μια ιέρεια του ναού με θαυματουργικό τρόπο, αλλά επειδή η μητέρα του ήθελε να κρύψει την εγκυμοσύνη της και να ξεφορτωθεί το παιδί, τον τοποθετεί σ’ ένα καλάθι και το σπρώχνει στον ποταμό Ευφράτη. Κάλυψε το καλάθι με πίσσα και το νερό τον μετέφερε με ασφάλεια στα χέρια του Ακκί, του κηπουρού του Ουρ-Ζαμπάμπα, βασιλιά της σουμεριακής πόλης Κίς. Παραθέτω το αρχικό κομμάτι του μύθου:

Σαργών, ο τρανός βασιλιάς, ο βασιλιάς της Ακκαδίας είμαι εγώ.

Η μητέρα μου ήταν αρχι-ιέρεια, τον πατέρα μου δεν γνώρισα.

Τα αδέλφια του πατέρα μου αγαπούσαν τα βουνά.

Η πόλη μου είναι η Αζουπιράνου, η οποία βρίσκεται στις όχθες του Ευφράτη.

Η μητέρα μου, η αρχι-ιέρεια, έμεινε έγκυος και μυστικά με γέννησε.

Μ’ έβαλε σε καλάθι από πάπυρο και με πίσσα σφράγισε το καπάκι.

Μ’ έριξε στο ποτάμι το οποίο δεν με έπνιξε.

Το ποτάμι με κουβάλησε και με πήγε στον Ακκί, αυτόν που ποτίζει (τους κήπους).

Ο Ακκί ο κηπουρός με τράβηξε έξω όταν έριξε την κανάτα του για ν’ αντλήσει νερό.

Ο Ακκί ο κηπουρός με πήρε μαζί του σαν γιο δικό του και με μεγάλωσε.

Ο Ακκί ο κηπουρός με κατέστησε υπεύθυνο στον κήπο.

Και καθώς φρόντιζα τον κήπο, η Ιστάρ μου χάρισε την αγάπη της,

Και για τέσσερα και . . . χρόνια βασίλεψα . . . . (ΑΝΕΤ, 119)

Μέσω αυτής της ιστορίας, ο Σαργών καταφέρνει να αποστασιοποιήσει τον εαυτό του από προηγούμενους βασιλιάδες που ισχυρίζονταν κατοχή θείων δικαιωμάτων και επιλέγει να ταυτιστεί περισσότερο με τον απλό λαό παρά με την ανώτερη τάξη. Μ’ αυτόν τον τρόπο, στον ρόλο του «παιδιού του λαού» θα μπορούσε όχι απλά να κατακτήσει τους Σουμέριους αλλά να κερδίσει την υποστήριξη των ανθρώπων, κυρίως των μαζών των χαμηλών στρωμάτων, και να καταφέρει να ιδρύσει την αυτοκρατορία του μ’ επιτυχία. Να διασφαλίσει την κυριαρχία του πάνω τους.

Παρόλο που ο Σαργών ο Μέγας έζησε την 3η χιλιετία π.Χ., οι επιγραφές με την ιστορία του βρέθηκαν στη Νινευή τον 7ο αιώνα π.Χ. Αυτό μας δείχνει ότι για 2000 χρόνια περίπου παράγονταν αντίγραφα ή ότι η ιστορία κυκλοφορούσε προφορικά κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων. Ήταν, δηλαδή, εξαιρετικά δημοφιλής.

Κυκλοφόρησε, όμως και μια άλλη ιστορία, πιο γνωστή σε μας. Μια παρωδία θα λέγαμε του βασιλιά Σαργών. Αυτή η ιστορία είναι η γέννηση του Μωυσή. Μπορεί κανείς να διαβάσει στο 2ο κεφάλαιο του βιβλίου της Εξόδου για τη γέννηση του Μωυσή, όπου η δική του μητέρα, από τη φυλή του Λευί, κρύβει τον νεογέννητο Μωυσή αλλά μετά από τρεις μήνες αποφασίζει να τον αφήσει στον ποταμό Νείλο. Παίρνει κι αυτή ένα καλάθι από πάπυρο, το σφραγίζει με πίσσα και το σπρώχνει στο ποτάμι. Το βρέφος φέρεται από τα νερά και καταλήγει στο παλάτι του Φαραώ όπου το υιοθετεί η κόρη του βασιλιά.

Τώρα, με τέτοιες απαρχές, ο καθένας θα περίμενε ν’ ακολουθήσει η ανάδειξη ενός σπουδαίου βασιλιά ο οποίος, παρόλο που ξεκινά χαμηλά, με την εύνοια των θεών θα καταφέρει να εγερθεί ψηλά και να διοικήσει τον λαό επάξια. Σ’ αυτό όμως ακριβώς το σημείο βρίσκεται η παρωδία της αφήγησης, όπου το αναμενόμενο αντιστρέφεται κι αυτό που κανονικά εξυπηρετούν τέτοιες ιστορίες εκτίθεται και αμφισβητείται.

Ο Μωυσής μεγαλώνει στο παλάτι και αντί να γίνει βασιλιάς και ν’ απολαύσει την εύνοια των θεών αναλαμβάνοντας την κυριαρχία της Αιγύπτου, κάνει τη μεγάλη στροφή: επιστροφή στις απαρχές, όχι απομάκρυνση απ’ αυτές! Πίσω προς τα κάτω, όχι προς τα πάνω. Πίσω στον λαό του από τον οποίο ξεκίνησε. Το κείμενο μας λέει ότι όταν μεγάλωσε: «ἐξήλθεν πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ τοὺς υἱοὺς Ισραηλ κατανοήσας δὲ τὸν πόνον αὐτῶν . . . » (Έξοδος 2:11), και η συνέχεια πραγματεύεται την εγκατάλειψη του παλατιού, του πλούτου, της εξουσίας και την έναρξη της πάλης για δικαιοσύνη «από χαμηλά». Το «παιδί του λαού», εάν πραγματικά ταυτίζεται με τον λαό που θα υπηρετήσει, κατεβαίνει απ’ τον θρόνο και κουβαλάει το βάρος τους, μαζί τους, δίπλα τους. Καλύτερα δεν θα μπορούσε να το περιγράψει κανείς από τον συγγραφέα της Επιστολής Προς Εβραίους πολύ αργότερα κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ.:

«Με την πίστη ο Μωυσής, όταν πια μεγάλωσε, αρνήθηκε να ονομάζεται γιος της κόρης του Φαραώ· προτίμησε να υποφέρει μαζί με το λαό του Θεού, παρά ν’ απολαμβάνει την πρόσκαιρη αμαρτωλή ζωή. Θεώρησε μεγαλύτερο πλούτο από τους θησαυρούς της Αιγύπτου τον εξευτελισμό, σαν εκείνον που υπέφερε ο Χριστός, γιατί απέβλεπε στην ανταπόδοση.» (11:24-26 [TGV])

Η αντι-αυτοκρατορική αφήγηση της Εξόδου δεν πείθεται με τη βασιλική ρητορική των ταπεινών απαρχών. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι απαρχές αλλά το τέλος. Δεν είναι η προέλευση αλλά ο προορισμός. Όχι πώς αρχίζεις αλλά πώς τελειώνεις. Η ευθύνη για τους ανθρώπους δεν σε οδηγεί σε απόσταση απ’ αυτούς αλλά σε πάθη, σε ονειδισμό, σε συμμετοχή στον πόνο. Και στην κλιμάκωσή της, στην οποία μόνο Ένας κατάφερε να φτάσει, η απόλυτη ευθύνη για τον άλλο οδηγεί στην πλήρη αντικατάστασή του. Ο βασιλιάς παίρνει τελικά τη θέση του λαού.

[1] http://www.nydailynews.com/news/politics/trump-laments-hard-life-1m-loan-dad-article-1.2411322

 

Το Κλάμα της Ραχήλ

Rachel2Η εξουσία, ειδικά όταν είναι παράνομη, έχει τον τρόπο της να χειρίζεται καταστάσεις με ύπουλο τρόπο, με χρηματισμό κι εξαπάτηση. Τέτοιος ήταν κι ο Ηρώδης ο γνωστός, των πρώτων Χριστουγέννων. Ο ιστορικός Ιώσηπος δεν μας τον περιγράφει με τα καλύτερα λόγια, αλλά μας πληροφορεί πως τον ίδιο τον θρόνο του τον απέκτησε με δωροδοκία προς τον Αντώνιο της Ρώμης προκειμένου να δολοφονήσει τον πολιτικό αντίπαλό του Αντίγονο και να διοριστεί ο ίδιος τέτραρχος της Γαλιλαίας («ταῦτα φοβούμενος πολλοῖς χρήμασι πείθει τὸν Ἀντώνιον ἀνελεῖν Ἀντίγονον» Ιώσηπος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία 14.490).

Η εικόνα στο ευαγγέλιο του Ματθαίου δεν διαφέρει και πολύ, ειδικά στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται την επικείμενη απειλή ενάντια στην εξουσία του. Ακούει για την αναζήτηση των μάγων κι η ανασφάλεια της εξουσίας τον κυριεύει. Κινεί γη και ουρανό να μάθει ποιος τον απειλεί κι από πού προέρχεται. Υπογείως («λάθρᾳ», Ματθ 2:7), καλεί τους μάγους για πληροφορίες χωρίς να φανερώσει τις αληθινές προθέσεις του, προσποιούμενος ότι συμμερίζεται τη μεσσιανική προσδοκία του λαού του. Γνωρίζει ότι ο ίδιος δεν προέρχεται απ’ τη Δαβιδική γενιά, ότι ο θρόνος ανήκει νομίμως σε άλλον, επομένως ξεκινά η επιστράτευση των όπλων της «ανασφάλειας» για να κατοχυρώσει την «καρέκλα» του.

Πρώτα απ’ όλα, η ψευδοταπεινοφροσύνη! Όλα τα τεχνάσματα του γίνονται – μα για ποιον άλλο λόγο; Για να τρέξει να προσκυνήσει κι αυτός: «ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ» (Ματθ 2:8). Σίγουρα, το ίδιο «θεοσεβούμενο» ενδιαφέρον θα χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα μπροστά στους αρχιερείς και τους γραμματείς τους οποίους ρωτούσε για τις μεσσιανικές προφητείες. Ταυτόχρονα, όμως, ακονιζόταν «κρυφίως» η μάχαιρά του, το δεύτερό του όπλο: ο θάνατος.

Η «υπόγεια» συμπεριφορά του, όμως, δεν μπορεί να ελέγξει μια πολύ βαθύτερα κρυμμένη δύναμη που ενεργείται εν αγνοία του. Μια φωνή παρασκηνίων που μετακινεί ανθρώπους στη σκακιέρα της ιστορίας (τους μάγους, τον Ιωσήφ και τη Μαρία) κρατώντας πάντοτε προστατευμένη την εγκυμονούσα απειλή που σαμποτάρει τις φονικές φιλοδοξίες των μεγάλων. Αυτή δεν πεθαίνει. Ο Ηρώδης, συνειδητοποιώντας ότι εξαπατήθηκε – πληρώθηκε δηλαδή με το ίδιο νόμισμα κατά κάποιον τρόπο – οργίσθηκε και προχώρησε προς το τερατούργημα της βρεφοκτονίας στη Βηθλεέμ. Τίποτα δεν φαίνεται να μεσολαβεί ανάμεσα στην οργή του και στον φόνο, αλλά ταυτίζονται, συμβαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα, χωρίς να διαφέρουν καθόλου απ’ την εξαγρίωση ενός αιμοβόρου ζώου.

Και τώρα, η τραγωδία του απόλυτου εκτροχιασμού της ανθρώπινης εξουσίας καταλήγει πάντοτε στην κραυγή της μάνας, όπως τότε έτσι και σήμερα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη έκφραση απελπισίας απ’ τον μητρικό θρήνο, το μοιρολόι που ηχεί μέσα στους αιώνες, απ’ τη μάνα που θρηνεί τα σφαγιασμένα της παιδιά στον πόλεμο, στον βομβαρδισμό, στον πνιγμό της βίαιης μετανάστευσης, στο ξερίζωμα του μέλλοντος πριν αυτό καν ξεκινήσει:

τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν διὰ Ἰερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος·

φωνὴ ἐν Ῥαμὰ ἠκούσθη,

κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς·

Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς,

καὶ οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι,

ὅτι οὐκ εἰσίν.

(Ματθ 2:17-18)

Η Ραχήλ είναι η κάθε μάνα που κλαίει και αρνείται οποιαδήποτε παρηγοριά. Η Ραχήλ, η μητριάρχις του Ισραήλ και συγκεκριμένα μητέρα του Ιωσήφ και του Βενιαμίν, θεωρείται ότι τάφηκε εκεί κοντά στη Βηθλεέμ, όπου έγινε η σφαγή (βλ. Γεν 35:19, 1 Σαμ 10:2). Η μητριάρχις που κλαίει για τα παιδιά της, είναι μια εικόνα δανεισμένη απ’ τον προφήτη Ιερεμία (31:15 [Ο΄ 38:15]), όπως μας λέει κι ο Ματθαίος. Στον Ιερεμία βλέπουμε ότι η Ραμά ήταν ο τόπος όπου μαζεύτηκαν οι αιχμάλωτοι πριν να εξοριστούν στη Βαβυλώνα (40:1), κοντά στην περιοχή του τάφου της Ραχήλ. Μ’ άλλα λόγια, ξυπνά η πρόγονος του Ισραήλ και κλαίει απ’ τον τάφο της απαρηγόρητη, σαν τη φωνή του αίματος του Άβελ μέσ’ απ’ το χώμα, καθώς γίνεται μάρτυρας της καταστροφής των απογόνων της.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το ποίημα προέρχεται από το βιβλίο των παρηγορητικών λόγων του Ιερεμία προς τον λαό Ισραήλ (30:1-31:40). Αυτό είναι παράδοξο αν σκεφτεί κανείς ότι η Ραχήλ δεν θέλει να παρηγορηθεί «οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι». Ο θρήνος της Ραχήλ προκαλείται απ’ την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και την εξορία μιας σημαντικής μερίδας του λαού στη Βαβυλώνα. Τα παιδιά της χάνουν τον τόπο τους, χάνουν τον ναό τους, το έμβλημα της μοναδικής τους ταυτότητας ως λαός Θεού. Περιφέρονται στα συντρίμμια της πόλης του Δαβίδ, μιας πόλης που γνώρισε μεγαλεία αλλά τώρα γονατίζει μπροστά στους δυνάστες της με συντριμμένη κάθε ελπίδα. Που είναι ο ηγέτης τους; Ποιος θα τους μαζέψει πάλι στη γη τους, ποιος θα καταφέρει άραγε ν’ αλλάξει τον θρήνο σε τραγούδι τώρα που φεύγουν όλοι πρόσφυγες; Ο Ιερεμίας, όμως, αναφέρει το κλάμα της Ραχήλ για να το αντιστρέψει, για να δείξει ότι αυτό το κλάμα είναι ο πρόλογος του οποίου η αποκατάσταση έπεται κι ότι ο Θεός τους εγγυάται την επιστροφή και την ίαση στον λαό Του.

Από το κεφάλαιο 30 ο Ιερεμίας αναγνωρίζει στον λαό ότι η θλίψη τους θα είναι τόσο μεγάλη αλλά παρόλα αυτά θα επιβιώσουν μέσα απ’ αυτήν. Δεν θα νικηθούν, δεν θα εξαλειφτούν (30:7). Ο Κύριός τους θα συντρίψει τον ζυγό που τους επέβαλαν οι ξένοι (30:8). Πράγματι, δεν υπάρχει παρηγοριά για το βάσανό τους. Δεν υπάρχει φάρμακο και θεραπεία για τέτοιες πληγές που υπέστηκαν και κανείς δεν μπορεί να τους σώσει ούτε απ’ τον εχθρό αλλά ούτε απ’ τους ίδιους τους εαυτούς τους και τα δικά τους αμαρτήματα (30:12-15). Μέσα στην απελπισία που νιώθουν, έρχεται όμως κι η υπόσχεση ότι «ο ηγέτης τους θα είναι ένας απ’ αυτούς!» Θα βιώνει τον πόνο τους; Θα είναι το ίδιο ταλαιπωρημένος και ταπεινωμένος; Θα τους κατανοεί πλήρως ώστε να μπορεί να πλησιάσει τον Θεό ως μεσίτης τους (30:21);

Η Ραχήλ αρνείται να παρηγορηθεί αλλά ο Ιερεμίας την καθησυχάζει με το όραμα της μελλοντικής αποκατάστασης. Για τον Ματθαίο το κλάμα της Ραχήλ συμπληρώθηκε κάτω απ’ το φονικό χέρι της ρωμαϊκής μαριονέτας, τον Ηρώδη. Το ρηθέν του Ιερεμία εκπληρώθηκε. Ήρθε η ώρα της να παρηγορηθεί για τον χαμό των παιδιών της μέσα από μια γέννηση. Ο θάνατος του παιδιού απαντάται με τη γέννηση παιδιού. Αλλά πώς μπορεί η γέννηση ενός παιδιού να φέρει πίσω το δικό της;

Κακά τα ψέματα, μόνο η ανάσταση είναι παρηγοριά για τη θρηνούσα μάνα. Η ανάσταση είν’ η μόνη δικαιοσύνη που δεν ξευτιλίζει τον πόνο και αρνείται να εξαγοράσει με φτηνά υποκατάστατα τον χαμό τόσων παιδιών, των «μικρών τούτων» στους οποίους δικαίως είπε ο Ιησούς ότι ανήκει η βασιλεία των Ουρανών (Ματθ 19:14). Ναι, δεν υπάρχει φάρμακο και θεραπεία για τον θρήνο της Ραχήλ και της κάθε Ραχήλ. Αρνούμαστε να παρηγορηθούμε ακόμα και με την κατοχή μιας γης και μιας πατρίδας η οποία ποτίστηκε μ’ αθώο αίμα. Θέλουμε άλλη γη, καθαρή, πλυμένη, εξαγνισμένη, αναδημιουργημένη. Δεν είμαστε τρελοί που απαιτούμε μια δικαιοσύνη που ακόμη δεν παράχθηκε ανθρωπίνως από κανένα κόμμα κι από καμιά κυβέρνηση. Ο θάνατος δεν πληρώνεται με θάνατο. Μόνο με γέννηση θα πληρωθεί, μια γέννηση που θα καταπιεί κι αυτόν τον ίδιο τον θάνατο. Θα μπορούσαμε, σαφώς, να γίνουμε «ρεαλιστές» και να συμβιβαστούμε με μικρές κοινωνικές αναδιαρθρώσεις, αλλά το έλλειμα θα παραμένει πάντοτε και οφείλουμε να το αρθρώνουμε. Το κλάμα της μάνας δεν μπορεί κανείς να το πνίξει. Πώς να παρηγορήσεις τη Σύρια μάνα; Μ’ έναν υπνόσακο; Μ’ ένα καρβέλι ψωμί; Μ’ ένα στρώμα στον προσφυγικό καταυλισμό; Όχι, «οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι» και καλά κάνει. Γιατί ο κόσμος αυτός πρέπει να γεννηθεί ξανά κι αυτός που θα ηγηθεί πρέπει να έχει περάσει, τουλάχιστο, μέσα απ’ την κόλαση.

Ησύχασε Ραχήλ, κάτι γεννιέται….

 

Ευαγγέλιο και Οικονομική Απειλή

greedΑπ’ τις απαρχές του ο Χριστιανισμός ήταν αρκετά ενοχλητικός. Ένας απ’ τους κυριότερους λόγους ήταν επειδή ήταν ζημιογόνος σε διάφορες κερδοφόρες επιχειρήσεις της εποχής ασύμβατες με την ελευθερία του Πνεύματος του ευαγγελίου.

Απ’ την αρχή μπορούμε να δούμε πως η διακονία του Ιησού μπορούσε κατά καιρούς να γίνει απειλητική για την οικονομική ευημερία των κατοίκων μιας περιοχής. Έχουμε, για παράδειγμα, τη θεραπεία του δαιμονισμένου στη χώρα των Γερασηνών. Πρωταρχικό μέλημα του Ιησού ήταν η απελευθέρωση του βασανισμένου αυτού ανθρώπου και η επανενσωμάτωσή του στην κοινωνία από την οποία ήταν για χρόνια αποκλεισμένος και «ακάθαρτος» («ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς μνήμασιν» [Λουκ 8:27]). Μπροστά στην προοπτική της απελευθέρωσης δεν χωράνε υπολογισμοί για το συμφέρον της κοινότητας ή για την πιθανή οικονομική επιβάρυνση που μπορεί αυτό να επιφέρει. Πράγματι, το κόστος για τη συγκεκριμένη ολική απελευθέρωση του δαιμονισμένου ήταν η καταστροφή μιας ολόκληρης αγέλης χοίρων (8:33) αδιαμφισβήτητα αναγκαίας για την τοπική οικονομία. Η αντίδραση της κοινότητας μπροστά στη θέα του θεραπευμένου συνάνθρωπού τους δεν ήταν χαρά και ανακούφιση αλλά φόβος. Κι αυτός δεν ήταν φόβος Θεού, θετικός φόβος δηλαδή που θα οδηγούσε σε πίστη και μετάνοια, ούτε φόβος για το φαινόμενο του εξορκισμού, γιατί οι εξορκισμοί ήταν συνηθισμένοι στην εποχή τους. Ήταν, μάλλον, φόβος για τον τρόπο με τον οποίο είχε γίνει η απελευθέρωση («ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς» [8:36]), για την οικονομική ζημιά ή άλλες τέτοιες ζημιές πιθανές να επέλθουν από τη συνεχιζόμενη διακονία του Ιησού ανάμεσά τους. Προτίμησαν να τον διώξουν μακριά (8:37).

Με παρόμοιο τρόπο και η διακονία του Παύλου ανάμεσα στους εθνικούς αποτέλεσε οικονομική απειλή. Στις Πράξεις 19:23-41 βλέπουμε τον Δημήτριο, ο οποίος ήταν κατασκευαστής αργυρών ναών της Αρτέμιδος, να απειλείται οικονομικά από τη διδασκαλία εναντίον των ειδώλων. Ο λόγος του ξεσηκωμού του δεν ήταν καθόλου θεολογικός, παρόλο που η ρητορεία του ποντάρει στο θρησκευτικό θυμικό του όχλου («Ἀκούσαντες δὲ καὶ γενόμενοι πλήρεις θυμοῦ ἔκραζον λέγοντες· μεγάλη ἡ Ἄρτεμις Ἐφεσίων» (19:28). Συχνά, η ανησυχία για το οικονομικό κέρδος των διωκτών των χριστιανών είναι αυτό που κρύβεται πίσω από άλλες προφάσεις. Ο Δημήτριος δεν ήθελε με τίποτα να ασπαστεί μια αλήθεια που θα διακύβευε το συμφέρον της εξαιρετικά κερδοφόρας επιχείρησής του («παρείχετο τοῖς τεχνίταις οὐκ ὀλίγην ἐργασίαν» [19:24]).

Το περιστατικό, όμως, που με ενδιαφέρει περισσότερο απ’ όλα και θεωρώ ότι είναι άμεσα σχετικό με τη διακονία της Νέας Ζωής ενάντια στη σωματεμπορία, είναι το παράδειγμα της απελευθέρωσης της δούλης η οποία είχε «πνεῦμα πύθωνα» (Πράξ 16:16-24). Ήταν δηλαδή μάντης. Απ’ τον αρχαίο ιστορικό Πλούταρχο μαθαίνουμε ότι Πύθωνες ονομάζονταν οι μάντεις της εποχής οι οποίοι θεωρούνταν κατειλημμένοι απ’ το πνεύμα κάποιας θεότητας το οποίο μιλούσε μέσα απ’ το δικό τους στόμα (Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων, 414Ε).

Συχνά σ’ αυτή την περικοπή οι μελετητές αλλά και οι κήρυκες δίνουν τη μέγιστη προσοχή στα λόγια της δούλης σχετικά με τη διακονία του Παύλου και του Σίλα: «οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδὸν σωτηρίας» (Πραξ 16:17). Όσο σημαντικά κι αν είναι αυτά, δεν πρέπει να παραβλέπονται άλλες εξίσου σημαντικές και διαφωτιστικές λεπτομέρειες της περικοπής, η οποίες είναι απολύτως σχετικές με τη σύγχρονη διακονία ενάντια στη σωματεμπορία.

Πρώτον, ας μην κολλήσουμε στην επιφάνεια της οποιασδήποτε δαιμονοληψίας ή μαντικής ικανότητας, αλλά ας πάμε βαθύτερα να δούμε ότι αυτό που ουσιαστικά παρατηρούμε είναι η άρνηση ή ακύρωση της προσωπικότητας αυτού του κοριτσιού. Οι πνευματικές διαστάσεις της κατάστασής της είναι τέτοιες που την καθιστούν ανίκανη ν’ απελευθερωθεί με τις δικές της δυνάμεις και μάλλον ούτε η ίδια δεν έχει καν συναίσθηση της ύπαρξης κάποιου εναλλακτικού τρόπου ζωής. Λειτουργεί μόνο ως σώμα, ως εργαλείο, υποχείριο των αφεντικών της, οι οποίοι βολεύονται οικονομικά με πλούσια κέρδη από την ολική εξαθλίωση αυτής της προσωπικότητας. Το κείμενο ευθύς εξαρχής φροντίζει να μας ενημερώσει γι αυτή τη σημαντική λεπτομέρεια, δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο το πλαίσιο ερμηνείας: «ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχεν τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη» (Πραξ 16:16).

Στις μέρες μας η πιο προσοδοφόρα μορφή δουλείας είναι η σεξουαλική δουλεία. Οι «κύριοι» των κοριτσιών που επωφελούνται από την υποδούλωσή τους είναι οι σωματέμποροι, οι «λαδωμένοι» δικηγόροι, οι δικαστές και όσοι άλλοι χρηματίζονται για να κάνουν τα στραβά μάτια, διαιωνίζοντας έτσι τα δεσμά των κοριτσιών. Η υποδούλωσή τους συχνά ενισχύεται μέσω ναρκωτικών ουσιών, αλκοόλ, ακόμα και μέσω τελετουργιών μαγείας σε κάποιες εθνικότητες. Ένα ευαγγέλιο ελευθερίας και αποκατάστασης του ανθρώπου στην ολότητά του είναι ριζικά αντίθετο στα οικονομικά συμφέροντα αυτών των ανθρώπων.

Δεύτερον, όπως ενήργησε και ο Ιησούς στην περίπτωση των Γερασηνών, ο απόστολος Παύλος δεν συνδιαλέγεται ούτε ζυγίζει το κόστος της απελευθέρωσης ενός ανθρώπου. Δεν λειτουργεί ωφελιμιστικά προτιμώντας το συμφέρον των πολλών υπέρ του ενός. Αμείλικτα και χωρίς δεύτερη σκέψη εναντιώνεται στα δαιμονικά δεσμά του κοριτσιού και την απελευθερώνει: «παραγγέλλω σοι ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾽ αὐτῆς· καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ» (Πραξ 16:18).

Το «ἐξῆλθεν» εδώ είναι σημαντικό. Στην περικοπή μας το ρήμα «εξέρχομαι» απαντάται τρεις φορές και είναι ενδιαφέρον να δούμε τι ακριβώς είναι αυτό που «εξέρχεται». Μα φυσικά είναι προφανές ότι η αναφορά είναι στο πνεύμα «πύθωνα» το οποίο κατοικούσε εντός του κοριτσιού. Ναι, αλλά αυτό που ο Παύλος αφαιρεί και αυτό που ουσιαστικά εξέρχεται δια ονόματος Ιησού Χριστού εξηγείται στο αμέσως επόμενο εδάφιο, το 19: «ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν….» Αυτοί οι άνθρωποι δεν είδαν να αφαιρείται ένα δαιμόνιο, δεν είδαν απελευθέρωση, αλλά είδαν να αφαιρείται η ίδια τους η ζωή. Να αφαιρείται η μόνη τους ελπίδα που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τα δεσμά ενός άλλου ανθρώπου. Το δαιμόνιο ή ακάθαρτο πνεύμα το οποίο «εξήλθε» δεν ήταν απλά ένα υπερφυσικό αόρατο ον. Το πνεύμα που αφαιρέθηκε ήταν κάτι πολύ περισσότερο, πολύ πιο ύπουλο. Ήταν η προσωποποιημένη εναλλακτική ελπίδα αυτού του κόσμου, η οποία ενεργεί, θέλγει και υπόσχεται ζωή. Η δύναμη αυτού του πνεύματος έγκειται στο γεγονός ότι ταυτίζεται, διατηρείται, συντηρείται από αυτή την εναλλακτική ελπίδα του ανθρώπου, την εξάρτησή του από το κέρδος, το χρήμα. Η διακονία του Παύλου ήταν και σ’ αυτή την περίπτωση ένα τεράστιο χτύπημα, παρά τον άμεσο κίνδυνο για την ίδια του τη ζωή, στην κινητήρια δύναμη, στην αόρατη αυτή εξουσία που κρατά τους ανθρώπους υπόδουλους όσο και μια κατάληψη από ακάθαρτο πνεύμα: στο χρήμα.

Η διακονία της Νέας Ζωής, όπως ήταν και οι διακονίες του πρώιμου χριστιανισμού, είναι συχνά ενοχλητική και απειλητική στα τεράστια κέρδη των διακινητών ανθρώπων και όσων συνεργάζονται μαζί τους. Αλλά, με το ίδιο σθένος ποτέ δεν θα ζυγίσουμε την αναστάτωση που θα φέρει η διακονία μας σε αυτούς που απομυζούν τις ζωές των κοριτσιών. Παρά τους πιθανούς κινδύνους μιας τέτοιας διακονίας, παρά την «ενόχληση», δεν θα διστάσουμε ούτε λεπτό να «εκβάλλουμε» καταπιεστικές εξανδραποδιστικές εναλλακτικές ελπίδες ασύμβατες με το ευαγγέλιο του Χριστού.

* Εκδόθηκε από την εφημερίδα της Νέας Ζωής, Σωματείου Στήριξης και Αποκατάστασης Εκδιδόμενων Ατόμων, «Το Φωτάκι», Αύγουστος 2015.

Συντάκτης εφημερίδας: Δημήτρης Κοντόπουλος.

Μόνο η χάρη θα σώσει τον κόσμο….

twoways2Γιατί το λέω αυτό;

Εν μέσω μιας τόσο κρίσιμης περιόδου όπου η χώρα μας έχει ήδη πάρει μια χαοτική κατρακύλα, και ο λαός βιώνει τη διάσπαση, την οργή, την ανασφάλεια και τον φόβο, σε μια περίοδο όπου δύο δρόμοι μας προσφέρονται για να επιλέξουμε ποιο θα είναι το μέλλον μας, μόνο η χάρη θα σώσει τον κόσμο.

Δεν έχει σημασία τι θα ψηφίσει ο κόσμος. Υπό μια έννοια, φυσικά και έχει σημασία τι θα ψηφίσει ο κόσμος. Έχει σημασία με την έννοια ότι κάθε ενέργεια αποτελεί αιτία που φέρνει κάποιο αποτέλεσμα. Ο ένας δρόμος μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή, ο άλλος μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη και τελικά στην ευημερία. Με τον ένα δρόμο μπορεί να φτάσουμε στην ανεξαρτησία και στην εξέλιξη και ο άλλος να μας πάει σε μια μόνιμη δουλεία χρέους. Αλλά τελικά, δεν έχει τόση σημασία. Δεν έχει ηθική σημασία. Λέγοντας αυτό δεν υποστηρίζω μια στάση φυγής από την κοινωνία και την παρούσα ζωή. Ο καθένας είναι υπεύθυνος και θα πρέπει να είναι ενεργός σε κάθε προσπάθεια καλυτέρευσης του κόσμου μας. Εγώ έχω την ευθύνη για τη ζωή του πλησίον μου και όσοι με γνωρίζετε ξέρετε ότι η ζωή μου είναι δοσμένη στον κοινωνικό ακτιβισμό.

Αλλά θα σας πω γιατί κανένας απ’ αυτούς τους δρόμους δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο. Μόνο η χάρη μπορεί να σώσει τον κόσμο, και δεν μιλάω πνευματικά. Μιλώ πολύ χειροπιαστά. Υπάρχουν φοβεροί, ειλικρινείς, ηθικοί άνθρωποι και στις δύο πλευρές του δημοψηφίσματος. Ναι, ο ένας μπορεί να αποκαλεί τον άλλο εξαπατημένο, παραπλανημένο, αμόρφωτο, αφελή, αλλά η αλήθεια είναι ότι, ή μάλλον, αυτό που έχει σημασία εδώ είναι ότι ανεξαρτήτως του αποτελέσματος που θα υπερισχύσει, ανεξαρτήτως της ευημερίας ή της καταστροφής που θα επέλθει ή είναι ήδη εδώ, κανένας δεν θα μπορέσει να επιβιώσει χωρίς τη χάρη.

Κατ’ αρχάς, δεν υπάρχει περίπτωση να γνωρίζω απόλυτα τα αποτελέσματα της απόφασής μου. Ο ισχυρισμός ότι γνωρίζω τι θα φέρει η μία ή η άλλη απόφαση είναι μια ιδιότητα που ονομάζεται παντογνωσία την οποία μόνο ο Θεός διαθέτει, όχι ο άνθρωπος. Στην πραγματικότητα, και αυτό μου έχει συμβεί πάμπολλες φορές, μπορεί να ανακαλύψω ότι έχω πάρει τη λανθασμένη απόφαση, ότι μου έλειπε μια σημαντική πληροφορία όταν ζύγιζα τα πράγματα, ότι είχα περιορισμένη διορατικότητα, κτλ. Μπορεί να έρθει εκείνη η στιγμή όπου θα πρέπει να αντιμετωπίσω τον προηγουμένως σίγουρο εαυτό μου και να αναγκαστώ να παραδεχτώ «ναι, έκανα λάθος». Κι αυτή η πιθανότητα είναι συνήθως πολύ μεγαλύτερη από την πιθανότητα να διαλέγω πάντα τη σωστή επιλογή. Θα δείξω τότε χάρη στον εαυτό μου; Μια χάρη για να αγκαλιάσω την «ανθρωπινότητά» μου, να σηκωθώ ξανά, να προχωρήσω μπροστά; Η επιβίωση απαιτεί τη συγχώρεση. Τη συγχώρεση του εαυτού. Χάρη.

Αυτό όμως που είναι ακόμα πιο ανησυχητικό, στην περίπτωση δηλαδή όπου εγώ θα πάρω τη σωστή απόφαση αλλά ο πλησίον μου θα έχει κάνει τη λανθασμένη επιλογή, πάλι θα χρειαστώ τη χάρη για να μπορέσω να ζήσω στην ίδια αυτή γη, πλάι πλάι μ’ αυτόν, τον άλλο. Και, στην περίπτωση της Ελλάδας, μιλάμε για τους μισούς περίπου συμπολίτες μου. Τα μισά μου αδέλφια. Η χάρη θα είναι η συνδετική αυτή ουσία, η συγχώρεση θα είναι το θεμέλιο μιας βιώσιμης κοινωνίας. Επομένως, οι μισοί από μας θα έχουν δίκιο, οι μισοί από μας θα βγούνε λάθος. Έχει σημασία ποιοι μισοί είναι αυτοί; Θα χρειαστεί να σε αποδεχτώ πάλι με χάρη ή θα χρειαστεί να με αποδεχτείς πάλι με χάρη.

Εάν βγω εγώ ως νικητής και η δική μου ιδέα για μια καλύτερη κοινωνία πραγματωθεί, πώς σχεδιάζω να ενσωματώσω τους μισούς συμπολίτες μου που ψήφισαν διαφορετικά μέσα σ’ αυτό το καινούργιο οικοδόμημα μιας καλύτερης χώρας; Γι αυτό δεν πάλευα, γι αυτό δεν διαδήλωνα; Για μια καλύτερη χώρα ενότητας και ειρήνης; Η ενότητα και η ειρήνη δεν θα μας επιβληθούν αυτόματα από την επιτυχία του εκλογικού αποτελέσματος. Η ενότητα και η ειρήνη θα παραχθούν από μας μόνο μέσα από τη χάρη. Μια επώδυνη, βασανισμένη χάρη απευθυνόμενη στον πλησίον, στον εχθρό.

Φυσικά υπάρχουν άνθρωποι που ψηφίζουν με κακά κίνητρα κι απ’ τις δύο πλευρές. Και υπάρχουν άνθρωποι με καλά κίνητρα κι απ’ τις δύο πλευρές. Ο όμορφος, όμως, αυτός κόσμος τον οποίο και οι δυο ονειρευόμαστε δεν είναι ικανός να σταθεί, ούτε στην ευμάρεια ούτε στη φτώχεια, ούτε στην ανεξαρτησία ούτε στη δουλεία, αν δεν είναι θεμελιωμένος στη χάρη. Η δουλεία είναι ανίκανη να με υποδουλώσει γιατί υπάρχουν δούλοι πολύ πιο ελεύθεροι κι από τον πλουσιότερο άνθρωπο του κόσμου. Και αντιστρόφως, είναι εύκολο να υποδουλωθώ και σε συνθήκες ανεξαρτησίας και ευημερίας, συχνά πολύ πιο εύκολο. Υπάρχει μια ελευθερία που υπερβαίνει κάθε στάδιο της ιστορίας, κάθε πλαίσιο. Και ξέρεις πώς μπορείς να διακρίνεις τον πραγματικό ελεύθερο από τον δούλο; Ο πραγματικά ελεύθερος διακρίνεται από την ικανότητά του να ελευθερώνει τον άλλο. Είναι αυτός που διαγράφει το χρέος του άλλου: ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφήκαμεν . . . . Χάρη.

Θα χρειαστείς τη χάρη αν η ψήφος σου φέρει το αποτέλεσμα που έλπιζες, θα χρειαστείς τη χάρη αν δεν το φέρει. Η χάρη θα σε σώσει από το να γίνεις αυτό που μισείς, αυτό το οποίο πολεμάς. Η χάρη θα σε ελευθερώσει από το να επαναλάβεις εκείνα τα οποία προσπαθείς με την ψήφο σου να καταργήσεις. Η ψήφος σου, όμως, ποτέ δεν θα είναι αρκετή. Η ψήφος σου μπορεί να σου χαρίσει τον θρόνο των καταπιεστών σου, κι ακριβώς εκεί θα χρειαστείς τη χάρη, αλλιώς δεν θ’ αργήσουν άλλοι να εγερθούν για να ψηφίσουν τώρα ενάντια σε σένα.

Κανένας πολιτικός, καμία περίσταση, καμία εκλογική αναμέτρηση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως το θεμέλιο μιας δίκαιης κοινωνίας και δεν χρειάζεται καν να δικαιολογήσω αυτήν τη δήλωση. Μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία της Ελλάδας δείχνει ότι οι εκλογές ποτέ δεν έφεραν αυτό που ο λαός προσδοκούσε, οι υποσχέσεις ποτέ δεν πραγματώθηκαν, οι πολιτικοί ποτέ δεν παρέδωσαν αυτό που μας έταξαν. Κανένας απ’ τους δύο δρόμους δεν θα πρεπε να είναι η κολυμβήθρα της Βηθεσδά όπου οι ασθενείς, οι τυφλοί, οι χωλοί και οι παράλυτοι περιμένουν να πλυθούν. Μην γελιέσαι. Πόσες φορές θα επισκέπτεσαι αυτήν την κολυμβήθρα, πόσες φορές θα εναποθέτεις τις ελπίδες σου στα νερά της; Πόσες φορές θα γίνεις θεατής της συντριβής των ελπίδων σου; Και ποια ένδειξη έχω τώρα εγώ για να πιστέψω ότι αν τελικά καταφέρεις και θεραπευτείς θα δείξεις το ελάχιστο ενδιαφέρον για τον άλλο που ακόμα περιμένει να λουστεί και δεν υπάρχει άνθρωπος; Θα σε δω αύριο στις κολυμβήθρες να πλένεις ανθρώπους; Μόνο η χάρη το κάνει αυτό.

Η χάρη δεν περιμένει αποτελέσματα δημοψηφίσματος. Η χάρη ήδη εργάζεται, πάντα εργάζεται και παράγει ανεξάρτητα από συνθήκες χωρίς σταματημό, διάγει ήδη τον βίο που χαρακτηρίζει αυτόν τον κόσμο τον οποίον οραματίζεται.

Only grace will save the world….

twoways2Why do I say that?

In the midst of a critical time in which a country is spiraling down to chaos, division, uproar, anger, uncertainty and fear, and at a time when two ways are presented to us to decide on our future, only grace will save the world.

It does not matter what people will vote. But, of course it matters. It matters in the sense that there is a cause and effect for every action. One road may lead to destruction, the other may lead to development and eventual prosperity. One way may lead to independence and growth, the other may lead to permanent debt slavery. But at the end, it does not matter. It does not matter ethically. By saying this I am not promoting an escapist attitude to life. Everyone is responsible and should be active in making this world a better place. I am responsible for my neighbor’s life in every way. And if any of you know me you have no doubt that my life is given over to social activism.

But let me tell you why neither of these roads can save the world. Only grace will save the world. There are amazing, honest, ethical people on both sides of the debate. Yes, one may call the other deceived, deluded, uneducated, naïve, but the truth is that, or rather, what is important here is that regardless of the outcome that may prevail, regardless of the flourishing or the destruction that may come upon us or is already here, no one will be able to survive without grace.

First, there is no way for me to know what the outcome of my decision will be. Claiming to know the outcome is in fact a quality called omniscience no human can claim. This is an area restricted to God alone. Actually, and this has happened to me numerous times, I may discover that I have made a wrong decision, that I was lacking some important information when I was deciding, I had limited vision, etc. The time will come when I may confront my once certain self and I may be forced to say “I erred”, and this possibility is equal or usually much higher than the possibility that I will always choose right. Will I have grace with myself? Grace to embrace my humanness, stand up again and move forward? Survival presupposes forgiveness. The forgiveness of the self. Grace.

But what is of a higher concern is, in the case where I make the right decision and my neighbor will have made the wrong one, again I will need grace in order to live in this land, side by side with him or her. And, in the case of Greece, I am talking about almost half of my fellow citizens. Half my brothers and sisters. Grace will be the glue, forgiveness will be the foundation of a livable society. So, half of us will be right, half of us will be wrong. Does it matter which half? I will need to receive you with grace or you will need to receive me with grace.

If I win and my idea of a better country is realized, what plan do I have for incorporating half of my fellow citizens who voted differently into this new, now realized vision of a better country? Is it not precisely this that I was fighting and protesting for? A better country of unity and peace? Unity and peace will not be imposed on us by the success of the outcome. Unity and peace will be created by us through no other power but the power of grace. A painful grace towards the other, my neighbor, my enemy.

Of course there are people with evil motives voting on both sides. And there’s people with good motives voting on both sides. But this better world we are both dreaming will not stand, whether in affluence or poverty, in freedom or in slavery, if it’s not founded on grace. Slavery cannot rule over me for there is a slave that is far freer than a rich man and, conversely, I can be enslaved in a state of freedom and affluence. Freedom is not a circumstance, nor is dignity. There is a freedom that transcends all stages of history, all contexts. And you know how you can tell a free person from a slave? The free person is known by his or her ability to free another. The one who forgives debts. Grace.

You will need grace if your vote brings the outcome you dreamed of, you will need grace if it doesn’t. Grace will save you from becoming what you hate, what you are now fighting against. Grace will rescue you from repeating the things that need to be abolished through your vote. But your vote alone is inadequate. Your vote may hand you the throne of your oppressors, and there, you will need grace or else, others will soon be voting against YOU.

No politician, no circumstance, no election can function as the foundation of a just society and I don’t need to justify this statement. A brief look at Greece’s history shows that elections had never brought what people expected, promises were never realized, politicians have never delivered. None of the two ways is the pool of Bethesda where all the sick, the blind, the lame and the paralyzed wait to be washed. Do not be fooled. How many times will you keep drawing near this pool, trusting in its waters? How many times will you see your hopes frustrated? And why should I trust that once you are healed you will have the slightest care for the other waiting by the pool. Will you stick around to help them wash as well? Only grace can do that.

Grace will not wait for any referendum outcome. Grace is already at work, always at work producing right now, conducting itself right now in the manner of the world it envisages.

Δίδαξον το παιδίον…

child2Με αφορμή το ερώτημα μιας καλής φίλης, αλλά και άλλων φίλων που συχνά με ρωτάνε για ένα συγκεκριμένο χωρίο των Παροιμιών το οποίο αναφέρεται στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, αποφάσισα να γράψω αυτό το κείμενο. Πρόκειται για ένα χωρίο το οποίο ενδιαφέρει κυρίως τους γονείς αλλά και δασκάλους και πολλοί το θεωρούν ως μια υπόσχεση απ’ τον Θεό για το μέλλον των παιδιών τους. Πρόκειται για το 22:6, το οποίο δυστυχώς απουσιάζει απ’ τη μετάφραση των Εβδομήκοντα, αλλά διατηρείται στο εβραϊκό κείμενο: chanokh lanna’ar al-pi darko gam ki-yazqin lo-yasur mimmennah.

Στη μετάφραση της Βιβλικής Εταιρίας (TGV) έχει ως εξής:

Μάθαινε το παιδί στην αρχή της ζωής του να ’χει καλές συνήθειες, και δε θα ξεστρατίσει απ’ αυτές ούτε όταν θα ’ναι γέρος πια.

Και στη μετάφραση του Βάμβα εμφανίζεται ως εξής:

Δίδαξον τὸ παιδίον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ· καὶ δὲν θέλει ἀπομακρυνθῆ ἀπ αὐτῆς οὐδὲ ὅταν γηράσῃ.

Παρόλο που αυτές οι μεταφράσεις ακολουθούν την παραδοσιακή κατανόηση του εδαφίου, έχουν κάποια προβλήματα, εμπειρικά, μεταφραστικά και θεολογικά.

Πρώτον, η ίδια η εμπειρία μας δείχνει ότι δεν ισχύει πάντοτε αυτή η ρήση στην πραγματική ζωή. Υπάρχουν εξαιρετικοί γονείς που μεγαλώνουν τα παιδιά τους με τον πιο θεάρεστο τρόπο, αλλά παρόλα αυτά τα παιδιά τους εξελίσσονται τελείως απρόβλεπτα και αναπτύσσουν ένα χαρακτήρα πολύ διαφορετικό απ’ αυτόν που οι γονείς θα ήλπιζαν. Ακόμα, έχουμε και περιπτώσεις όπου αδέλφια που βρίσκονται στο ίδιο σπίτι και λαμβάνουν την ίδια ακριβώς παιδεία και ανατροφή, το ένα παίρνει έναν τελείως διαφορετικό δρόμο απ’ το άλλο.

Επίσης, η ίδια η Βίβλος δίνει πολλά τέτοια παραδείγματα που διαψεύδουν τη συγκεκριμένη παροιμία με υπέρτατο παράδειγμα την εμπειρία του ίδιου του Γιαχβέ, του πατέρα του λαού Ισραήλ: «Ανέθρεψα παιδιά και τώρα που μεγάλωσαν, πεισματικά ορθώνονται εναντίον μου.» (Ησαΐας 1:2 TGV). Άρα η πρώιμη καλή ανατροφή δεν αποτελεί εγγύηση για το μέλλον.

Δεύτερον, σχεδόν όλες οι αγγλικές μεταφράσεις συμπληρώνουν τη λέξη «should/πρέπει» η οποία απουσιάζει από το εβραϊκό κείμενο και δεν δικαιολογείται επαρκώς η προσθήκη της: «Train up a child in the way he should go» / «Δίδαξε το παιδί στον δρόμο που πρέπει ν’ ακολουθήσει». Οι ελληνικές μεταφράσεις δεν υιοθετούν αυτή την προσθήκη, αλλά προτιμούν μια άλλη μετάφραση η οποία είναι εξίσου δύσκολο να δικαιολογηθεί απ’ το κείμενο—τη φράση «στην αρχή». Η TGV λέει «στην αρχή της ζωής του» και ο Βάμβας «στην αρχή του δρόμου του». Στο εβραϊκό κείμενο η κυριολεκτική μετάφραση θα ήταν «πάνω στο στόμα του δρόμου του» το οποίο οι μεταφραστές πιθανότατα εξέλαβαν ως να έχει το νόημα της αρχής, του ανοίγματος του στόματος δηλαδή. Πράγματι, η έννοια του ανοίγματος χρησιμοποιείται για αντικείμενα με κάποια εισδοχή ή στόμιο, όπως είναι π.χ. το πηγάδι (Γεν 29:2,3). Στη συντριπτική του πλειοψηφία, όμως, η εβραϊκή ιδιωματική φράση «επάνω στο στόμα» σημαίνει «σύμφωνα με» (π.χ. Εξοδ 34:27, Αριθ 3:16, Δευτ 17:11).

Άρα, στην περίπτωση των Παροιμιών 22:6, δεν ταιριάζει η προσθήκη «πρέπει» των αγγλικών μεταφράσεων αλλά ούτε η απόδοση «στην αρχή». Η πιο φυσική μετάφραση του εδαφίου θα ήταν:

«Δίδαξε το παιδί σύμφωνα με την οδό του…».

Τι θα πει, όμως, «σύμφωνα με την οδό του»; Δεν σημαίνει «σύμφωνα με την οδό που πρέπει αυτός να ακολουθήσει». Στο βιβλίο των Παροιμιών, η λέξη «δρόμος» με κτητική αντωνυμία εμφανίζεται 25 φορές και κανένα απ’ αυτά τα πα­ρα­δείγμα­τα δεν απαιτεί τη μετάφραση «η οδός που πρέ­πει να ακολουθήσει». Αντί­θε­τα, σε κάθε περίπτωση το «η οδός του» (8:22, 11:5, 14:8, 16:9, 17, 19:3, 20:24, 21:29), «αι οδοί του» (3:31, 10:9, 14:2, 14, 19:16), «αι οδοί της» (3:17, 6:6, 7:25), «αι οδοί τους» (1:31), κ.ο.κ., αναφέρονται στον δρόμο που αυτοί οι άνθρωποι διαλέγουν να τραβήξουν. Οι ενδείξεις είναι παρόμοιες για ανάλογες εκφράσεις, όπως «η οδός η πονηρά» (2:12), «του ανθρώπου αι οδοί» (5:21), «η οδός του άφρο­νος» (12:15), κ.λπ.

Ο παλαιοδιαθηκολόγος Gordon P. Hugenberger συμπεραίνει ότι το Παροιμίες 22:6 δεν είναι τόσο μια επαγγελία ή μια υπόσχεση όσο μια σοβαρή προειδοποίηση. Γονείς, αν μεγαλώσετε ένα παιδί «σύμφωνα με τον δικό του δρόμο» – μ’ άλλα λόγια, αν αποποιηθείτε τη σκληρή δουλειά της γεμάτης αγάπη πειθαρχίας και απλά ενδίδετε, επιτρέποντας στο παιδί σας να τραβήξει τον δικό του δρόμο – θα δώσετε τόπο στις εγωιστικές του προδιαθέσεις σε τέτοιο βαθμό ώστε, χώρια από θεία παρέμβαση φυσικά, «ακόμα κι όταν μεγαλώσει δεν θα απομακρυνθεί απ’ αυτόν». Άρα, η εγγύηση δεν είναι ότι η καλή διδασκαλία εξασφαλίζει ένα καλό μέλλον για το παιδί. Πολύ πιο σίγουρο είναι ότι η μη-παρέμβαση του γονιού εξασφαλίζει την εμμονή του στον στραβό δρόμο!

Ο Hugenberger επισημαίνει κι άλλα σημεία στο βιβλίο των Παροιμιών όπου τονίζεται μια παρόμοια ιδέα για το πόσο επείγουσα είναι η πειθαρχία στα παιδιά και πόσο επικίνδυνο είναι να αφήσει κανείς ένα παιδί ν’ ακο­λου­θήσει τον δικό του δρόμο. Κάποια παραδείγματα είναι τα εξής:

  • Σκληρά το γιο σου να παιδαγωγείς όσο υπάρχει ελπίδα, για να μη συντελέσεις στην καταστροφή του. (Παρ 19:18 TGV)
  • Η ανοησία με του παιδιού συνδέεται την καρδιά· μα της παιδείας το ραβδί θα την απομακρύνει. (Παρ 22:15 TGV)
  • Η βέργα κι η υπόδειξη του λάθους σωφρονίζουν· μα το παιδί που αφήνεται ανεξέλεγκτο, κάνει τη μάνα του να ντρέπεται γι’ αυτό. (Παρ 29:15 TGV)

Τώρα, ίσως κάποιος να σοκάρεται ακούγοντας για ραβδί και βέργα αλλά δεν σημαίνει ότι αυτό απαιτεί μια κατά γράμμα εφαρμογή. Η «βέργα» και το «ραβδί» είναι σύμβολα της πειθαρχίας και της καθοδήγησης. Άλλωστε συμβολικά χρησιμοποιούνται και στον γνωστό σε όλους μας Ψαλμό 23 («ἡ ῥάβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου αὐταί με παρεκάλεσαν» Ο΄). Το ζήτημα εδώ δεν είναι η μέθοδος της πειθαρχίας αλλά το γεγονός ότι αν απουσιάζει η καθοδήγηση, η πειθαρχία, η καλλιέργεια, μην περιμένεις καλό αποτέλεσμα. Δεν θα συμβεί από μόνο του.

Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι οι Παροιμίες 22:6 δεν είναι υπόσχεση ούτε εγγύηση ότι αν διδάξω το παιδί μου σωστά θα παραμείνει στον σωστό δρόμο. Το εδάφιο είναι προτροπή και η προτροπή αυτή είναι ειρωνική, αν και είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς την ειρωνεία με την πρώτη ματιά παρόλο που είναι συχνό φαινόμενο στην εβραϊκή σοφιολογική γραμματεία. Βασικά, προτρέπει σαρκαστικά τους γονείς να κάνουν κάτι που δεν πρέπει να κάνουν, δηλαδή, να πάνε «με τα νερά» του παιδιού. Ο ίδιος σαρκασμός φαίνεται και στην προτροπή του Παροιμίες 19:27 το οποίο κυριολεκτικά λέει: «Πάψε γιε μου να ακούς διδασκαλία και θα παρεκτραπείς από τα λόγια της γνώσης». Είναι κι αυτή μια ειρωνική προτροπή που στην ουσία λέει «μην παύσεις ν’ ακούς διδασκαλία γιε μου, αλλιώς θα ξεφύγεις απ’ τα λόγια της γνώσης.»

Το σκισμένο καταπέτασμα

torn veil1

Όλοι γνωρίζουν ότι με την τελευταία πνοή του Ιησού στον σταυρό σκίστηκε το καταπέτασμα του ναού στα δύο, από πάνω μέχρι κάτω (Ματθ 27:50-51· Μαρκ 15:37-38· Λουκ 23:45-46). Η πιο συνηθισμένη ερμηνεία αυτής της λεπτομέρειας είναι ότι η παρουσία του Θεού δεν είναι πλέον περιορισμένη στον ναό αλλά ο καθένας μπορεί τώρα να έχει πρόσβαση στα Άγια των Αγίων διαμέσου της σταυρικής θυσίας. Πολύ σωστή αυτή η θετική οπτική και όντως αυτή είναι η συνέπεια του γεγονότος. Το κείμενο, όμως, αυτό πρωταρχικά παραπέμπει στην κρίση του Θεού και στην εγκατάλειψη της γήινής του κατοικίας.

Αρχικά να πούμε ότι το γεγονός ότι το καταπέτασμα σκίζεται από πάνω μέχρι κάτω, όπως και το γεγονός ότι χρησιμοποιείται η παθητική φωνή «ἐσχίσθη», υπονοεί θεία ενέργεια και όχι ανθρώπινη. Επίσης, δεν είναι ξεκάθαρο αν εδώ πρόκειται για την εξωτερική κουρτίνα του ναού ή την εσωτερική κουρτίνα που κρύβει τα Άγια των Αγίων, καθώς και οι δύο κουρτίνες ονομάζονται «καταπέτασμα» στη μετάφραση των Ο΄ (βλ. π.χ. Έξοδ 26:33 και 37:5). Κάποιοι θεωρούν ότι το εσωτερικό καταπέτασμα είναι αυτό που ενδιαφέρει τον συγγραφέα περισσότερο, κρίνοντας κι από την ανάλυση του συγγραφέα της Προς Εβραίους επιστολής (Εβρ 6:19· 9:3).

Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάμε στο ευαγγέλιο του Ματθαίου αναφορά για κάποιο ρήγμα στον ναό. Ο ίδιος ο Ιησούς στο 24:2, μιλώντας για τον ναό, επαναλαμβάνει την προφητεία που ο προφήτης Μιχαίας πρωτοείπε για τον ναό της Ιερουσαλήμ στο 3:12, ότι δηλαδή δεν θα μείνει «λίθος ἐπὶ λίθον». Γι αυτή τη δήλωση τον κατηγόρησαν και μπροστά στον αρχιερέα, συγκεκριμένα για τον ισχυρισμό του ότι θα καταστρέψει τον ναό και σε τρεις μέρες θα τον ξαναχτίσει (26:61). Ακόμα και την ώρα της σταύρωσης, λίγα εδάφια πριν το σκίσιμο του καταπετάσματος, οι περαστικοί τον κορόιδευαν βάση αυτής ακριβώς της δήλωσης: «ὁ καταλύων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις οἰκοδομῶν, σῶσον σεαυτόν . . .» (27:40).

Εκκρεμεί, λοιπόν, η κατάλυση του ναού, το σημείο εκείνο που θα επικυρώσει την εκπλήρωση των λόγων του Ιησού. Το σκίσιμο, λοιπόν, του καταπετάσματος, λειτουργεί ως επαρκές σημείο εκπλήρωσης των λόγων του και τον δικαιώνει. Παρεμπιπτόντως, και οι ίδιοι οι ραβίνοι έλεγαν ότι όταν πλησιάσει η ώρα της καταστροφής του ναού οι πόρτες του θ’ ανοίξουν από μόνες τους (b. Yoma 39b). Γιατί, όμως, έφτασε ο ναός στο τέλος του;

Παρόμοια πράξη σκισίματος ρούχου στο Κατά Ματθαίον γίνεται πρώτα απ’ τον αρχιερέα του ναού, όταν ο Ιησούς στέκεται μπροστά του εν τω μέσω των κατήγορών του. Μόλις ο Ιησούς απαντάει καταφατικά στην ερώτηση του αρχιερέα αν αυτός είναι ο Μεσσίας, ο υιός του Θεού, τότε ο αρχιερέας, μη μπορώντας ν’ αντέξει το μέγεθος της βλασφημίας ή προσβολής των δηλώσεών του, «διέρρηξεν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ» (26:65). Η πράξη του να σκίζει κανείς τα ρούχα του είναι γνωστή στον Ισραήλ και τη βλέπουμε σε περιπτώσεις όπου κάποιος βιώνει αφόρητη θλίψη, απελπισία και όταν ξεχειλίζει και δεν μπορεί πλέον να αντέξει το κακό που βιώνει (βλ. π.χ. Ησαΐας 36:22· 37:1). Συγκριτικά, όταν ο Θεός τώρα σκίζει τα ιμάτια του ναού του, κάτι βαθύτερο υπάρχει το οποίο οδηγεί στην πράξη αυτή. Οι συσχετισμοί είναι πολλοί.

Αρχικά, εφόσον το σκίσιμο ρούχων συμβολίζει πένθος, μπορεί σ’ αυτό το σημείο να παρατηρούμε το πένθος του Πατέρα Θεού για το παιδί του. Η κραυγή του ετοιμοθάνατου γιού από τη γη (27:50) απαντάται με την ανώτατη εκδήλωση θρήνου απ’ τον Πατέρα, δηλ. το σκίσιμο των ρούχων που περιέβαλλαν συμβολικά την άγια παρουσία Του.

Το σκίσιμο ρούχων, όμως, συμβαίνει και σε περιπτώσεις όπου δεν μπορεί κανείς ν’ αντέξει περισσότερο κακό. Όταν φτάνει στο απροχώρητο. Πώς συσσωρεύεται, όμως, το κακό; Στην ισραηλιτική αντίληψη, η συσσώρευση κακού, με τη μορφή μιάσματος, ήταν το αποτέλεσμα των τελετουργικών και των ηθικών παραβάσεων του λαού και επηρέαζε την καθαρότητα του ναού. Δηλ. όταν κάποιος Ισραηλίτης διέπραττε άθελά του μια αμαρτία ή γινόταν τελετουργικά ακάθαρτος ακουμπώντας π.χ. νεκρό σώμα, έπρεπε να φέρει στον ναό θυσία «περί αμαρτίας» για να εξαγνιστεί ο εξωτερικός βωμός διαμέσου του αίματος (Λευ 4:25, 30 · 9:9). Εάν η αμαρτία ήταν του αρχιερέα, τότε το μίασμα προχωρούσε στο εσωτερικό του ναού, στον εσωτερικό βωμό, τον οποίο έπρεπε να εξαγνίσει ο αρχιερέας φέρνοντας τη δική του θυσία (Λευ 4:5-7, 16-18).

Η τρίτη και χειρότερη, όμως, αμαρτία είναι η εσκεμμένη, χωρίς μετάνοια, αμαρτία. Γι αυτήν την αμαρτία δεν μπορούσε ο παραβάτης να φέρει θυσία (Αριθ 15:27-31). Η μόνη του ελπίδα ήταν η Ημέρα της Εξιλέωσης. Αυτή η αμαρτία δεν επηρέαζε μόνο τον εξωτερικό βωμό, αλλά και τον εσωτερικό διαπερνώντας το καταπέτασμα και μιαίνοντας τα Άγια των Αγίων και συγκεκριμένα το ιλαστήριο, το χρυσό κάλυμμα της κιβωτού της διαθήκης. Ο εξαγνισμός του ιλαστηρίου γινόταν από τον αρχιερέα μια φορά τον χρόνο, την Ημέρα της Εξιλέωσης, όταν ο αρχιερέας ράντιζε με αίμα τα Άγια των Αγίων (Λευ 16:13-19).

Όλα αυτά γίνονταν γιατί η παρουσία του Θεού δεν μπορούσε να κατοικεί σε ακάθαρτο χώρο. Τα όρια ανάμεσα στο ιερό και στο βέβηλο δεν μπορούν να καταργηθούν. Το τελετουργικό σύστημα καθαρότητας, λοιπόν, διασφάλιζε την παραμονή της παρουσίας του Θεού ανάμεσά τους. Όσο περισσότερο, όμως, αυξανόταν η ηθελημένη αμετανόητη αμαρτία τόσο περισσότερο η ακαθαρσία προσέγγιζε τα Άγια των Αγίων και απειλούσε τη θεία παρουσία με τον κίνδυνο αυτή να εγκαταλείψει τον γήινο ναό της. Γι αυτόν τον λόγο, στο βιβλίο του Ιεζεκιήλ, ο Θεός πρώτα δείχνει στον προφήτη του τα βδελύγματα που διαπράττονταν στον ναό (Ιεζ 8), προτού σηκωθεί η παρουσία του Θεού για να εγκαταλείψει τον ναό του (Ιεζ 10): «καὶ ἐξῆλθεν δόξα κυρίου ἀπὸ τοῦ οἴκου καὶ ἐπέβη ἐπὶ τὰ χερουβιν» (10:18).

Παρόλη την αναγκαιότητα και τη λειτουργικότητα του τελετουργικού συστήματος, επικρατούσε η αντίληψη ότι κάποια κακουργήματα μίαιναν τη γη μόνιμα και αυτή δεν μπορούσε να εξαγνιστεί τελετουργικά. Βασικό παράδειγμα ήταν ο φόνος και ειδικά ο συλλογικός φόνος αθώου αίματος:

Καὶ δὲν θέλετε μολύνει τὴν γῆν εἰς τὴν ὁποίαν κατοικεῖτε· διότι τὸ αἷμα αὐτὸ μολύνει τὴν γῆν· καὶ ἡ γῆ δὲν δύναται νὰ καθαρισθῆ ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ ἐκχυθέντος ἐπ αὐτῆς, εἰμὴ διὰ τοῦ αἵματος ἐκείνου ὅστις ἔχυσεν αὐτὸ. Μὴ μολύνετε λοιπὸν τὴν γῆν, εἰς τὴν ὁποίαν θέλετε κατοικήσει, ἐν μέσῳ τῆς ὁποίας ἐγὼ κατοικῶ· διότι ἐγὼ ὁ Κύριος εἶμαι ὁ κατοικῶν ἐν τῷ μέσῳ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ. (Αριθ 35:33-34)

Η συσσώρευση αμαρτίας στη γη εγκυμονούσε τον κίνδυνο αντιστροφής του δώρου του Θεού, κίνδυνο εξορίας, κίνδυνο επιστροφής στο χάος, κίνδυνο κατάλυσης της δημιουργίας, ολόκληρης της κτίσης. Η απόσυρση του Θεού από την γήινη κατοικία του θα σήμαινε το τέλος ολόκληρου του κόσμου.

Τι θα συνέβαινε, αλήθεια, στην περίπτωση που ο κόσμος ολόκληρος, Ισραήλ και έθνη μαζί (Πραξ 4:27), συνωμοτούσε στο να χύσει αθώο αίμα-και δεν μιλάμε για το οποιοδήποτε αθώο αίμα αλλά για το αίμα του ίδιου του υιού του Θεού; Πώς αυτό θα επιδρούσε στον ναό, στην γήινη κατοικία της θείας παρουσίας; Η βεβήλωση θα ήταν τέτοια που θα διείσδυε στα Άγια των Αγίων, θα κατέκλυζε τον ναό και θα εκδίωκε την παρουσία του Θεού απ’ τον ναό του-μια αποχώρηση χωρίς προηγούμενο. Ο κόσμος, όπως τον γνωρίζαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή, θα έφτανε στο τέλος του. Θα έπρεπε να αναδημιουργηθεί απ’ την αρχή.

Η βεβήλωση του ναού προκάλεσε τη ρηγμάτωση του καταπετάσματος και τη βίαιη έξοδο της θείας παρουσίας απ’ τη γήινη κατοικία της. Η αποχώρηση της θείας παρουσίας συμβαίνει ταυτόχρονα με τη διάλυση του κόσμου, όπως μαρτυρούν τα φαινόμενα του σκοταδιού (Λουκ 23:45), του σεισμού, το σκίσιμο της γης ολόκληρης (Ματ 27:51). Γι αυτόν τον λόγο το ρήγμα του καταπετάσματος συνοδεύεται με ρήγματα στην κτίση, την έναρξη της ήττας του παλαιού κόσμου. Πράγματι, το καταπέτασμα συμβόλιζε τον έναστρο ουρανό και το σκίσιμό του παραπέμπει σε εσχατολογικές προφητείες των Γραφών για την κατάλυση της δημιουργίας (π.χ. Ησα 34:4 · 63:19 · Αγγ 2:6, 21). Γι αυτό ψάλλουμε την Μεγάλη Παρασκευή (μετάφραση Αποστολικής Διακονίας):

Ένεκα του Πάθους Σου όλη η Δημιουργία ήλλασσεν όψιν·

διότι τα πάντα συμμετείχον εις το Πάθος Σου,

ω Λόγε του Θεού,

επειδή εγνώριζον ότι είσαι Αυτός που συγκρατεί το παν.

Ότι η αμαρτία θα φέρει τελικά την αποχώρηση της θείας παρουσίας από τον ναό της ήταν κάτι γνωστό για τους Ιουδαίους της εποχής, από τις σέκτες του Κουμράν έως τους ραβίνους του 1ου και 2ου αιώνα. Αλλά αυτό που βλέπουμε εδώ είναι ότι ο Ιησούς συμπεριέλαβε το αναπόφευκτο αυτό δράμα, όπως και την αποκατάσταση, στο ίδιο του το σώμα. Αυτό που λάμβανε χώρα στον ναό καθρέφτιζε αυτό που λάμβανε χώρα στο σώμα του ίδιου του Χριστού ο οποίος λειτουργούσε και ως καταπέτασμα (Εβρ 10:20) αλλά και ως ιλαστήριο (Ρωμ 3:25) συσσωρεύοντας επάνω του την αμαρτία του κόσμου. Στο σώμα του ο Ιησούς περιέλαβε τον ναό που θα καταστρεφόταν και τον ναό που θα ξαναχτιζόταν σε τρεις μέρες (Ιωαν 2:19-21). Σε ένα σώμα επήλθε η αμαρτία, η κατάρα, η αποστροφή, η εγκατάλειψη της θείας παρουσίας, ο θάνατος της παλαιάς κτίσης αλλά και η αποκατάσταση, η αναδημιουργία των πάντων, η ανάσταση. Επομένως, το σημείο συνάντησης του ανθρώπινου και του θείου, το σημείο προσευχής και λατρείας, το σημείο λήψης καθαρισμού και συγχώρεσης αμαρτιών μετατίθεται. Όπως λέει και ο καθολικός θεολόγος Hans Urs von Balthasar:

Η βουλή του Θεού ήταν να κρατήσει τη σχέση του με τον κόσμο μόνο διαμέσου ενός ανθρώπου, του Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι το κέντρο αυτής της σχέσης, το περιεχόμενο αυτής της σχέσης και η αιώνια διαθηκική εκπλήρωση αυτής της σχέσης. . . .

Και, ως το κέντρο αυτού του κόσμου, αυτός είναι το κλειδί της ερμηνείας όχι μόνο της κτίσης, αλλά και του ίδιου του Θεού.

Το τέλος απαγορεύεται!

Augustus Caesar colour«Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ· ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα», λέει ο Ιωάννης για τον Χριστό στην Αποκάλυψη 21:5 αλλά δεν μας λέει ότι αυτή η δήλωση είχε ήδη διατυπωθεί για κάποιον άλλον. Ο Ιωάννης προϋποθέτει ότι οι αναγνώστες του ήδη ξέρουν ποιος είναι αυτός ο άλλος.

Είκοσι χρόνια περίπου μετά τη νίκη του Αυγούστου στη ναυμαχία του Ακτίου το 31 π.Χ., διεξάχθηκε ένας διαγωνισμός που θα βράβευε εκείνον που θα επινοούσε τον καλύτερο τρόπο έκφρασης τιμής στον Καίσαρα Αύγουστο. Ο νικητής του διαγωνισμού ήταν ο Παύλος Φάβιος Μάξιμος, του οποίου η ιδέα ήταν να δημιουργηθεί ένα καινούργιο ημερολόγιο προς τιμήν του Αυγούστου, το οποίο θα ξεκινούσε με την ημερομηνία της γέννησής του. Αν και δεν διασώθηκε η αρχή της επιστολής του Μαξίμου, αυτό που επιβίωσε λέει τα εξής:

“Είναι δύσκολο να γνωρίζει κανείς κατά πόσο τα γενέθλια του θεϊκού Καίσαρα σηματοδοτούν περισσότερο απόλαυση παρά όφελος. Δικαίως θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε εκείνη την ημέρα ως ισότιμη της αρχής των πάντων.

Αποκατέστησε τη μορφή όλων των πραγμάτων σε κάτι ωφέλιμο, στη φυσιολογική τους κατάσταση, εφόσον είχαν διαφθαρεί έως καταστροφής. Έδωσε καινούργια μορφή στον κόσμο ολόκληρο, ο οποίος ευχαρίστως θα αποδεχόταν την ίδια την καταστροφή του αν δεν γεννιόταν ο Καίσαρας για την κοινή καλή μοίρα.

Επομένως, δικαίως θα μπορούσε κανείς να το θεωρήσει αυτό ως την αρχή της ζωής και της ύπαρξης. Κανείς δεν θα μετανιώνει πλέον που γεννήθηκε.

Εφόσον σε καμία άλλη μέρα δεν θα μπορούσε κανείς να αποδεχθεί μια αφετηρία πιο ευεργετική για τη συλλογική και προσωπική βελτίωση από εκείνη την ημέρα που έφερε το όφελος όλων μας . . .

τότε, μου φαίνεται πρέπον τα γενέθλια του θεϊκού Αυγούστου να είναι η μόνη καθολική πρωτοχρονιά για κάθε πολιτεία. Εκείνη τη μέρα θα ξεκινάνε οι τοπικές αρχές τις υπηρεσίες τους . . . έτσι ώστε να τιμηθεί πολύ περισσότερο από τις καθιερωμένες τελετές που διεξάγονται στο όνομά του, για να ξεχωρίσει πάνω απ’ όλους. . . . Να γραφτεί ένα θέσπισμα που θα απαριθμεί τις αρετές του, έτσι ώστε αυτή μας η πράξη προς τιμήν του Αυγούστου να διαρκέσει αιώνια.”[1]

Μ’ αυτή την περίτεχνη πρόταση, ο Μάξιμος ήθελε να οργανωθεί ο χρόνος γύρω απ’ τη γέννηση του Αυγούστου, όχι για κάποιον πρακτικό λόγο που θα βόλευε τις πόλεις της ρωμαϊκής επικράτειας οι οποίες έπρεπε να συγχρονιστούν με το καινούργιο ημερολόγιο, αλλά η πρότασή του προκύπτει εξ’ ολοκλήρου από τα κατορθώματα του Αυγούστου. Η προφανής αντίληψη του Μάξιμου, την οποία θα ασπαζόταν και πλήθος άλλων, ήταν ότι ο κόσμος βρισκόταν σε κατάσταση χάους και σε μια καταστροφική πορεία έως ότου έφτασε ο Αύγουστος στο προσκήνιο της ιστορίας για να επαναφέρει και να αποκαταστήσει τον κόσμο. Κι έτσι εφαρμόστηκε η πρόταση του Μάξιμου στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Ιδού, ο Καίσαρας Αύγουστος «καινά ποιεί πάντα», είναι μια κοσμογονική θεότητα, εισαγάγει τον νέο κόσμο και νοηματοδοτεί τις μέρες του κάθε υπηκόου του. Το κάθε λεπτό που βιώνει τώρα ο άνθρωπος είναι εντός του χρόνου του καινούργιου αιώνιου τούτου κόσμου, κατ’ ακρίβεια του μόνου πραγματικού κόσμου. Οτιδήποτε προηγήθηκε δεν λογιζόταν ως κόσμος, ήταν μόνο η προετοιμασία, η πρώτη ύλη, το χάος μέσα απ’ το οποίο ο Καίσαρας έφερε τα πάντα στην ύπαρξη. Ο Καίσαρας έσωσε τον κόσμο απ’ την καταστροφή του, τερμάτισε τους πολέμους και επανάφερε την τάξη. Προτού καν πεθάνει, ο Καίσαρας είχε λάβει μυθικές διαστάσεις στη ρωμαϊκή επικράτεια.

Βάση αυτού του κοσμοειδώλου, δεν υφίσταται μελλοντικός κόσμος γιατί ο κόσμος και ο χρόνος που εισάγει ο Καίσαρας είναι αιώνιος. Η ουτοπία πραγματώθηκε. Δεν υπάρχει κάτι άλλο εκεί έξω στο οποίο να αποβλέπει ο άνθρωπος. Δεν υπάρχει προσμονή για έναν καλύτερο κόσμο, εφόσον το βέλτιστο επιτεύχθηκε. Η ιστορία ξεκινά με τη γέννηση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και ο κόσμος θα διατηρείται στην ύπαρξη, στην τάξη και μακριά από το χάος όσο καιρό αυτή η ρωμαϊκή αυτοκρατορία διαρκεί. Άρα το όραμα του νέου κόσμου προϋποθέτει τη μονιμότητα, την αναγκαιότητα της ατέρμονης αυτοκρατορίας της Ρώμης.

Όμως, η μονιμότητα του οποιουδήποτε καθεστώτος δεν μπορεί να επιβληθεί, παρόλο που πολλοί ανάμεσά μας συμβιβάζονται και καταπίνουν το χάπι «μα έτσι είναι τα πράγματα». Από την αρχή της Βίβλου έως το τέλος της κατακλυζόμαστε από προειδοποιητικά οράματα και αφηγήσεις της αστάθειας των ανθρώπινων αυτοκρατοριών. Άλλοτε εμφανίζονται ως πύργοι που πέφτουν (Γένεση 11), ως αγάλματα που σπάνε (Δανιήλ 2), ως θηρία που ρίχνονται στις φλόγες (Αποκάλυψη 19), κ.α. Η δοξολογία του Δανιήλ είναι χαρακτηριστική:

ἔσται τὸ ὄνομα τοῦ κυρίου τοῦ μεγάλου

εὐλογημένον εἰς τὸν αἰῶνα

ὅτι ἡ σοφία καὶ ἡ μεγαλωσύνη αὐτοῦ ἐστι

καὶ αὐτὸς ἀλλοιοῖ καιροὺς καὶ χρόνους

μεθιστῶν βασιλεῖς καὶ καθιστῶν

(Δανιήλ 2:20-21)

Η εσχατολογία αναπτύσσεται όταν η ανθρώπινη εμπειρία έρχεται σε σύγκρουση με τις αξιώσεις της αυτοκρατορίας. Η αυτοκρατορία επιμένει στην απουσία εναλλακτικής ζωής, εναλλακτικής θεώρησης του τόπου και του χρόνου και προσμονής κάποιου διαφορετικού μέλλοντος. Είναι αυτοαναφορική. Οι γιορτές της, οι ναοί της, οι λατρείες της δεν παραπέμπουν πέραν του εαυτού τους, δεν είναι σύμβολα. Είναι η ίδια η πραγματικότητα η οποία λατρεύεται. Το σύμβολο είναι ταυτόχρονα και η πραγματικότητα στην οποία παραπέμπει.

Επομένως, εφόσον η ουτοπία πραγματώθηκε, οι μη-ουτοπικές ή δυστοπικές εμπειρίες των ανθρώπων εντός αυτής της αυτοκρατορίας απλά δεν υπάρχουν, οφείλουν να αποσιωπηθούν. Πώς άλλωστε μπορούν να εξηγηθούν, εφόσον δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ένας καλύτερος κόσμος ο οποίος θα τις διορθώσει;

Η εσχατολογία είναι αυτό που αξιολογεί και αμφισβητεί ωμά και τολμηρά την παρούσα πραγματικότητα. Η θρησκεία της αυτοκρατορίας, όμως, δεν επιτρέπει το «τέλος του κόσμου» αλλά επιμένει στη διαιώνιση του παρόντος κόσμου. Κατ’ ακρίβεια, ο τρόπος με τον οποίο εκφραζόταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία (υμνωδίες, επιγραφές, ευχές, κτλ.) ήταν αφοσιωμένος στο να εμποδίζει τη φαντασία από το να υποθέσει το τέλος αυτού του κόσμου. Οι δυστοπικές πραγματικότητες, όμως, έθεταν αυτή την παρούσα «ουτοπία» σε συνεχή αμφισβήτηση και οι συνέπειες του να φανταστεί κανείς το τέλος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν πολύ σοβαρές, συχνά ολέθριες.

Αυτό το τέλος έρχεται ο Ιωάννης να εξαγγείλει στην Αποκάλυψη και αυτός είναι ο λόγος που πολλά αποκαλυπτικά κείμενα ανήκουν στην κατηγορία littérature résistance, «λογοτεχνία αντίστασης». Αυτό, όμως, το βιβλίο καταφέρνει να επανερμηνεύσει ολόκληρο τον κόσμο, δεν είναι μια απλή πολιτική επίθεση. Όσο κοσμογονικές ήταν οι αξιώσεις της Ρώμης τόσο περισσότερο είναι οι εξαγγελίες του Ιωάννη ο οποίος πρέπει τώρα να αναπροσανατολίσει το μυαλό των αναγνωστών, να επαναπροσδιορίσει τον χρόνο, να διακηρύξει τη μόνη βασιλεία που είναι αιώνια, τη βασιλεία των ουρανών, και να φανταστεί το τέλος της αυτοκρατορίας ως να έχει ήδη λάβει χώρα. Να τολμήσει να γράψει τον επικήδειο της Ρώμης (Αποκάλυψη 18) καθώς αυτή ακόμα ζούσε και βασίλευε! Να μας ελευθερώσει από τα δεσμά του παρόντος χρόνου!

καὶ ἔβαλον χοῦν ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν

καὶ ἔκραζον κλαίοντες καὶ πενθοῦντες λέγοντες·

οὐαὶ οὐαί, ἡ πόλις ἡ μεγάλη,

ἐν ᾗ ἐπλούτησαν πάντες…

ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἠρημώθη.

(Αποκάλυψη 18:19)

[1] Βλέπε ολόκληρη την επιστολή εδώ ή στο Steven J. Friesen, Imperial Cults and the Apocalypse of John: Reading Revelation in the Ruins (Oxford: Oxford University Press, 2001), 33.